Η εκπαιδευτική πολιτική της κβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ

🕔27/10/2016 11:20

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ

( Ή ΟΤΑΝ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ)

Νίκος Μεταλληνός ΕΛΜΕ Κέρκυρας

Το ιστορικό

Το 2011 με Υπουργό Παιδείας την Άννα Διαμαντοπούλου δίνεται στην δημοσιότητα έκθεση του ΟΟΣΑ με τίτλο «Προτάσεις για την εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα». Ρητά διευκρινίζεται από τον πρόλογο της έκθεσης ότι στόχος της είναι να αποτελέσει «οδικό χάρτη για την επιτυχή υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων» και στην ουσία πρόκειται για την ποιο ολοκληρωμένη καταγραφή των επιδιώξεων όλων των εκπαιδευτικών πολιτικών προ κρίσης και με πολύ μεγαλύτερη ένταση μετά την κρίση. Το εν λόγω κείμενο κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόταση. Είναι ένα προπαγανδιστικό νεοφιλελεύθερο μανιφέστο, γεμάτο παραποιήσεις και διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας της Ελληνικής εκπαίδευσης, με πρόθεση να ανοίξει ο δρόμος ώστε να υλοποιηθούν οι ακραία αντιδραστικές προτάσεις των συντακτών της έκθεσης.

Οι 2000 καταργήσεις-συγχωνεύσεις σχολείων το σχολικό έτος 2011-12, η αύξηση του ωραρίου, η κατάργηση τομέων και ειδικοτήτων στα ΕΠΑΛ και η απόλυση πάνω από 2000 εκπαιδευτικών την επόμενη χρονιά, με Υπουργό τον Αρβανιτόπουλο και οι αλλαγές στο Λύκειο με την εισαγωγή της δεν είναι τίποτε άλλο από υλοποίηση των προτάσεων την έκθεσης.

Η κυβέρνηση της «πρώτη φορά αριστερά»

Στις 7/12/2014 ο, βουλευτής τότε Τάσος Κουράκης εκτιμούσε με άρθρο του στην ΑΥΓΗ ότι η έκθεση του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση «χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως «νεοφιλελεύθερο ευαγγέλιο» για τους δανειστές». Σε λιγότερο από ένα χρόνο, τον Αύγουστο του 2015, ο κ. Κουράκης, Υφυπουργός Παιδείας πλέον, μαζί με την πλειοψηφία των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και τα κόμματα του μνημονιακού τόξου ψήφισαν τον νόμο 4336/2015 ή αλλιώς το 3ο μνημόνιο. Ρητά αναφέρεται στον νόμο ότι «οι αρχές σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, θα επικαιροποιήσουν, έως τον Απρίλιο του 2016, την αξιολόγηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που εκπόνησε ο ΟΟΣΑ το 2011». Aκόμη στον ίδιο νόμο γράφεται ότι «μεταξύ άλλων, η επανεξέταση θα αξιολογήσει την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων του «Νέου Σχολείου», το περιθώριο περαιτέρω εξορθολογισμού (των τάξεων σχολείων και πανεπιστημίων) – Διάβαζε νέες μειώσεις τμημάτων και καταργήσεις σχολείων, σ.σ. - …………..την αποδοτικότητα και αυτονομία των δημοσίων εκπαιδευτικών μονάδων και την αξιολόγηση και διαφάνεια σε όλα τα επίπεδα».

Τον φετινό Μάιο και στα πλαίσια του λεγόμενου «εθνικού και κοινωνικού διαλόγου για την παιδεία» δύο επιτροπές, η μία με πρόεδρο τον καθηγητή Γαβρόγλου και άλλη με τον καθηγητή Λιάκο, δημοσιοποίησαν τα πορίσματα τους. Η λογική και η κατεύθυνση των πορισμάτων είναι ίδια με αυτήν της έκθεσης του ΟΟΣΑ. Οι θέσεις της έκθεσης αναπαράγονται στα πορίσματα όπως η αξιολόγηση , η αυτοαξιολόγηση, η τράπεζα θεμάτων, η παιδαγωγική, διοικητική και οικονομική αυτονομία της σχολικής μονάδας. Μάλιστα η επιτροπή Γαβρόγλου κάνει ένα βήμα πάρα πέρα, αφού προτείνει το κάθε σχολείο να μπορεί να αναζητήσει πρόσθετους πόρους, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την είσοδο των χορηγών. Και μαζί με αυτά οι δύο επιτροπές αναπαράγουν τις διαχρονικές υποσχέσεις, όπως η αναβάθμιση της Τεχνικής-Επαγγελματικής εκπαίδευσης, να σταματήσει το Λύκειο να είναι προθάλαμος των πανεπιστημίων και να μετατραπεί σε αυτοτελή μονάδα και φυσικά το μόνιμο κερασάκι, δηλαδή η εξαγγελία νέου συστήματος εισαγωγής στα πανεπιστήμια.

