Έλληνες εκπαιδευτικοί: Στους «φτωχούς» της Ευρώπης – Στο 50% του μέσου όρου οι αποδοχές σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ
Πίνακας περιεχομένων
Χαμηλοί μισθοί και γερασμένο προσωπικό είναι η εικόνα του εκπαιδευτικού δυναμικού στην Ελλάδα. Ο ταμίας της ΔΟΕ, Γιώργος Τρούλης αναφέρει ότι ο αρχικός μισθός ξεκινάει από 850 ευρώ και φτάνει τα 1.500 ευρώ έπειτα από δεκαετίες υπηρεσίας περιέγραψε Στις κατατάξεις του ΟΟΣΑ, η χώρα βρίσκεται στον πάτο των μισθολογικών αποδοχών, ενώ το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 55 ετών και άνω στην Ελλάδα υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία, φτάνοντας το 33%.
Μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για το παρόν και το μέλλον του εκπαιδευτικού επαγγέλματος στην Ελλάδα προκύπτει από τον συνδυασμό των χαμηλών μισθών, της γήρανσης του εκπαιδευτικού προσωπικού και της περιορισμένης χρηματοδότησης της εκπαίδευσης. Την ώρα που οι αποδοχές νεοεισερχόμενων εκπαιδευτικών ξεκινούν, σύμφωνα με τον ταμία της ΔΟΕ Γιώργο Τρούλη, από μόλις 850 ευρώ, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι ένας στους τρεις εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα είναι πλέον ηλικίας 55 ετών και άνω.
Η οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της εκπομπής «Ώρα Αιχμής» της ΚΡΗΤΗ TV, όπου ο Γιώργος Τρούλης παρουσίασε τις αποδοχές των εργαζομένων στη δημόσια εκπαίδευση.
Οι αναφορές του έρχονται να προστεθούν σε ευρύτερα στοιχεία για τη μισθολογική θέση των Ελλήνων εκπαιδευτικών σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους σε άλλες χώρες, αλλά και για τις δυσκολίες ανανέωσης του εκπαιδευτικού δυναμικού.
Από 850 στα 1.500 ευρώ μετά από δεκαετίες διδασκαλίας
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο ταμίας της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί λαμβάνουν περίπου 850 έως 900 ευρώ, ενώ αντίστοιχες είναι και οι αρχικές αποδοχές των νεοδιοριζόμενων μονίμων εκπαιδευτικών.
Τα ποσά αυτά καλούνται να καλύψουν το σύνολο των βασικών αναγκών, από το ενοίκιο και τους λογαριασμούς έως τη διατροφή και τις καθημερινές μετακινήσεις.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο για τους αναπληρωτές, οι οποίοι συχνά τοποθετούνται σε περιοχές μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους και αναγκάζονται να επωμιστούν πρόσθετα έξοδα μετακίνησης και εγκατάστασης.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι και η εικόνα των αποδοχών έπειτα από πολλά χρόνια υπηρεσίας.
Όπως υποστήριξε ο Γιώργος Τρούλης, ακόμη και μετά από 20 ή 30 χρόνια εργασίας, ο μισθός ενός εκπαιδευτικού δεν ξεπερνάει τα 1.500 ευρώ.
Στην περίπτωση των διευθυντών σχολικών μονάδων, οι αποδοχές μπορούν να φτάσουν περίπου τα 1.700 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης, το οποίο συνοδεύεται από αυξημένες διοικητικές και οργανωτικές ευθύνες.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί συγκαταλέγονται στους χαμηλότερα αμειβόμενους στην Ευρώπη, αναδεικνύοντας την ανάγκη ουσιαστικής μισθολογικής ενίσχυσης του κλάδου.
Σχεδόν στο μισό του μέσου όρου του ΟΟΣΑ οι μισθοί
Η εικόνα των χαμηλών αποδοχών αποτυπώνεται και στα συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ, στην τελευταία του έκθεση Education at a Glance 2026.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρατίθενται για το 2025, ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός δασκάλου δημοτικού ή νηπιαγωγού στην Ελλάδα ανέρχεται σε 25.267 δολάρια ΗΠΑ, υπολογισμένα σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης.
Την ίδια στιγμή, ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαμορφώνεται στα 48.038 δολάρια.
Η απόκλιση παραμένει σημαντική και στα επόμενα στάδια της επαγγελματικής διαδρομής.
Μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας, ο θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα φτάνει τα 32.883 δολάρια, έναντι 64.349 δολαρίων στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Στην κορυφή της μισθολογικής κλίμακας, οι αντίστοιχες αποδοχές ανέρχονται σε 48.114 δολάρια για την Ελλάδα και 77.033 δολάρια για τον ΟΟΣΑ.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τις πραγματικές μέσες αποδοχές, στις οποίες συνυπολογίζονται τα επιδόματα.
