Ἀριθμ. Πρωτ. 487
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 12ῃ Μαΐου 2016
Τῷ Μακαριωτάτῳ Μητροπολίτῃ Σόφιας καί Πατριάρχῃ πάσης Βουλγαρίας Κυρίῳ κ. ΝΕΟΦΥΤΩι καί τῇ περί ΑὐτῷἹερᾷ Συνόδῳ
Εἰς ΣΟΦΙΑN
Μακαριώτατε καί Ἁγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀδελφοί,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Πάνυ εὐλαβῶς, μετά βαθυτάτων αἰσθημάτων εὐγνωμοσύνης ἐκ προσώπου τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καί τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως τῆς ναυλόχου πόλεως τοῦ Πειραιῶς
καί πρώτου λιμένος τῆς Ἑλλάδος προάγομαι ὅπως ὑποβάλω θερμές συγχαρητήριες προσρήσεις καί εἰλικρινεῖς εὐχαριστίες γιά τίς πεπνυμένες ἀποφάσεις τῆς καθ’Ὑμᾶς Ἱερᾶς Συνόδου , ἡὁποία συνῆλθε τήν 27ηνἈπριλίου ἐ.ἔ. καί ἀσχολήθηκε μέ θέματα καί ἔγγραφα, πού σχετίζονται μέ τήν ἐπικείμενη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», πού προβλέπεται νά πραγματοποιηθεῖστήν Κρήτη ἀπό 16 ἕως 27 Ιουνίου τ.ἔ. καί ἰδιαιτέρως μέ τό κείμενοὑπό τόν τίτλο«Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον».Πάνυ ὀρθῶς καί σαφῶς, ἱεροκανονικῶς καί ὀρθοδόξως, διά τῆς φωτιστικῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου καί Τελεταρχικοῦ Πνεύματος, ἡ καθ’Ὑμᾶς Ἱερά Σύνοδος ὁμοφώνως ἀπεφάσισεὅτι :
Α)Στήν ὈρθόδοξηἘκκλησία,μέτήν φράση«ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» πάντοτε ἐννοεῖται ὅτι ἐκεῖνοι, πού ἔχουν πέσει σέ αἵρεση ἤσχίσμα, πρέπει πρώτα νά ἐπιστρέψουνστήν Ὀρθόδοξη πίστη καί νά ἀποδείξουν ὑπακοή πρός τήν Ἁγία Ἐκκλησία, καί στή συνέχεια, μέσῳ τῆς μετανοίας, μποροῦν νά ἐνταχθοῦνστήν Ἐκκλησία.
Β) ἩἉγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡὁποία εἶναι ἡMία, Ἁγία, Καθολική και Ἁποστολική Ἐκκλησία, ποτέ δέν ἀπώλεσε τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μεταξύ τῶν μελών Αὐτής. Ἐπειδή δέ αὐτή θά θριαμβεύει ὡς τό τέλος τοῦ κόσμου, ὅπως εἴπε ὁ Κύριος «καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18), καίαὐτή ἡ κοινωνία ἐπίσης πάντα θά θριαμβεύει.
Γ) Ἐκτός ἀπό τήν Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν ἄλλες ἐκκλησίες, ἀλλά μόνον αἱρέσεις καί σχίσματα.Τόνά ὀνομάζονται οἱ τελευταῖες «ἐκκλησίες» εἶναι ἀπό θεολογικῆς, δογματικῆς καί κανονικῆςἀπόψεως ἐντελῶς λανθασμένο.