Οι προτάσεις αυτές γίνονται πιο συγκεκριμένες για την Μέση Εκπαίδευση με το υπόμνημα που δημοσιοποιήθηκε από την επιτροπή Λιάκου στις 1/9/2016. Η απλή ανάγνωση και μόνον του πορίσματος επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για μία από τις πλέον ακραίες και επιθετικές εκδοχές των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων στην παιδεία που επιχειρούνται σε διάφορες χώρες, προτείνονται από υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ, και στοχεύουν στην ελαχιστοποίηση των δαπανών του κράτους για την παιδεία αλλά και την προσαρμογή του εκπαιδευτικού μηχανισμού στο περιβάλλον της απόλυτης εργασιακής ανασφάλειας και υψηλής ανεργίας που θα αντιμετωπίσουν οι σημερινοί μαθητές-σπουδαστές και αυριανοί εργαζόμενοι-άνεργοι. Το σχέδιο αυτό γίνεται ακόμη πιο επώδυνο για την χώρα μας, αφού κατέχει το θλιβερό προνόμιο να έχει ένα από τα μικρότερα ποσοστά για την παιδεία, επί του ΑΕΠ, παγκόσμια.

Χαρακτηριστικές πλευρές του πορίσματος και του υπομνήματος Λιάκου για την Μέση Εκπαίδευση είναι:

·Το Γυμνάσιο γίνεται τετραετές και σ΄αυτό τελειώνει η υποχρεωτική εκπαίδευση.

·Η μεταγυμνασιακή εκπαίδευση τριχοτομείται σε διετή Γενικά Λύκεια, Επαγγελματικά Λύκεια και Επαγγελματικές Σχολές για τις οποίες διευκρινίζεται ότι περιορίζονται στην κατάρτιση.

·Η ροή του μαθητικού πληθυσμού μετά το γυμνάσιο καθορίζεται και τελικά ελέγχεται από εξετάσεις μέσω τράπεζας θεμάτων που διενεργούνται στην τελευταία, Τέταρτη, τάξη του Γυμνασίου.

·Το Γενικό και το Επαγγελματικό Λύκειο παρέχουν Εθνικό Απολυτήριο μετά από επιτυχείς εξετάσεις σε έξι μαθήματα, δύο υποχρεωτικά και τέσσερα επιλεγόμενα από τέσσερεις ομάδες μαθημάτων, σε θέματα που μπαίνουν από τράπεζα θεμάτων. Για όσους δεν ολοκληρώσουν επιτυχώς αυτή την διαδικασία παρέχεται Πιστοποιητικό Σπουδών.

Ειδικά για την Τράπεζα Θεμάτων οφείλουμε να πούμε ότι δεν είναι ένας απρόσωπος μηχανισμός που εξισώνει τους εξεταζόμενους ως προς το έλεγχο των γνώσεων τους. Είναι «θέματα που έχουν δημιουργηθεί σε κεντρικό επίπεδο», όπως χαρακτηριστικά γράφεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ και πρόκειται για μίαδομή πουελέγχεται άμεσα από την διοικητική καιπολιτική ηγεσία του Υπουργείου. Αυτό σημαίνει ότι τα θέματα της τράπεζας μπορούν να αυξομειώνονται σε δυσκολία όχι με παιδαγωγικά κριτήριααλλά με βάση τον εκάστοτε σχεδιασμό του Υπουργείου για την μεταγυμνασιακή κατανομή του μαθητικού δυναμικού.

