Εκπαιδευτικοί για αποτελέσματα PISA: Υποχρηματοδότηση, κενά και εξουθένωση εκπαιδευτικών πίσω από την εικόνα των σχολείων

Εκπαιδευτικοί για αποτελέσματα PISA: Υποχρηματοδότηση, κενά και εξουθένωση εκπαιδευτικών πίσω από την εικόνα των σχολείων
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ/Menelaos Myrillas

Πίνακας περιεχομένων

«Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος»

Σφοδρή κριτική στην εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης ασκούν οι Συνεργαζόμενες Εκπαιδευτικές Κινήσεις (ΣΥΝΕΚ) με αφορμή τα αποτελέσματα του προγράμματος PISA, απορρίπτοντας τη λογική, όπως υποστηρίζουν, της μετακύλισης των ευθυνών για τις μαθητικές επιδόσεις στους εκπαιδευτικούς.

Οι ΣΥΝΕΚ αμφισβητούν παράλληλα τη δυνατότητα των αποτελεσμάτων του PISA να αποτελέσουν από μόνα τους συνολικό δείκτη της ποιότητας ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Στην παρέμβασή τους συνδέουν την εικόνα των επιδόσεων με τις συνθήκες λειτουργίας του δημόσιου σχολείου, προβάλλοντας μεταξύ άλλων την υποχρηματοδότηση, τα κενά, τον αριθμό μαθητών ανά τμήμα, την επαγγελματική εξουθένωση των εκπαιδευτικών και την εξεταστική πίεση.

«Η PISA δεν μπορεί να αποτυπώσει το σύνολο της λειτουργίας του σχολείου»

Σύμφωνα με τις ΣΥΝΕΚ, το PISA αξιολογεί συγκεκριμένες δεξιότητες, χωρίς όμως να μπορεί να αποτυπώσει το σύνολο της μορφωτικής, παιδαγωγικής και κοινωνικής λειτουργίας του σχολείου.

Όπως επισημαίνουν, στοιχεία όπως η δημοκρατική αγωγή, η δημιουργικότητα, η συνεργασία, η κριτική σκέψη, η συμπερίληψη και η κοινωνική και πολιτισμική ανάπτυξη των μαθητών δεν μπορούν να αποτυπωθούν αποκλειστικά μέσα από βαθμολογικές επιδόσεις.

Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι τα αποτελέσματα επηρεάζονται σημαντικά από το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον των μαθητών, καθώς ένα παιδί που διαθέτει πρόσβαση σε βιβλία, τεχνολογία, ξένες γλώσσες, πολιτιστικές δραστηριότητες και φροντιστηριακή υποστήριξη δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία με ένα παιδί που μεγαλώνει σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Ενστάσεις για τις διεθνείς κατατάξεις

Οι ΣΥΝΕΚ ασκούν κριτική και στη λογική της κατάταξης διαφορετικών χωρών με βάση τα αποτελέσματα του PISA.

Όπως υποστηρίζουν, τα εκπαιδευτικά συστήματα λειτουργούν μέσα σε διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, έχουν διαφορετικές εκπαιδευτικές παραδόσεις, προγράμματα σπουδών, διαθέσιμους πόρους και επίπεδα ανισοτήτων.

Για τον λόγο αυτό θεωρούν ότι μία θέση σε έναν διεθνή πίνακα δεν αρκεί για να αξιολογηθεί συνολικά η ποιότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος, χωρίς να συνυπολογίζονται οι κοινωνικές συνθήκες και οι πολιτικές που επηρεάζουν τα αποτελέσματα.

Ο κίνδυνος του «teaching to the test»

Ένα ακόμη ζήτημα που θέτουν αφορά τον κίνδυνο η εκπαιδευτική διαδικασία να προσαρμόζεται όλο και περισσότερο σε όσα εξετάζονται και μετρώνται.

Οι ΣΥΝΕΚ κάνουν λόγο για κίνδυνο «teaching to the test», δηλαδή η διδασκαλία να επικεντρώνεται στις δεξιότητες που αξιολογούνται, αφήνοντας λιγότερο χώρο στην κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα και την ουσιαστική καλλιέργεια των μαθητών.

ΣΥΝΕΚ: Οι συνθήκες του σχολείου επηρεάζουν τις επιδόσεις

Στην ανακοίνωσή τους οι ΣΥΝΕΚ υποστηρίζουν ότι οι επιδόσεις των μαθητών δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργεί το δημόσιο σχολείο.

Μεταξύ των παραγόντων που επικαλούνται βρίσκεται η υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης, κάνοντας λόγο για ελλείψεις σε υποδομές, εξοπλισμό, υποστηρικτικές δομές και προσωπικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν, η Ελλάδα διαθέτει το 3,3% του ΑΕΠ για τη δημόσια Παιδεία, έναντι μέσου όρου 4,8%, ενώ χώρες με υψηλές επιδόσεις στο PISA δαπανούν πάνω από 6%.

Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσουν την αύξηση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα, υποστηρίζοντας ότι περιορίζει τις δυνατότητες εξατομικευμένης παιδαγωγικής υποστήριξης.

Η πανδημία και η απομάκρυνση από τη διά ζώσης εκπαίδευση

Οι ΣΥΝΕΚ αποδίδουν μέρος των προβλημάτων και στις συνέπειες της πανδημίας, επικαλούμενες τις προειδοποιήσεις UNESCO και UNICEF για τις επιπτώσεις της παρατεταμένης διακοπής της διά ζώσης εκπαίδευσης στη μάθηση, την ψυχική και κοινωνική ευημερία των παιδιών και τις εκπαιδευτικές ανισότητες.