Δ) Ἡἐπιστροφήστήν ὀρθή πίστηἀφορᾶ τούς αἱρετικούς καί τούς σχισματικούς καί σέ καμία περίπτωση δέν σχετίζεται μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
ΣΤ)Ἡ Βουλγαρική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τό 1998 ἐξῆλθε ἀπό τόλεγόμενο «Παγκόσμιο ΣυμβούλιοἘκκλησιῶν», ἤμᾶλλον Αἱρέσεων. Μέ τήν ἀποχώρησή τηςἐξέφρασε τήνἀποδοκιμασία της γιά τήν λειτουργία τοῦ «Π.Σ.Ε.», δεδομένου ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι μέλος μιᾶς ὀργάνωσης, στήν ὁποία αὐτή θεωρεῖται ὡς «μία ἐκ τῶν πολλῶν ἤὡς κλάδος τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας, πού ψάχνει καί ἀγωνίζεται γιά τήν πραγμάτωσή τηςστό«Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν», καί
Ζ) Ἕνας εἶναι ὁ Κύριος, μία εἶναι ἡἘκκλησία, ὅπως λέγεται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Στήν ἴδια γραμμή καί στόἴδιο πνεῦμακινήθηκε, Μακαριώτατε, καίἡΘεολογική – ἘπιστημονικήἩμερίδα, μέ θέμα : «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ : Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες»,ἡὁποία ἔλαβε χώρα τήν Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, στό Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας, στήν αἴθουσα «Μελίνα Μερκούρη», στό Νέο Φάληρο Πειραιῶς.
Τήν διοργάνωση, τήν ὁποία πραγματοποίησαν οἱἹερές Μητροπόλεις Γλυφάδας, Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, Κυθήρων καίἡ καθ’Ἡμᾶς, καθώς καίἡ Σύναξη Κληρικῶν καί Μοναχῶν, τίμησαν μέτήν παρουσία τους Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς, Καθηγούμενοι καί Γερόντισσες Ἱερῶν Μονῶν, ἁγιορεῖτες Πατέρες, κληρικοί, πρόεδροι Χριστιανικῶν Σωματείων καίὈργανώσεων, Καθηγητές Θεολογικῶν Σχολῶν καί Θεολόγοι καί γύρω στούς χίλιους πιστούς. Τήν Ἡμερίδα διοργάνωσε πενταμελής ἘπιστημονικήἘπιτροπή, ἡὁποία ἀποτελοῦνταν ἀπό α) τήν ἐλαχιστότητά μου, β) τόνΑἰδεμιολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ὀμότιμο Καθηγητήτῆς Θεολογικῆς Σχολῆς του Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, γ) τόνΑἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, Ὀμότιμο Καθηγητήτῆς Θεολογικῆς Σχολῆς του Α.Π.Θ. δ) τόνΠανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. ἈθανάσιοἈναστασίου, Προηγούμενοτῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, καί ε) τόνἐλλογιμώτατοΚαθηγητήτῆς Δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη. Στήν Ἡμερίδα παρέστη καίἀπηύθυνε χαιρετισμόὁἘπίσκοπος Μπαντσέν κ. Λογγῖνος τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας καίὁ προϊστάμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους π. Σάββας. Ἐπίσης,ὁΣεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λόβετς τῆς καθ’Ὑμᾶς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας κ. Γαβριήλ ἐκπροσωπήθηκε ἀπότόν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ματθαῖο Βουλκανέσκου, κληρικότῆς καθ’Ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὁὁποῖος καίἀνέγνωσε τόν χαιρετισμό του.