Για τους δασκάλους, οι αποδοχές στην Ελλάδα διαμορφώνονται σε 33.607 δολάρια, έναντι 62.942 δολαρίων στον ΟΟΣΑ.
Για τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα αντίστοιχα ποσά ανέρχονται μεταξύ 36.478 και 69.255 δολάρια.
Αντίστοιχα, οι διευθυντές λυκείων στην Ελλάδα εμφανίζονται να αμείβονται με 54.242 δολάρια, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φτάνει τα 107.309 δολάρια.
Τα συγκεκριμένα ποσά αποτελούν συγκριτικά μεγέθη σε όρους αγοραστικής δύναμης και δεν ταυτίζονται με τους καθαρούς μηνιαίους μισθούς που λαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί.

Ένας στους τρεις εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα είναι άνω των 55 ετών
Πέρα από το μισθολογικό ζήτημα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ηλικιακή σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 55 ετών και άνω στην Ελλάδα υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία.
Συγκεκριμένα, από 15% το 2015 αυξήθηκε σε 33% το 2024, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με ταχεία γήρανση του εκπαιδευτικού δυναμικού.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δυνατότητα του εκπαιδευτικού συστήματος να ανανεώνει το προσωπικό του και να αντικαθιστά όσους αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης.
Η γήρανση του εκπαιδευτικού δυναμικού αποτελεί ευρύτερη τάση στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας κάτω των 35 ετών μειώθηκε από 23% το 2015 σε 22% το 2024.
Αντίθετα, το ποσοστό όσων είναι ηλικίας 55 ετών και άνω αυξήθηκε από 20% σε 23% την ίδια περίοδο.
Στη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία, περίπου τέσσερις στους δέκα εκπαιδευτικούς ανήκουν πλέον στην ηλικιακή ομάδα των 55 ετών και άνω, ενώ αντίστοιχα υψηλούς ρυθμούς γήρανσης εμφανίζουν η Ελλάδα και η Πορτογαλία.
Παράλληλα, το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και η Πολωνία παρουσίασαν σημαντική μείωση, κατά 8 έως 9 ποσοστιαίες μονάδες, στο μερίδιο των νεότερων εκπαιδευτικών.
Σε επίπεδο ΟΟΣΑ, η γήρανση εμφανίζεται εντονότερη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου το 25% των εκπαιδευτικών ήταν ηλικίας 55 ετών και άνω το 2024, έναντι 21% στην πρωτοβάθμια.
Χαμηλότερες αποδοχές και σε σύγκριση με άλλους πτυχιούχους
Τη δυσμενή μισθολογική θέση των εκπαιδευτικών αναδεικνύουν και στοιχεία έρευνας του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων μέσων όρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.
Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι αμοιβές αντιστοιχούν περίπου στο 69% των αποδοχών άλλων εργαζομένων με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 72%.
Ιδιαίτερα περιορισμένο εμφανίζεται το μισθολογικό κίνητρο για όσους εισέρχονται στο επάγγελμα.
Ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ανέρχεται σε 23.363 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης, έναντι 45.923 δολαρίων στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Επιπλέον, η πραγματική αξία του συγκεκριμένου μισθού μειώθηκε κατά 6,2% την περίοδο 2015-2024.
Περιορισμένη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης
Η μισθολογική εικόνα συνδέεται και με τα ευρύτερα δεδομένα χρηματοδότησης του εκπαιδευτικού συστήματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, η Ελλάδα, η Ουγγαρία και η Ρουμανία διαθέτουν συγκριτικά μικρότερο μερίδιο τόσο των δημόσιων δαπανών όσο και του ΑΕΠ στην εκπαίδευση.
Αυτό σημαίνει ότι η εκπαίδευση καταλαμβάνει μικρότερο ποσοστό των δημόσιων προϋπολογισμών, ενώ οι συνολικές δαπάνες είναι επίσης περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας.
Ο συνδυασμός χαμηλών αποδοχών, οικονομικής πίεσης στους νεότερους εκπαιδευτικούς και ταχείας γήρανσης του προσωπικού αναδεικνύει μια σημαντική πρόκληση για το δημόσιο σχολείο.
Η ανανέωση του εκπαιδευτικού δυναμικού, η προσέλκυση νέων εργαζομένων και η διατήρηση επαρκούς προσωπικού συνδέονται με τις συνθήκες εργασίας, τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και το επίπεδο των αποδοχών.
Τα στοιχεία επαναφέρουν έτσι στο προσκήνιο το ζήτημα της μισθολογικής αναβάθμισης των εκπαιδευτικών, αλλά και της συνολικής χρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης.
Ακολουθείστε το iPaideia.gr στο Google News
Tελευταίες Ειδήσεις για την Παιδεία και την εργασία στο iPaideia.gr
