Στην αρχή της εξόδου μου από την εκπαίδευση η εξέλιξη μου φάνηκε κάτι φυσιολογικό. Δεν συνειδητοποιούσα την οριστική παύση της όμορφης αλλά και κυρίαρχης εκπαιδευτικής μου ταυτότητας. Πήγαινα συχνά πυκνά στο λύκειό μου, έπαιρνα και κάποια γεύση από τη σχολική αίθουσα και ένιωθα τους μαθητές μαθητές μου και με προσέγγιζαν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Οι συνάδελφοί μου πάντα πρόσχαροι και φοβερά φιλικοί. Η “θέση μου” στο γραφείο του Συλλόγου Διδασκόντων άδειαζε αμέσως σαν έφτανα.


Την επόμενη χρονιά η συναισθηματική μου σχέση άρχισε να αδυνατίζει. Οι επισκέψεις μου αραίωσαν. Είχε φύγει και η γενιά μιας σπουδαίας Γ΄ τάξης και η είσοδος της Α΄ τάξης – άγνωστης πλέον σε μένα – πρόσθετε μια τάση αποξένωσής μου. Ήξεραν τα πρωτάκια ότι ήμουν καθηγητής, αλλά δεν ήμουν ούτε επρόκειτο να γίνω καθηγητής τους. Την μεθεπόμενη χρονιά τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Τώρα λίγοι μόνο μαθητές μου από ένα τμήμα της Α΄ τάξης που είχα κάποτε με γνώριζαν. Όλοι οι άλλοι δεν είχαν παιδαγωγική αναφορά με μένα. Το ισοζύγιο άλλαξε. Η ποσοτική σωρευτική αλλαγή έγινε ποιοτική σε βάρος της εκπαιδευτικής μου αναφοράς.

Ο αποχρωματισμός της παιδαγωγικής μου ταυτότητας τώρα αμφισβητείται υπαρξιακά. Η έλλειψη της διδασκαλίας, μαγικό ραβδί που κάνει τον πάλαι ποτέ «πρίγκιπα σε βάτραχο». Συνειδητοποιώ με δραματικό τρόπο την απογύμνωση της πρώτης των πρώτων όψεων της προσωπικής μου ταυτότητας, της παιδαγωγικής. Είσαι εκπαιδευτικός μόνο αν έχεις μαθητές. Τώρα πλέον δεν είχα και δεν επρόκειτο να έχω ούτε στο μέλλον.

Η διάβρωση απλωνόταν παντού. Δεν διάβαζα την εκπαιδευτική αρθρογραφία στην έκταση που μελετούσα πριν και η επιθυμία γι’ αυτή γινόταν όλο και πιο άτονη. Τα εκπαιδευτικά βιβλία άρχισαν να χάνουν την προνομιακή τους θέση στις βιβλιοθήκες μου και στο γραφείο μου η αποσχολειοποίηση προχωρούσε όλο και πιο γρήγορα. Έκανα πλέον αυστηρή αξιολόγηση στο τι εκπαιδευτικά σημάδια θα μείνουν στη μικρή επικράτεια της καθημερινής μου ενασχόλησης.

Η γκρίζα αλλαγή στη ζωή μου αφορούσε πλέον και την καθημερινότητά μου. Στο δρόμο όλο και λιγότεροι νέοι με χαιρετούσαν. «Μα πού πήγαν τόσοι και τόσοι μαθητές που πέρασαν από τα χέρια μου;», αναρωτιόμουν αλλά με λίγη περίσκεψη έβρισκα την ερμηνεία. Είχαν γυρίσει πλέον σελίδα στη ζωή τους, τώρα κοιτάζουν το μέλλον τους, έχουν αγωνίες προσωπικές και μεγάλες. Τη σχολική τους ζωή θα τη θυμηθούν πολύ αργότερα όταν έχουν φτιάξει την επαγγελματική και την οικογενειακή πορεία τους και αρχίσουν να φέρνουν τα παιδιά τους πλέον στο σχολείο και η νοσταλγία πάρει τη θέση του ονείρου.

Αλλά πώς γίνεται και παύει να υπάρχει ό,τι σε καθόριζε για το μεγάλο μέρος της ζωής σου, ό,τι αποτελούσε το πεδίο της βασικής κοινωνικής σου λειτουργίας; Ναι, υπάρχει το αντίβαρο: οι μη επαγγελματικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις και η ελευθερία στο καθημερινό σου πρόγραμμα. Όμως η απώλεια αυτού που σου έδινε τόσο απλόχερα την ομορφιά στη ζωή δεν αναπληρώνεται. «Ίσως εδώ να κρύβεται και ένας μεταμφιεσμένος εγωισμός», σκεπτόμουν, με την έννοια ότι δεν θα έχω μια σχέση συμβολικής κυριαρχίας – εκείνη της σχολικής αίθουσας – και η απογοήτευση αποκτούσε περισσότερες σκιές. Και προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι είχα έντονο φιλελεύθερο και παιδαγωγικό περιεχόμενο στη λειτουργία μου και επομένως δεν ίσχυε το ζήτημα του εγωισμού. Και έτσι, η μια σκέψη έφερνε την αντίθετή της και συνειδητοποίησα ότι έπαιρνα πότε τη θέση του κατήγορου και πότε του κατηγορούμενου…

Πώς καταλαγιάζεις τα ερωτήματα, τις απορίες και τις ενστάσεις που τόσο εύκολα γεννιούνται στο αίσθημα της απώλειας της εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής σου άσκησης και γοητείας; Υπάρχει μια επινόηση. Ισχυρίζομαι ότι είμαι εκπαιδευτικός, όταν τίθεται σχετικό ερώτημα, χωρίς βέβαια να λέω σε ποιο σχολείο. Το ίδιο κάνω και στη σύνταξη των βιογραφικών μου. Παράλληλα, για να έχω μια έξωθεν καλή μαρτυρία, ασχολούμαι με τη συνδικαλιστική μου παράταξη σε ρόλο επικουρικό. Αλλά στον εαυτό μου – που δεν ικανοποιείται με αυτές τις θεωρήσεις – υπάρχει άλλη απάντηση.

Επιλέγω την αφήγηση, αφήγηση κάθε μορφής ακόμα και από συναδέλφους που μου εξιστορούν ένα απλό περιστατικό! Και είναι τόσο γοητευτικό και τόσο προκλητικό να εξιστορείς στον εαυτό σου και σε κάθε αναγνώστη την εκπαιδευτική σου ιστορία με τις μεγάλες της στιγμές, με τους φόβους και τις αβεβαιότητες, με τους σχεδιασμούς και τις φιλοδοξίες της. Είναι η πιο γλυκιά αφήγηση – μετά από εκείνη της οικογενειακής σου αφήγησης – μέσα στην αφήγηση της ζωής σου, είναι εστία που φωλιάζουν τρυφερές αναμνήσεις και νοσταλγίες, είναι μικρό σύμπαν της απολογίας στο ερώτημα: αν υπηρέτησες τον άνθρωπο, αν ήσουν εραστής και υπερασπιστής της αγάπης και της γνώσης…