Τό γενικό θέμα τῆς Ἡμερίδος ἀναπτύχθηκε σέ τέσσερις Συνεδρίες:Ἀπότήν ἐλαχιστότητά μου καί τούς εἰσηγητές Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου καίἉγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεο, Γλυφάδας κ. Παῦλο, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, καί Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμία, τούς ὀμοτίμους πανεπιστημιακούς καθηγητές, Αἰδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Γεώργιο Μεταλληνό καί π. Θεόδωρο Ζήση, τόν κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τούςΠανοσιολογιωτάτουςἈρχιμανδρίτες π. Σαράντη Σαράντο, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Αθηνών, καί τόν π. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, τούς Αἰδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Πέτρο Heers, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., καί π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριο τοῦἹεροῦ ΝαοῦἉγίου Νικολάου Πατρῶν, τόνΠανοσιολογιώτατοἈρχιμανδρίτη π. Παῦλο Δημητρακόπουλο, (Μr. Θεολογίας), Διευθυντήτοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί τῶν Παραθρησκειῶν τῆς καθ’Ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τόν ἐλλογιμώτατο κ. Σταῦρο Μποζοβίτη, Θεολόγο –Συγγραφέα, μέλος τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων ὁ «Σωτήρ», καίτόν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ἄγγελο Ἀγγελακόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριο τοῦἹεροῦ ΝαοῦἉγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεωςτῆς καθ’Ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Ἀπό τίς εἰσηγήσεις καίτόν ἐπακολουθήσαντα διάλογο προέκυψε καίἐγκρίθηκε ὁμοφώνως τό παρακάτω Ψήφισμα-Πόρισμα:
1) Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι καρπός τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς. Δέν νοεῖται Ἐκκλησία χωρίς Θεολογία καί δέν νοεῖται Θεολογία ἔξω ἀπότήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἐξέφρασαν οἱ Προφῆτες, οἱἈπόστολοι, οἱ Πατέρες καί οἱἅγιες Σύνοδοι. Ὅταν μία Σύνοδος δέν θεολογεῖὀρθοδόξως, δέν μπορεῖ νά εἶναι γνήσια Ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἀποδεκτήἀπότόὈρθόδοξο πλήρωμα. Αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ, ὅταν οἱ συμμετέχοντες στή Σύνοδο δέν ἔχουν τήν πείρα τῶν θεουμένων Πατέρων, ἡ τουλάχιστον δέν ἀκολουθοῦν αὐτούς, χωρίς νάτούς παρερμηνεύουν. Στήν περίπτωση αὐτήτά συνοδικά μέλη διατυπώνουν κακόδοξες διδασκαλίες ἤἐπηρεάζονται ἀπό πολιτικές,ἤἄλλες σκοπιμότητες. Ἡ σύγχρονη ἐκκλησιαστική πραγματικότητα ἀπέδειξε ὅτι σήμερα πολλάὑψηλάἱστάμενα πρόσωπα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ἐπηρεάζονται, ὡς μήὄφειλε, ἀπό πολιτικούς παράγοντες. Σέ πολλές,ἐπίσης, περιπτώσεις δημιουργοῦνται,στίς ἐνδοεκκλησιαστικές σχέσεις,ἀντιπαλότητες,ἤ κυριαρχοῦν ἐθνικιστικές καί πολιτικές σκοπιμότητες.
2) Μετάἀπό μιά μακράἱστορία προετοιμασίας τῆς συγκλήσεως τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», ἐνενήντα τριῶν ἐτῶν, διαπιστώνουμε,ἀπότήν θεματολογία, τά προσυνοδικά κείμενα καί τίς δηλώσεις τῶν διοργανωτῶν, ὅτι ὑπάρχει μεγάλο ἔλλειμμα Συνοδικότητος, ἔλλειμμα θεολογικῆς πληρότητος, σαφήνειας καίἀκρίβειας τῶν πρός συζήτηση κειμένων καίἀκόμη μεγαλύτερο ἔλλειμμα ὡς πρός τήν θεολογικήὀρθότητα, μέτήν ὁποίααὐτά εἶναι διατυπωμένα. Πιό συγκεκριμένα:
3) Ἡ μή συμμετοχήὅλων τῶν ἐπισκόπων στήν μέλλουσα νά συγκληθεῖ Σύνοδο, ἀλλά μόνοεἰκοσιτεσσάρων ἀπό κάθε Τοπική Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, εἶναι ξένη πρός τήν Κανονική καί Συνοδική μας Παράδοση. Τάὑπάρχοντα ἱστορικά στοιχεῖα μαρτυροῦν,ὄχι ἀντιπροσώπευση, ἀλλάτήν μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχήἐπισκόπων ἀπόὅλες τίς ἐπαρχίες τῆς ἀνάτήν ΟἰκουμένηνἘκκλησίας. Ἐπίσης,ὁ μή χαρακτηρισμός της ὡς Οἰκουμενικῆς, μέτόν ἀπαράδεκτο ἰσχυρισμόὅτι δέν μποροῦν νά συμμετάσχουν σ’ αὐτήν οἱ «χριστιανοίτῆς Δύσεως», ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέτούς ἁγίους Πατέρες, οἱὁποῖοι συγκροτοῦσαν τίς Ἅγιες Συνόδους ἐρήμην τῶν αἱρετικῶν. Κατ’ἀκολουθίαν εἶναι ἀπαράδεκτο οἱ διοργανωτές της νάἔχουν τήν ἀξίωση τό κύρος της νά εἶναι ἰσοδύναμο καίἰσάξιο μέ τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἀλλά, οὔτε καί Πανορθόδοξος μπορεῖ νάἀποκληθεῖἡἐν λόγῳ Σύνοδος, διότι προφανῶς ἀποκλείεται ἡ συμμετοχήὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.