Η ιδέα της τριχοτόμησης της μεταγυμνασιακής εκπαίδευσης πρωτοεμφανίστηκε επίσημα στον νόμο 4186 το Σεπτέμβρη του 2013 με Υπουργό Παιδείας τον Αρβανιτόπουλο και μάλιστα με πιο ήπια μορφή σε σχέση με την πρόταση Λιάκου, αφού δεν προέβλεπε εξετάσεις μέσα από τράπεζα θεμάτων στο τέλος του Γυμνασίου που θα καθόριζαν πού θα συνέχιζε τις σπουδές του ο μαθητής. Ακόμη τα θέματα των γραπτών εξετάσεων στο Λύκειο έμπαιναν κατά 50% από τον διδάσκοντα και 50% από την τράπεζα θεμάτων, ενώ το υπόμνημα Λιάκου προβλέπει κάτι αντίστοιχο μόνον για την Α΄Λυκείου. Για την Β΄ και τελευταία Λυκείου θέματα μπαίνουν μόνο από την τράπεζα θεμάτων με προβλεπόμενη αρχική μεταβατική φάση κατά την οποία οι μαθητές θα εξετάζονται σε ίδια θέματα πανελλαδικά τα οποία ορίζονται από μία κεντρική επιτροπή εξετάσεων. Στον ίδιο νόμο θυμίζουμε ότι οι σχολές κατάρτισης και μαθητείας λέγονταν Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης και περιλάμβαναν ειδικότητες όπως: Τεχνίτης αισθητικής ποδολογίας-καλλωπισμού νυχιών και ονυχοπλαστικής ή τεχνίτης ποτών και οινολογίας (Μπαρίστας).

Να βαθύνουμε στις αλλαγές

Άξιασχολιασμού είναι η πρόταση του υπομνήματος Λιάκου με βάση την οποία οι μαθητές των Λυκείων επιλέγουν τα τέσσερα από τα έξι μαθήματα τους από τέσσερεις ομάδες μαθημάτων από τα οποία τα περισσότερα σε δύο επίπεδα δυσκολίας . Στα πλαίσια αυτής της δυνατότητας μπορεί ένας μαθητής να επιλέξει, για παράδειγμα, από την πρώτη ομάδα μαθημάτων αντί για Μαθηματικά τη Λογική ή από την δεύτερη ομάδα αντί για Φυσική ή Χημεία τη Φυσική Ιστορία. Έτσι και σύμφωνα με το υπόμνημα «οι μαθητές θα αποφασίζουν τι θέλουν να παρακολουθήσουν και σε ποιο βαθμό δυσκολίας». Το αποτέλεσμα θα είναι ότι «ανάλογα με το πώς θα διαμορφώσει το πρόγραμμά του ο μαθητής το Απολυτήριο θα αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο αριθμό Εκπαιδευτικών Ακαδημαϊκών μονάδων στο Ευρωπαϊκό σύστημα πιστοποίησης προσόντων διευκολύνοντας …..και την πρόσβαση τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση». Με άλλα λόγια οι μαθητές θα έχουν το ίδιο πτυχίο- Εθνικό Απολυτήριο ή Πιστοποιητικό Σπουδών- αλλά θα είναι διαφορετικό για τον καθένα, αφού θα αντιστοιχεί σε διαφορετικές ακαδημαϊκές μονάδες. Μαζί με την κατηγοριοποίηση των σχολείων που το εκπαιδευτικό κίνημα καταγγέλλει, σωστά, ότι θα προκαλέσει η αυτοαξιολόγιση, τώρα και η κατηγοριοποίηση των μαθητών στο όνοματων «κλίσεων, των ενδιαφερόντων και των δεξιοτήτων των παιδιών». Είναι προφανές ότι αυτές οι επιλογές έχουν ταξικό πρόσημο. Οι μαθητές που προέρχονται από λιγότερο ευνοημένα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα, που εννοείτε θα παραμείνουν στο Λύκειο και δεν θα πάνε στις ΕΠΑΣ, κατά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό θα επιλέγουν την εύκολη διαδρομή στο Λύκειο με κόστος απολυτήριο που θα αντιστοιχεί σε μικρότερο αριθμό ακαδημαϊκών μονάδων και τελικά λιγότερα προσόντα ή δικαιώματα και φυσικά μικρότερης ζήτησης σχολές.

