Αθηναίοι, που ζουν στο ενοίκιο, γύρω στα 45, άνεργοι ή όσοι πληρώνουν στεγαστικό δάνειο κινδυνεύουν περισσότερο από τη φτώχεια. Την ίδια στιγμή, το φαινόμενο προσλαμβάνει ακραίες διαστάσεις σε ομάδες όπως για παράδειγμα οι άνεργοι, που ήδη 6 στους δέκα είναι και φτωχοί.
Τα ακραία φαινόμενα φτώχειας σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, κάνουν την εμφάνισή τους καθημερινά στην Ελλάδα, παρ’ ότι τα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από το κυμαινόμενο όριο φτώχειας έχει μεταβληθεί ελάχιστα τα τελευταία τρία έτη. Η θεαματική αύξηση των ανέργων, σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά που παρουσιάζει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, κινδυνεύει να παρασύρει ολόκληρες οικογένειες στη φτώχεια. Οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, κάνουν λόγο για ένα νέο «κοινωνικό ζήτημα» και ζητούν μια γενναία στροφή στην κοινωνική πολιτική, που έχει εγκαταλειφθεί, πριν είναι πολύ αργά…
Μια επιστημονική ματιά, όπως αυτή της ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με τις εκδόσεις Κριτική, για τις διαστάσεις της φτώχειας στην Ελλάδα της κρίσης, δείχνει ότι ο αριθμός όσων θα θεωρούσαμε φτωχούς προ κρίσης, έχει αυξηθεί σημαντικά. Αναλυτικά, ενώ υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε την οικονομική κατάσταση με αυτή του «μέσου ανθρώπου» και να βγάλουμε ένα ενδεικτικό αποτέλεσμα για τον δείκτη φτώχειας, σε περιόδους ραγδαίας ύφεσης κρίνεται αναγκαίο να συγκρίνουμε την οικονομική κατάσταση όχι μόνο με αυτήν του «μέσου ανθρώπου» αλλά και με τη δική τους κατάσταση λίγα χρόνια πριν (σταθερό όριο φτώχιας).
Είναι χαρακτηριστικό, ότι όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες Μάνος Ματσαγγάνης, Χρύσα Λεβέντη και Ελένη Καναβίτσά, το 2009, δηλαδή προ κρίσης, υπήρχε τεράστιο χάσμα μεταξύ επαγγελματικών ομάδων. Για παράδειγμα το 1% των μισθωτών στο δημόσιο, σε ΔΕΚΟ ή Τράπεζες ήταν φτωχό, έναντι ποσοστού 34% στους ανέργους. Τo 2012, το χάσμα μεταξύ των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων αυξήθηκε κι άλλο, αφού το ποσοστό σχετικής φτώχειας ήταν κάτω από το 2% για μισθωτούς, παρέμενε χαμηλό, γύρω στο 5% για γιατρούς, νομικούς, μηχανικούς και εργαζόμενους στα Μέσα Ενημέρωσης, αλλά έφθανε το 36% για τους ανέργους.
Με βάση το σταθερό όριο, το ποσοστό το 2012 όσων θεωρούσαμε φτωχούς προτού ξεσπάσει η κρίση ξεπερνούσε το εντυπωσιακό 58% για τους ανέργους, έναντι 8% για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες και λίγο παραπάνω για τους ιατρούς, τους νομικούς, τους μηχανικούς και τους εργαζόμενους στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
Από την άλλη, επειδή τα τελευταία τρία χρόνια τα εισοδήματα των συνταξιούχων και των αγροτών μειώθηκαν λιγότερο από το μέσο όρο, τα ποσοστά φτώχειας τους με βάση το κυμαινόμενο όριο εμφανίζονται μειωμένα κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες το 2012 σε σχέση με το 2009.
Όσον αφορά στην ακραία φτώχεια, οι κατηγορίες που δείχνουν να απειλούνται περισσότερο είναι τα άτομα ηλικίας κάτω των 45 ετών, όσο διαμένουν στην Αθήνα (10,9%), τα νοικοκυριά που βαρύνονται από ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο (14,5%) και ιδίως οι άνεργοι (19,4%).
Ανησυχητικά έχει αυξηθεί η παιδική φτώχεια. Το 23% των παιδιών ζει σε οικογένειες με εισόδημα κάτω από το συμβατικό όριο της φτώχειας, το 42% είναι κάτω από το όριο φτώχειας του 2009 (σε πραγματικές τιμές), ενώ το 14% ζει σε οικογένειες που δεν μπορούν να αγοράσουν τα απαραίτητα αγαθά για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης.
capital.gr