Ἐξ ἴσου ἀμάρτυρο στήν Ἐκκλησιαστική καί Κανονική μας Παράδοση, καίγι’ αὐτόἀπαράδεκτο, εἶναι το σχῆμα: μία ψῆφος-μία Ἐκκλησία, μέἀπαραίτητη τήν ὁμοφωνία ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ κάθε ἐπίσκοπος δικαιοῦται νάἔχει δική του ψῆφο καί στίς ἀποφάσεις τῶν μή δογματικῶν θεμάτων νάἰσχύσει ἡἀρχή: «ἡ ψῆφος ταῶν πλειόνων κρατείτω».Ἀπαράδεκτο θεωροῦμε,ἐπίσης,τό νά προαποφασίζονται τά θέματα καίὁ τρόπος ὀργανώσεως τῆς Συνόδου, χωρίς τό κυρίαρχο σῶμα τῶν κατά τόπους Ἱεραρχιῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν νάἔχει ἐκφράσει συνοδικῶς τήν ἐπίτῶν θεμάτων αὐτῶν τοποθέτησή του.
4) Οἱ μέχρι τώρα γενόμενοι Διαχριστιανικοί Διάλογοι τῆς Ὀρθοδοξίας μέτήν Ἑτεροδοξία κατέληξαν σέ τραγικήἀποτυχία, τήν ὁποία ὀμολογοῦν σήμερα καί αὐτοί οἱἴδιοι οἱ πρωτεργάτες τους. Ἡ δῆθεν προσφερομένη βοήθεια μέσῳτῶν Διαλόγων γιάτήν ἐπιστροφήτῶν Ἑτεροδόξων στήν ἐν Χριστῷἀλήθεια καίτήνὈρθοδοξία διαψεύδεται καίἀποδεικνύεται ἀνύπαρκτη. Τελικά, οἱ Διάλογοι ἐξυπηρέτησαν καί προώθησαν τούς στόχους τῆςἀντιχρίστουλεγομένης «Νέας Ἐποχῆς» καίτῆς Παγκοσμιοποιήσεως. Ἕνα σημαντικό κενό,πού παρουσιάζουν τά πρός συζήτησηστήμέλλουσαΣύνοδο προσυνοδικά κείμενα, εἶναι τό γεγονός ὅτι παραδόξως ἀπουσιάζει σ’ αὐτάἡ κριτικήἀξιολόγηση τῆς μέχρι σήμερα πορείας τόσο τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μεταξύτῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καίτῶν λοιπῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, ὅσο καίτῆς συμμετοχῆς της στήν Οἰκουμενι(στι)κή Κίνηση καίτόλεγόμενο «Π.Σ.Ε.», ἡὁποία ὑπῆρχε στά κείμενα τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως.
