Ανισότητες στην εκπαίδευση: Από την PISA στην καθημερινότητα του ελληνικού σχολείου
Πίνακας περιεχομένων
Ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών και πού εντοπίζονται οι ανισότητες στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα
Το φύλο των μαθητών, οι διαφορετικοί τύποι σχολείων και η μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο είναι μόνο μερικές από τις παραμέτρους που αποτυπώνουν σημαντικές μεταβολές μεταξύ των επιδόσεων των Ελλήνων μαθητών.
Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος LINEup, στο οποίο συμμετέχει το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) μαζί με 13 ακόμη εταίρους από έξι ευρωπαϊκές χώρες, αξιοποιήθηκαν ανωνυμοποιημένα διοικητικά δεδομένα του MySchool και σχολικοί βαθμοί για να αποτυπωθούν οι ανισότητες εντός του σχολικού περιβάλλοντος που οδηγούν στο χάσμα των επιδόσεων μεταξύ των ελληνικών σχολείων αλλά και με τους διεθνείς μαθητές.
Τα αποτελέσματα της PISA 2025 προηγήθηκαν αποδεικνύοντας γι’ ακόμα μία φορά την σταθερή πορεία υποχώρησης των επιδόσεων στους Έλληνες μαθητές, όμως πίσω από έναν μέσο όρο σε βασικές δεξιότητες και επιστήμες όπως η Κατανόηση Κειμένου, τα Μαθηματικά και οι Φυσικές Επιστήμες κρύβονται πολλά περισσότερα.
Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ τα κορίτσια σημειώνουν υψηλότερους βαθμούς σε δύο μαθήματα. Στη Γλώσσα η διαφορά είναι έντονη και σταθερή, ενώ στα Μαθηματικά είναι μικρότερη και μειώνεται όσο προχωρά η δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Οι διαφορετικοί τύποι σχολείων που υπάρχουν στην χώρα (Γενικό Λύκειο, Επαγγελματικό, Πρότυπα) παίζουν κι αυτοί τον ρόλο τους για το χάσμα μεταξύ των επιδόσεων εντός της χώρας.
Μία σημαντική απόκλιση εντοπίζονται μεταξύ των μαθητών με διαφορετικό οικονομικό υπόβαθρο, το οποίο συνδέεται με το επάγγελμα του πατέρα. Στην Α΄ Γυμνασίου, η διαφορά ανάμεσα στα δύο άκρα (ανώτερα στελέχη vs. άνεργοι) είναι διπλάσια από τη διαφορά μεταξύ Ελλήνων και μη Ελλήνων μαθητών.
Τέλος, η μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο αποτυπώνει μία ακόμα διαφοροποίηση, ενώ στο Γυμνάσιο οι περισσότερες διαφορές στους βαθμούς εντοπίζονται μέσα στην ίδια την τάξη μεταξύ συμμαθητών, στο Λύκειο αυξάνονται αισθητά οι διαφορές μεταξύ διαφορετικών σχολείων.
Τα απογοητευτικά αποτελέσματα της PISA
Tον Σεπτέμβριο 2026, τα αποτελέσματα του διεθνούς οργανισμού απέδειξαν γι’ ακόμα μία φορά ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια εφησυχασμού.
Στην Ελλάδα, το 49,5% των 15χρονων μαθητών και μαθητριών δεν πετυχαίνει να κατακτήσει το βασικό επίπεδο επάρκειας στα Μαθηματικά.
Τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 43,8% στην κατανόηση κειμένου και 40,9% στις φυσικές επιστήμες.
Οι μέσες επιδόσεις της Ελλάδας ήταν 424 μονάδες στα Μαθηματικά, 423 στην κατανόηση κειμένου και 434 στις φυσικές επιστήμες, χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ.
Σε σχέση με το 2022, η επίδοση της Ελλάδας μειώθηκε κατά 6 μονάδες στα Μαθηματικά, κατά 16 μονάδες στην κατανόηση κειμένου και κατά 7 μονάδες στις φυσικές επιστήμες.
Το χαρακτηριστικό του φετινού διαγωνισμού σε σχέση με άλλες χρονιές είναι ότι το 2025 κατεγράφη μία σημαντική βουτιά στις επιδόσεις των μαθητών διεθνώς, οι οποίες συνδέονται τόσο με την περίοδο των lockdowns όσο και με την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το επόμενο βήμα
Το ΚΕΠΕ σημειώνει ότι η οποιαδήποτε ενέργεια για χάραξη πολιτικής θα πρέπει να συνοδευτεί από περισσότερα στατιστικά στοιχεία.
«Η Ελλάδα χρειάζεται συστηματικότερη συλλογή διαχρονικών εκπαιδευτικών δεδομένων και καλύτερη πρόσβαση σε αυτά για ερευνητικούς σκοπούς. Χωρίς αυτό, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε μόνο τον μέσο όρο και όχι τη διαδρομή που τον διαμορφώνει», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ως συμπέρασμα, τα τυποποιημένα τεστ της PISA και οι βαθμοί του MySchool βλέπουν το πρόβλημα από διαφορετικές οπτικές. Ωστόσο, αναδεικνύουν την ίδια ανάγκη, πίσω από τους μέσους όρους.
Η χαρτογράφηση του έργου LINEup σε 32 ευρωπαϊκές χώρες απέδειξε ότι η Ελλάδα υστερεί τόσο στη διαθεσιμότητα όσο και στην πρόσβαση σε διαχρονικά εκπαιδευτικά δεδομένα.
Ακολουθείστε το iPaideia.gr στο Google News
Tελευταίες Ειδήσεις για την Παιδεία και την εργασία στο iPaideia.gr