Στην ανακοίνωσή τους υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα κράτησε τα σχολεία κλειστά για οκτώ μήνες, συνδέοντας αυτή την περίοδο με συνέπειες που, κατά τις ΣΥΝΕΚ, εξακολουθούν να αποτυπώνονται τόσο στο γνωστικό επίπεδο όσο και σε ψυχοκοινωνικούς δείκτες.

«15.000 κενά» στα σχολεία

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην υποστελέχωση των σχολικών μονάδων.

Οι ΣΥΝΕΚ υποστηρίζουν ότι τα κενά ανέρχονταν σε 50.000, ενώ πραγματοποιήθηκαν περίπου 5.000 μόνιμοι διορισμοί και 30.000 προσλήψεις αναπληρωτών, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, να παραμένουν 15.000 κενά.

Όπως επισημαίνουν, η υποστελέχωση μεταφράζεται σε χαμένες διδακτικές ώρες, αναπληρώσεις, μετακινήσεις εκπαιδευτικών και αστάθεια στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Επαγγελματική εξουθένωση και χαμηλές αποδοχές

Στην ανακοίνωση γίνεται εκτενής αναφορά και στις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών.

Οι ΣΥΝΕΚ κάνουν λόγο για αύξηση της επαγγελματικής εξουθένωσης, την οποία συνδέουν με την αυξανόμενη γραφειοκρατία και τις διοικητικές υποχρεώσεις, αλλά και με το ισχύον πλαίσιο αξιολόγησης, το οποίο χαρακτηρίζουν «αυταρχικό».

Παράλληλα, αναφέρονται στις χαμηλές αποδοχές, στη στεγαστική κρίση και, όπως υποστηρίζουν, στη συνολική απαξίωση του επαγγέλματος, παράγοντες που θεωρούν ότι δυσκολεύουν τόσο την προσέλκυση όσο και την παραμονή εκπαιδευτικών στο δημόσιο σχολείο.

Στο στόχαστρο των ΣΥΝΕΚ βρίσκεται επίσης η αύξηση της εξεταστικής πίεσης και της διδακτέας ύλης.

Όπως αναφέρουν, η Τράπεζα Θεμάτων και το εξετασιοκεντρικό μοντέλο περιορίζουν τον χρόνο που μπορεί να αφιερωθεί στην ουσιαστική κατανόηση, τη δημιουργικότητα, τη συζήτηση και την ανάπτυξη κριτικής σκέψης.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσουν και την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, υποστηρίζοντας ότι ενισχύει την προετοιμασία για τις εξετάσεις σε βάρος μιας ευρύτερης μορφωτικής διαδικασίας.

Οι ΣΥΝΕΚ επισημαίνουν ακόμη την έλλειψη, όπως αναφέρουν, συστηματικής και δωρεάν επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών μέσα στον εργάσιμο χρόνο και με βάση τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων.

Παράλληλα, χαρακτηρίζουν ανεπαρκή την ενισχυτική διδασκαλία και την αντισταθμιστική εκπαίδευση, υποστηρίζοντας ότι η ενίσχυσή τους είναι απαραίτητη ώστε οι κοινωνικές ανισότητες να μη μετατρέπονται σε μορφωτικές.

Κριτική ασκούν επίσης στην επέκταση των Πρότυπων και Ωνάσειων σχολείων, θεωρώντας ότι ενισχύεται η διαφοροποίηση και η κατηγοριοποίηση του δημόσιου σχολείου αντί της συνολικής ενίσχυσης των σχολικών μονάδων.

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η ανακοίνωση απέναντι σε οποιαδήποτε σύνδεση των χαμηλών μαθητικών επιδόσεων με την ποιότητα των εκπαιδευτικών.

Οι ΣΥΝΕΚ επικαλούνται στοιχεία του ίδιου του Υπουργείου Παιδείας, σύμφωνα με τα οποία, από τους δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικούς που έχουν περάσει από διαδικασία αξιολόγησης, μόλις έξι έχουν κριθεί «μη ικανοποιητικοί».

Παρότι δηλώνουν ότι διαφωνούν με το μοντέλο της ατομικής αξιολόγησης, υποστηρίζουν ότι τα ίδια τα αποτελέσματα της διαδικασίας δεν δικαιολογούν την απόδοση των προβλημάτων της εκπαίδευσης στους εκπαιδευτικούς.

Οι ΣΥΝΕΚ καταλήγουν ότι, εφόσον το PISA αντιμετωπίζεται ως διαγνωστικό εργαλείο, τα αποτελέσματά του θα πρέπει να οδηγήσουν σε παρεμβάσεις στις συνθήκες λειτουργίας του δημόσιου σχολείου.

Ζητούν ουσιαστική αύξηση της χρηματοδότησης, κάλυψη των κενών με μόνιμους διορισμούς, μικρότερα τμήματα, ενίσχυση της Ειδικής Αγωγής και των υποστηρικτικών δομών, δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία, οικονομική και εργασιακή στήριξη των εκπαιδευτικών, περιορισμό της γραφειοκρατίας και της εξεταστικής πίεσης και ουσιαστική επιμόρφωση.

«Η επένδυση στην Παιδεία δεν είναι δημοσιονομικό κόστος, είναι επένδυση για μία καλύτερη κοινωνία», τονίζει η Γραμματεία των ΣΥΝΕΚ, δηλώνοντας ότι θα συνεχίσει τις παρεμβάσεις της για ένα «δημόσιο, δωρεάν, συμπεριληπτικό και ποιοτικό σχολείο».

Ακολουθείστε το iPaideia.gr στο Google News

Tελευταίες Ειδήσεις για την Παιδεία και την εργασία στο iPaideia.gr