5) Τό προσυνοδικό κείμενο μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» παρουσιάζει κατά συρροήτήν θεολογικήἀσυνέπεια,ἤ καίἀντίφαση. Ἔτσι, τόἄρθρο 1 διακηρύσσει τήν ἐκκλησιαστικήαὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, θεωρώνταςτην –πολύ σωστά– ὡς τήν «Μία, Ἁγία, Καθολική καίἈποστολικήἘκκλησία».Ὅμως, στόἄρθρο 6 παρουσιάζει μία ἀντιφατική πρός τό παραπάνω ἄρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικάὅτι «ἡὈρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καίὉμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνία μετ’ αὐτῆς».Ἐδῶ γεννᾶται τό εὔλογο θεολογικόἐρώτημα: Ἄν ἡἘκκλησία εἶναι «ΜΙΑ», κατάτό Σύμβολο τῆς Πίστεως καίτήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (ἄρθρ. 1), τότε, πῶς γίνεται λόγος γιάἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες; Εἶναι προφανές ὅτι αὐτές οἱἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι ἑτερόδοξες. Οἱἑτερόδοξες,ὅμως, «Ἐκκλησίες» δέν μποροῦν νά κατονομάζονται καθόλου ὡς «Ἐκκλησίες» ἀπότούς Ὀρθοδόξους, ἐπειδή, δογματικῶς θεωρούμενα τά πράγματα, δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά πολλότητα «Ἐκκλησιῶν», μέ διαφορετικά δόγματα καί μάλιστα σέ πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ἐνόσο οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτές παραμένουν ἀμετακίνητες στίς κακοδοξίες τῆς πίστεώς τους, δέν εἶναι θεολογικάὀρθό νάτούς ἀναγνωρίζουμε –καί μάλιστα θεσμικά– ἐκκλησιαστικότητα, ἐκτός τῆς «Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καίἈποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Στόἴδιο ἄρθρο (6) ὑπάρχει καί δεύτερη σοβαρή θεολογικήἀντίφαση. Στήν ἀρχήτοῦἄρθρου αὐτοῦ σημειώνεται τόἑξῆς: «Κατάτήν ὀντολογικήν φύσιν της Ἐκκλησίας ἡἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ». Στό τέλος, ὅμως, τοῦἴδιου ἄρθρου γράφεται ὅτι ἡὈρθόδοξος Ἐκκλησία, μέτήν συμμετοχή της στήν Οἰκουμενι(στι)κή Κίνηση,ἔχει ὡς «ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦτῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα».Ἐδῶ τίθεται τόἐρώτημα: Ἐφόσον ἡἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, τότε τί εἴδους ἑνότητα Ἐκκλησιῶν ἀναζητεῖται στό πλαίσιο τῆς Οἰκουμενι(στι)κῆς Κινήσεως; Μήπως ὑπονοεῖται ἡἐπιστροφήτῶν δυτικῶν χριστιανῶν στή ΜΙΑ καί μόνη Ἐκκλησία; Κάτι τέτοιο,ὅμως, δέν διαφαίνεται ἀπότό γράμμα καίτό πνεῦμα συνόλουτοῦ Κειμένου. Ἀντίθετα, μάλιστα, δίνεται ἡἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει δεδομένη διαίρεση στήν Ἐκκλησία καί οἱ προοπτικές τῶν διαλεγομένων ἀποβλέπουν στήν διασπασθεῖσα ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
6) Τόὡς ἄνω κείμενο κινεῖται στά πλαίσια τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς Ἐκκλησιολογίας, ἡὁποία ἔχει ἐκφραστεῖἤδη κατάτήν Β΄ Βατικανήψευδοσύνοδο. Αὐτήἡ νέα Ἐκκλησιολογία ἔχει ὡς βάση τήν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ὅλων τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων, (βαπτισματική θεολογία). Οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου, προκειμένου νά προσδώσουν κανονικήἐγκυρότητα καί συνοδική νομιμότητα στήν κακόδοξη αὐτήἘκκλησιολογία, ἐπικαλοῦνται τόν 7οἹερό Κανόνα τῆς Β΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καίτόν 95οἹερό Κανόνα τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὡστόσο, οἱἐν λόγῳἹεροί Κανόνες ρυθμίζουν μόνο τόν τρόπο εἰσδοχῆς στήν Ἐκκλησία τῶν μετανοημένων αἱρετικῶν καί δέν ἀναφέρονται καθόλου στό «ἐκκλησιαστικό status» τῶν αἱρέσεων, οὔτε στή διαδικασία διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μέτήν αἵρεση.Οὔτε, ἀσφαλῶς, ὑπονοοῦν τό «ὑποστατόν» τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων, οὔτε ὅτι οἱ αἱρέσεις παρέχουν σώζουσα Θεία Χάρη. Οὐδέποτε ἡἘκκλησία ἀναγνώρισε καί διεκήρυξε ἐκκλησιαστικότητα στήν πλάνη καί στήν αἵρεση. Ἡ «μερίς τῶν σωζομένων», γιάτήν ὁποία μιλοῦν οἱἐν λόγῳἹεροί Κανόνες, βρίσκεται μόνο στήν Ὀρθοδοξία καίὄχι στήν αἵρεση.