Για πρώτη φορά μία εκπαιδευτική βαθμίδα, το Λύκειο , μετατρέπεται σε χώρο διαφοροποιημένων από μαθητή σε μαθητή και τελικά μοναχικών εκπαιδευτικών διαδρομών. Το σχολείο σαν χώρος που επιτελείται «η κοινωνική ένταξη του παιδιού, η άσκηση σε στάσεις και συμπεριφορές τέτοιες, ώστε να συνυπάρχει, να συνεργάζεται και να αναπτύσσει σχέσεις με τους άλλους και να δρα ενεργητικά στην δημόσια σφαίρα, στους κοινωνικούς θεσμούς, στους αγώνες των κινημάτων» όπως γράφει χαρακτηριστικά ο τέως Πρόεδρος της ΟΛΜΕ Ν. Τσούλιας σε πρόσφατο άρθρο του είναι μία ιδεοληψία που δεν έχει λόγο ύπαρξης σήμερα και είναι προς συζήτηση αν υπήρξε ποτέ, αλλά αυτό είναι μία άλλη κουβέντα. Το νέο σχολείο οφείλει να είναι εναρμονισμένο με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα που εκφράζουν τις ανάγκες του καπιταλισμού σήμερα .Έτσι μία πολυδιασπασμένη εργατική τάξη χωρίς την δυνατότητα να δρα συλλογικά και ενιαία, όπως την θέλει ο νεοφιλελευθερισμός, πρέπει να έχει αντικειμενική βάση της πολυδιάσπασής της τα διαφορετικά και κατηγοριοποιημένα προσόντα ακόμη και αν αυτά παρέχονται από την ίδια εκπαιδευτική βαθμίδα. Παράλληλα το Λύκειο του υπομνήματος επιτελεί μία πολύ σημαντική ιδεολογική λειτουργία. Η ατομική διαδρομή στην μάθηση καλλιεργεί το πνεύμα του ατομικισμού, δηλαδή γυμνό τον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας, χωρίς τους συμβιβασμούς του παρελθόντος που έκανε η άρχουσα τάξη για να εκτόνωση τον ριζοσπαστισμό των εργαζομένων και να αποτρέψει εξελίξεις που θα αμφισβητούσαν την κυριαρχία της. Από το σχολείο « κυψέλη κοινωνικοποίησης» στο σχολείο των «μοναχικών λύκων», σε μία κοινωνία ζούγκλα.

Αν αυτό είναι το όραμα της κυβέρνησης της «πρώτη φορά αριστερά» για την εκπαίδευση, να το χαίρονται. Όμως, συχνά στην ιστορία του τόπου ο χώρος της εκπαίδευσης λειτούργησε σαν ευαίσθητο βαρόμετρο που προανήγγειλε κοινωνικές θύελλες. Αυτά που προτείνονται για την εκπαίδευση είναι τόσο ακραία και ανάλγητα που αναπόφευκτα θα προκαλέσουν αντιδράσεις. Το μαχόμενο συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών και πέραν αυτών, αντλώντας από τις εμπειρίες και τους αγώνες του οφείλει τις αντιδράσεις να τις κάνει σχέδιο ανατροπής αυτής της πολιτικής. Αυτό μπορεί να γίνει αρκεί να βάλουμε στην άκρη κομματικές και παραταξιακές ιδιοτέλειες και να συναντηθούμε στα πολλά και ουσιαστικά που μας ενώνουν. Το οφείλουμε στο μέλλον αυτού του τόπου που είναι οι μαθητές μας, τα παιδιά μας.

ΥΓ: Για λόγους οικονομίας περιοριστήκαμε σε εκείνα που θεωρούμε ουσιώδη στα υπάρχοντα ντοκουμέντα. Ακόμη και όπως συμβαίνει πάντα όταν προετοιμάζονται επώδυνα μέτρα, βγαίνουν διάφοροι επώνυμοι από το κυβερνών κόμμα και εκφράζουν την διαφωνία τους ή «διαρρέουν» πληροφορίες ότι υπάρχουν διαφωνίες στην κυβέρνηση σ΄αυτά που προτείνονται. Δεν πρέπει να παραμυθιαστεί κανείς. Στην ουσία είναι επικοινωνιακή διαχείριση με στόχο να περάσουν τα μέτρα και στην καλύτερη περίπτωση με στρογγύλευμα των πλέον οξειών γωνιών τους.

Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !