• Αμετάθετοι εκπαιδευτικοί: Θύματα των τεχνητών πλεονασμάτων και της πολιτικής της ευελιξίας

    ΠΑΙΔΕΙΑ 🕔25/04/2017 - 21:11 | Author: Newsroom

    Αρθογράφος: Γιάννης Βαρδαλαχάκης

    Πλησιάζει πάλι η περίοδος που στην πολύπαθη ελληνική εκπαίδευση των χιλίων μπαλωμάτων και των εκατοντάδων – ακόμη ακάλυπτων – κενών θα ανακαλύψουμε ότι τελικά υπάρχουν τεράστια πλεονάσματα σε όλες τις ειδικότητες και τις περιοχές.

    Το συγκεκριμένο «θαύμα» λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο, όταν τα υπηρεσιακά συμβούλια ανακοινώνουν τα οργανικά κενά και πλεονάσματα βάσει των οποίων θα πραγματοποιηθούν οι μεταθέσεις των εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Δυστυχώς, φαίνεται ότι για ακόμη μία χρονιά οι αμετάθετοι εκπαιδευτικοί δεν έχουμε να περιμένουμε πολλά, αν λάβουμε υπόψη μας:

    – την εμπειρία των τελευταίων ετών και ιδιαίτερα της περσινής χρονιάς, όπου ικανοποιήθηκε μόλις το 5,77% των αιτήσεων,
    – τη σπουδή του υπουργείου να ολοκληρώσει τη διαδικασία πριν οριστικοποιηθούν οι – έτσι και αλλιώς πιθανότατα αρκετά λιγότερες λόγω των αλλαγών στο ασφαλιστικό – φετινές συνταξιοδοτήσεις,
    – τις διαρροές που προετοιμάζουν το κλίμα για ελάχιστες μεταθέσεις.

    Πηγή: Πάνος Ντούλας, 2017, Εφτά Χρόνια Φαγούρα

    Οι μετατιθέμενοι αποτελούν είδος υπό εξαφάνιση την τελευταία εξαετία με τη φαιδρή εξαίρεση των δύο εκλογικών χρονιών του 2012 και του 2015, παρά το γεγονός ότι το ίδιο διάστημα οι αποχωρήσεις ξεπέρασαν τις 16.000. Ασφαλώς, για τη δραστική μείωση των μεταθέσεων ευθύνονται οι μνημονιακές πολιτικές της αύξησης του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, της αύξησης του ωραρίου κατά δύο ώρες, των περικοπών διδακτικών ωρών από τα ωρολόγια προγράμματα, κτλ.. Ευθύνεται όμως και το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο των μεταθέσεων που είναι κομμένο και ραμμένο έτσι ώστε να δημιουργεί τεχνητά πλεονάσματα εκεί που στην πραγματικότητα υπάρχουν τεράστιες ανάγκες για εκπαιδευτικό προσωπικό.

    [1] Μέρος όσων περιέχονται στο παρόν άρθρο έχουν διατυπωθεί στην τοποθέτηση μου στην ημερίδα που πραγματοποίησε η ΟΛΜΕ με θέμα τις υπηρεσιακές μεταβολές στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 23/02/17.

    Στην απόφαση για τις μεταθέσεις του έτους 2015 διαβάζουμε ότι «οι εκπαιδευτικοί που υπέβαλαν αίτηση μετάθεσης και των οποίων το ονοματεπώνυμο δεν περιλαμβάνεται στις καταστάσεις, δεν μετατίθενται, είτε διότι δεν υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις είτε διότι οι μετατιθέμενοι συγκεντρώνουν περισσότερες μονάδες μετάθεσης». Στην ουσία, το υπουργείο, ανεξαρτήτως του ποιος κάθεται κάθε φορά στην υπουργική καρέκλα, έχει παρακάμψει τα υπηρεσιακά συμβούλια και τις εκτιμήσεις τους και καμώνεται ότι επιχειρεί κάποιου είδους «εξορθολογισμό» δίνοντας μεταθέσεις αποκλειστικά σε οργανικά κενά. Ωστόσο, όπως θα δούμε αμέσως, κανέναν ορθολογισμό δεν συνεπάγεται η πραγματοποίηση υπηρεσιακών μεταβολών στη βάση δεδομένων που απέχουν πολύ από το να αποτυπώνουν τις πραγματικές ανάγκες της εκπαίδευσης.

    Στον παρακάτω πίνακα βλέπουμε ότι το 2015 μετατέθηκαν στο ΠΥΣΔΕ Ηρακλείου μόλις 19 εκπαιδευτικοί.[2] Για να καλυφθούν όμως την επόμενη χρονιά οι ανάγκες των σχολείων του νομού, χρειάστηκε να αποσπαστούν 108 εκπαιδευτικοί από άλλα ΠΥΣΔΕ και να προσληφθούν 155 αναπληρωτές. Εύλογα, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση σε αυτή την πρακτική, καθώς αναπληρωτές και αποσπασμένοι καλύπτουν προσωρινά-λειτουργικά κενά, ενώ οι μεταθέσεις (οφείλουν να) γίνονται σε οργανικά κενά. Τι γίνεται όμως όταν οι λειτουργικές ανάγκες φτάνουν στο 18% των οργανικά ανηκόντων; Εκεί γίνεται σαφές ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για προσωρινές αλλά για συγκαλυμμένες πάγιες ανάγκες, οι οποίες θα έπρεπε να καλύπτονται με μόνιμο τρόπο, δηλαδή με μεταθέσεις ή με διορισμούς. Αντ’ αυτού, έχουμε στην πράξη εκπαιδευτικούς που αποσπώνται σε θέσεις στις οποίες θα έπρεπε να έχουν μετατεθεί και «μόνιμους αναπληρωτές» που αναπληρώνουν τον εαυτό τους.

    [2] Για λόγους οικονομίας χώρου παρατίθενται δεδομένα μόνο για το ΠΥΣΔΕ Ηρακλείου και για τις πολυπληθέστερες ειδικότητες. Αντίστοιχη εικόνα επικρατεί και στα υπόλοιπα ΠΥΣΔΕ.

    Υπηρεσιακές Μεταβολές στο ΠΥΣΔΕ Ηρακλείου, 2015-2016

    Ειδικότητα

    Μετατιθέμενοι

    Οργανικά ανήκοντες

    Καθαρές

    Αναπληρωτές

    Λειτουργικές ανάγκες

    Λειτουργικές ανάγκες % των οργανικά ανηκόντων

    αποσπάσεις

    (αποσπασμένοι + αναπληρωτές)

    ΠΕ01

    0

    64

    2

    13

    15

    23%

    ΠΕ02

    11

    442

    26

    41

    67

    15%

    ΠΕ03

    6

    194

    20

    24

    44

    23%

    ΠΕ04.01

    0

    124

    15

    12

    27

    22%

    ΠΕ04.02

    0

    45

    2

    8

    10

    22%

    ΠΕ04.04

    0

    32

    2

    18

    20

    63%

    ΠΕ04.05

    1

    9

    4

    4

    44%

    ΠΕ05

    0

    40

    5

    3

    8

    20%

    ΠΕ06

    0

    94

    7

    13

    20

    21%

    ΠΕ07

    0

    34

    2

    3

    5

    15%

    ΠΕ08

    0

    21

    -3

    5

    2

    10%

    ΠΕ09

    0

    49

    4

    6

    10

    20%

    ΠΕ10

    0

    21

    -1

    1

    0

    0%

    ΠΕ11

    0

    103

    9

    1

    10

    10%

    ΠΕ13

    1

    21

    3

    2

    5

    24%

    ΠΕ19

    0

    116

    12

    12

    10%

    ΠΕ20

    0

    25

    3

    1

    4

    16%

    Σύνολο

    19

    1.434

    108

    155

    263

    18%

    Πηγή: Πληροφοριακό σύστημα myschool.

    Οι Καθαρές Αποσπάσεις υπολογίζονται αφαιρώντας από τον αριθμό των εκπαιδευτικών που αποσπάστηκαν από άλλα ΠΥΣΔΕ στο ΠΥΣΔΕ Ηρακλείου, αυτόν όσων αποσπάστηκαν από το ΠΥΣΔΕ Ηρακλείου προς άλλα ΠΥΣΔΕ.

    Πώς όμως προκύπτει αυτή η τεράστια διάσταση οργανικότητας-λειτουργικότητας; Το σχολικό έτος 2015-16, σε σύνολο 61.971 μόνιμων εκπαιδευτικών οι 6.571 βρίσκονταν εκτός αίθουσας, αποσπασμένοι σε φορείς και γραφεία ή σε θέσεις στελεχών επί θητεία, ενώ 3.201 Διευθυντές Γυμνασίων, Γενικών Λυκείων και ΕΠΑΛ δίδασκαν από 3 έως 10 ώρες. Παρόλα αυτά, όλοι οι παραπάνω που αποτελούν το 17% του συνόλου των μονίμων εκπαιδευτικών και αντανακλούν σε συντριπτικό ποσοστό πάγιες ανάγκες εισέρχονται στον υπολογισμό των κενών που θα δοθούν για μεταθέσεις σαν να δίδασκαν 20 ώρες την εβδομάδα και – όπως είναι φυσικό – οδηγούν στο να καταγράφονται οργανικά πλεονάσματα σχεδόν σε όλες τις ειδικότητες.

    Η πρακτική της δημιουργίας τεχνητών πλεονασμάτων εξυπηρετεί πολλαπλώς το Υπουργείο Παιδείας. Πρώτον, ενώ καλύπτεται νομικά, ακόμη και για να αρνηθεί το σύνολο των αιτήσεων μετάθεσης, έχει την ευελιξία να «χαλαρώνει τα λουριά», λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με την περίσταση και τη συγκυρία. Έτσι, μπορεί τη μία χρονιά να πραγματοποιεί μεταθέσεις βάσει των εκτιμήσεων των ΠΥΣΔΕ (που λαμβάνουν υπόψη μειώσεις ωραρίου και είναι πάντα πιο ελαστικές) και την άλλη βάσει της ψυχρής διαίρεσης εκτιμώμενων ωρών και οργανικά ανηκόντων ανά ειδικότητα, ανάλογα με το αν επίκεινται εκλογές ή όχι. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιεί διαφορετικές εκτιμήσεις σε κάθε ειδικότητα για την πραγματοποίηση των μεταθέσεων της ίδιας χρονιάς ανάλογα με το αν σε συγκεκριμένες ειδικότητες υπάρχουν συνάδελφοι με ισχυρές πολιτικές πλάτες οι οποίοι «πρέπει» να μετατεθούν. Καταστάσεις που όχι μόνο δεν τιμούν τον κλάδο, αλλά προσβάλλουν και το σύνολο των εκπαιδευτικών που υπηρετούν για χρόνια μακριά από το σπίτι τους και βλέπουν την πολυπόθητη μετάθεση να μετατρέπεται από δικαίωμα σε παιχνίδι τυχαιότητας και πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ένα παιχνίδι πάνω στο οποίο δεν έχουν κανέναν λόγο και έλεγχο.

    Δεύτερον, η επισφάλεια αναφορικά με τον τόπο εργασίας δημιουργεί ένα κατάλληλο υπόστρωμα άνθησης των πελατειακών σχέσεων και της υποταγής. Οι εκπαιδευτικοί που δεν μετατίθενται στον τόπο συμφερόντων τους συνήθως αναγκάζονται να καταφύγουν είτε στη λύση της απόσπασης σε κάποιον φορέα είτε σε αυτή της απόσπασης από ΠΥΣΔΕ σε ΠΥΣΔΕ. Στην πρώτη περίπτωση, επί της ουσίας δεν υπάρχουν ποσοτικοποιήσιμα κριτήρια και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε φορέα να επιλέξει τους εκπαιδευτικούς που θα τον στελεχώσουν. Και η σχετική εμπειρία δείχνει ότι, με την εξαίρεση συναδέλφων που λόγω γνώσεων και εμπειρίας καθίστανται απαραίτητοι για την εύρυθμη λειτουργία των φορέων τους, η κυβερνητική εναλλαγή συνήθως συνοδεύεται και με εναλλαγή των εκπαιδευτικών που αποσπώνται σε διευθύνσεις και γραφεία. Με τον τρόπο αυτό, ο θεσμός των αποσπάσεων εκτός αίθουσας, αφού έχει αξιοποιηθεί για τη δημιουργία τεχνητών πλεονασμάτων και το μπλοκάρισμα των μεταθέσεων, αξιοποιείται ξανά για εκείνη των πελατειακών σχέσεων οι οποίες θα εξαργυρωθούν στην εκάστοτε (συνδικαλιστική, υπηρεσιακή ή κεντρικοπολιτική) κάλπη. Ακόμη όμως και στην περίπτωση των αποσπάσεων από ΠΥΣΔΕ σε ΠΥΣΔΕ, οι οποίες πραγματοποιούνται βάσει μορίων, η έλλειψη ουσιαστικής πληροφόρησης και συχνά η αδιαφάνεια στις τοποθετήσεις αφήνει περιθώριο στη Διοίκηση ή στους αιρετούς να πουλήσουν ακόμη και τη στοιχειώδη ενημέρωση την οποία δικαιούται κάθε συνάδελφος ως εκδούλεψη.

    Τρίτον, και κατά τη γνώμη μου σημαντικότερο, η ύπαρξη διαφορετικών βαθμών επισφάλειας (διάθεση ΠΥΣΔΕ, απόσπαση, αναπλήρωση) δημιουργεί μία ευέλικτη μάζα εκπαιδευτικών διαθέσιμων να «μπαλώσουν τρύπες» ανά πάσα στιγμή, οπουδήποτε τους προστάξει η υπηρεσία. Αρκεί, για παράδειγμα, μία νέα αύξηση του ωραρίου (η οποία μεθοδεύεται με την επικαιροποίηση της έκθεσης του ΟΟΣΑ), για να γυρίσουν οι αποσπασμένοι στις οργανικές τους και να βρεθούν οι αναπληρωτές σπίτια τους. Και όλο αυτό, χωρίς το υπουργείο να χρειαστεί να «λερώσει τα χέρια του», μιας και όπως, κατά τη γνωστή παγκάλεια ρήση, η μη ανανέωση σύμβασης δε νοείται ως απόλυση, έτσι και μη ανανέωση της απόσπασης δεν νοείται ως υποχρεωτική μετακίνηση. Πάνω απ’ όλα όμως, αυτό που θα πρέπει να εμπεδωθεί στο σύνολο των εκπαιδευτικών είναι ότι η εργασιακή ασφάλεια, ακόμη και στο στοιχειώδες επίπεδο του τόπου εργασίας, αποτελεί «κατάλοιπο του παρελθόντος». Και αυτό προϋποθέτει την εικόνα του εκπαιδευτικού που ξεροσταλιάζει μπροστά σε μία οθόνη υπολογιστή αναμένοντας την ανακοίνωση των μεταθέσεων, των αποσπάσεων ή των προσλήψεων αναπληρωτών, για να δει αν και πού θα δουλέψει την επόμενη χρονιά.

    Προτάσεις για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των υπηρεσιακών μεταβολών υπάρχουν πολλές, οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούν και πάγια αιτήματα του εκπαιδευτικού κινήματος. Όπως η μετάταξη όσων εκπαιδευτικών επιθυμούν σε φορείς του Υπουργείου Παιδείας, με διαφανείς διαδικασίες και κριτήρια, μέχρι του μηδενισμού των αναγκών για αντίστοιχες αποσπάσεις. Ή η δημιουργία οργανικών θέσεων στελεχών καθώς και η απώλεια οργανικής μετά από ένα χρονικό διάστημα (π.χ. τριετία) απουσίας από τη σχολική μονάδα. Ή η θεσμική κατοχύρωση της δυνατότητας των ΠΥΣΔΕ να δέχονται μετατιθέμενους καθ’ υπέρβαση των οργανικών τους αναγκών (π.χ. σε ποσοστό 10%) προκειμένου να είναι σε θέση να καλύψουν τις λειτουργικές ανάγκες που νομοτελειακά θα προκύψουν με την έναρξη της επόμενης χρονιάς. Στο βαθμό όμως που η επιδίωξη της κινητικότητας που επιβάλλει την μη πραγματοποίηση μεταθέσεων αποτελεί πολιτική επιλογή της εκάστοτε ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας, η οποία με τη σειρά της απορρέει από τις προτάσεις της Ε.Ε. του ΟΟΣΑ και του ΣΕΒ για την Παιδεία, η ανατροπή της επιβάλλει περισσότερα από την απλή διατύπωση προτάσεων, ξεκινώντας από την ενεργοποίηση των κατά τόπους ΕΛΜΕ και της ΟΛΜΕ, ώστε να ικανοποιηθεί φέτος όσο το δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός μεταθέσεων.

    Γιάννης Βαρδαλαχάκης

    Οικονομολόγος, μέλος της Αριστερής Παρέμβασης Εκπαιδευτικών ν. Ηρακλείου

    Διαβάστε περισσότερα: ttp://www.alfavita.gr/

    Loading...
  • loading...