Ἡ οἰκονομία, πού εἰσηγοῦνται οἱ παραπάνω Κανόνες, δέν μπορεῖ νάἐφαρμοστεῖ στούς Δυτικούς (Παπικούς καί Προτεστάντες), γιατί στεροῦνται τίς θεολογικές προϋποθέσεις καίτά κριτήρια, πού θέτουν οἱ συγκεκριμένοι Κανόνες. Καί,ἐπειδή δέν μπορεῖ νά γίνει οἰκονομία στήν δογματικήαὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ Δυτικοί καλοῦνται νάἀρνηθοῦν τίς αἱρέσεις τους, νά τίς ἀναθεματίσουν, νάἐγκαταλείψουν τίς Θρησκευτικές Κοινότητές τους, νά κατηχηθοῦν καί νά ζητήσουν ἐν μετανοίᾳτήν διάτοῦἉγίου Βαπτίσματος ἔνταξή τους στήν Ἐκκλησία.
7) Τόἴδιο, ὡς ἄνω, κείμενο πουθενά δέν ἀναφέρεται σέ κακοδοξίες ἤ πλάνες, τίς ὁποῖες νά προσδιορίζει συγκεκριμένα, ὡσάν τό πνεῦμα τῆς πλάνης νά μήν δραστηριοποιεῖται πλέον σήμερα. Τό κείμενο δέν ἐπισημαίνει καμμία αἵρεση καί καμμία διαστροφήτῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ζωῆς στόν ἐκτός τῆς Ὀρθοδοξίας εὑρισκόμενο χριστιανικό κόσμο. Ἀντίθετα, οἱ κακόδοξες καί αἱρετικές παρεκκλίσεις ἀπότή διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καίτῶνἉγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων χαρακτηρίζονται «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές ἤ τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τίς ὁποῖες καλοῦνται ἡὈρθόδοξη Ἐκκλησία καίἡἐτεροδοξίανά «ὑπερβοῦν» (§ 11).Τό ζητούμενο γιάτούς συντάκτες εἶναι ἡἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», καίὄχι ἡἑνότητα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί δέν ὑπάρχει πουθενά πρόσκληση σέ μετάνοια καί σέἄρνηση καί καταδίκη τῶν πλανῶν καίἑτεροδιδασκαλιῶν, πού παρεισέφρησαν στή ζωήτῶν αἱρετικῶν αὐτῶν Κοινοτήτων.
8) Τόὡς ἄνω κείμενο κάνει ἐκτεταμένη ἀναφορά στόλεγόμενο «Π.Σ.Ε.» (§§ 16-21) καίἀποτιμᾶ θετικάτήν συμβολή του στήν Οἰκουμενι(στι)κή Κίνηση, ἐπισημαίνοντας τήν πλήρη καίἰσότιμη συμμετοχήτῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σ’ αὐτήν καίτήν συμβολή τους «εἰς τήν μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας καίτήν προαγωγήν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (§ 17). Ὡστόσο,ἡ εἰκόνα, πούμᾶς δίδει τό κείμενο σχετικά μέτό«Π.Σ.Ε.», εἶναι ψευδής καίἐπίπλαστη. Κατ’ἀρχήν, αὐτή καθ’ἑαυτήν ἡἔνταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σ’ἕναν ὀργανισμό, πούἐμφανίζεται ὡς ὑπερεκκλησία, καίἡ συνύπαρξη καί συνεργασία της μέτήν αἵρεση, συνιστᾶ παραβίαση τῆς κανονικῆς τάξεώς της καίἀθέτηση τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας της. Ἡ θεολογική ταυτότητατοῦ«Π.Σ.Ε.» εἶναι σαφῶς προτεσταντική. Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ἔγινε μέχρι σήμερα δεκτή στό σύνολό της ἀπό τίς προτεσταντικές αἱρέσειςτοῦ«Π.Σ.Ε.», ὅπως φαίνεται ἀπότήν 70ετήἱστορία του. Ὅλα δείχνουν ὅτι τόἐπιδιωκόμενο στό«Π.Σ.Ε.» εἶναι ἡὁμογενοποίηση τῶν «ὁμολογιῶν»-μελῶν του μέσῳἑνός μακροχρονίου συμφυρμοῦ. Τό κείμενο ἀποκρύπτει τήν πραγματική εἰκόνα τῶν μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων μέ τίς προτεσταντικές αἱρέσεις-μέλη τοῦ«Π.Σ.Ε.» καί το ἀδιέξοδο, στόὁποῖο αὐτοίἔχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου, δέν καταδικάζονται τάἀπαράδεκτα ἀπόὈρθοδόξου ἀπόψεως κοινά κείμενα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ«Π.Σ.Ε.», (π.χ. Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσάν κλπ.) καίἐπιπλέον ἀποσιωπῶνται πλεῖστα ὅσα ἐκφυλιστικά φαινόμενα, τα ὁποία συναντοῦμε σ’ αὐτό, ὅπως «Λειτουργία τῆς Λίμα», intercommunion, διαθρησκειακές συμπροσευχές, χειροτονία γυναικῶν, περιεκτική γλώσσα, ἀποδοχήτοῦ σοδομισμοῦἀπό πολλές αἱρέσεις κλπ.
9) ἩἀλλαγήτοῦἩμερολογίου τό 1924 ἀπότό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καίτήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν μονομερής καί πραξικοπηματικήἐνέργεια, γιατί δέν ἔγινε μέ πανορθόδοξη ἀπόφαση. Διέσπασε τήν λειτουργικήἑνότητα μεταξύτῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί προκάλεσε σχίσματα καί διαιρέσεις μεταξύτῶν πιστῶν. Στήν ἀλλαγή συνήργησαν καίὤθησαν ἑτερόδοξες «ὁμολογίες» καί μυστικές ἑταιρεῖες, μέσῳτοῦΠατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Ἦταν προσμονήὅλων καί δέσμευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν ἡ μέλλουσα νά συνέλθει Σύνοδος νά συζητήσει καί νάἐπιλύσει τό θέμα. Δυστυχῶς, κατάτήν μακρά προσυνοδική διαδικασία Παπικοί καί Προτεστάντες ἔθεσαν στούς Ὀρθοδόξους νέο θέμα, τόν «κοινόἑορτασμότοῦ Πάσχα», μέ συνέπεια νά στραφεῖ πρός τάἐκεῖτόἐνδιαφέρον καί νάἀτονήσει ἡ συζήτηση γιάτήν θεραπεία τοῦ τραύματος τῆς λειτουργικῆς ἑνότητος στόν ἑορτασμότῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, πού προκλήθηκε χωρίς λόγο καί ποιμαντικήἀνάγκη. Στήν τελική φάση τῆς Συνόδου καί χωρίς συνοδικές ἀποφάσεις τῶν τοπικῶνἘκκλησιῶν τό θέμα τοῦἩμερολογίου ἀποσύρθηκε ἀπότόν κατάλογο τῶν θεμάτων, ἐνῶἦταν τό κατ’ ἐξοχήν ἐπεῖγον καί φλέγον θέμα.
10) Ἡἱστορία τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων μᾶς βεβαιώνει ὅτι αὐτές συγκαλοῦνταν κάθε φορά, πού κάποια αἵρεση ἀπειλοῦσε τήν ἁγιοπνευματικήἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀληθείας καίτήν ἔκφρασή της ἀπότόἐκκλησιαστικό σῶμα. Ἀντίθετα, ἡ μέλλουσα νά συνέλθει Σύνοδος συγκαλεῖται,ὄχι γιά νάὁριοθετήσει τήν πίστη ἔναντι τῆς αἱρέσεως, ἀλλά γιά νά παράσχει θεσμικήἀναγνώριση καί νομιμοποίηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γι’ αὐτό καί δέν στηρίζεται στήν ἐμπειρία τοῦἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλάἀντίθετα τήν ὑποβαθμίζει καίτήν ὑποτιμᾶ, τήν περιθωριοποιεῖ καίτήν παραβλέπει. Ἡ συνολική διαδικασία, ἡ προπαρασκευή καίἡ θεματολογία τῆς Συνόδου εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιβολῆς μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ὁλιγαρχίας, πούἐκφράζει μιάἀκαδημαϊκή, ἀποστεωμένη, ἄνευρη καίἀπνευμάτιστη θεολογία, ἀποκομμένη ἀπότόἐκκλησιαστικό σῶμα. Ἔσχατος κριτής τῆς ὀρθότητας καίτῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων εἶναι τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ κληρικοί, οἱ μοναχοί καίὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ, ὁὁποῖος, μέτήν γρηγοροῦσα ἐκκλησιαστική καί δογματική του συνείδηση,ἐπικυρώνει ἤἀπορρίπτει τίς ἀποφάσεις τους. Ὅμως, στήν μέλλουσα Σύνοδο ἀπουσιάζει παντελῶς αὐτήἡ σημαντική παράμετρος, ἐπειδήἐκφράστηκε ἐπισήμως ὅτι φορέας τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεών της θά εἶναι ἡ Συνοδικότητα καίὄχι τόὈρθόδοξο Πλήρωμα.
11) Μιάἄλλη βασική προϋπόθεση γνησιότητας τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» εἶναι ἡἀναγνώριση ὑπ’ αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῶν τῶν θεωρούμενων ὡς τοιούτων στή συνείδηση τοῦὈρθοδόξου πληρώματος τῆς Η΄ (879-880) ἐπίἱεροῦ Φωτίου τοῦ Μεγάλου καίτῆς Θ΄ (1351)ἐπίἁγίου Γρηγορίου τοῦΠαλαμᾶ συγκληθεισῶν, οἱὁποῖες ἔχουν ὅλα τά στοιχεῖα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καίἔχουν καταδικάσει τίς αἱρετικές κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ. Ἀλλά, τέτοιο ἐνδεχόμενο δέν προκύπτει ἀπότήν θεματολογία καίτά προσυνοδικά κείμενα.
12) Ἡὀρθόδοξη νηστεία εἶναι τόσο ἑδραιωμένη στή συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων ποιμένων καίτοῦὀρθοδόξου λαοῦ, ὥστε δέν χρειάζεται καμμία σύντμησηἤ προσαρμογή. Οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκη νάἀποκτήσουν περισσότερο ὀρθόδοξη παιδεία καίἀσκητικό φρόνημα, γιά νά μπορέσουν, μέτό παράδειγμά τους καίτόν ἀσύλληπτο πλοῦτο τῆς ἁγιοπατερικῆς γραμματείας, νά διδάξουν διακριτικάτό ποίμνιό τους. ἩὈρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἐφαρμόζει χριστοφιλανθρωπότατα σέὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς Οἰκουμένης τήν οἰκονομία σέὅλο τό μεγαλεῖο της. Εἶναι τόσα πολλάτά κείμενα περί νηστείας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, πούἀναλύουν τίς παθοκτόνες καί σωτήριες παραμέτρους της, ὥστε δέν ἀξίζει ὁ εὐτελισμός, πούὑφίσταται ἀπότήν μινιμαλιστική νοοτροπία τῶν μεταπατερικῶνἀνανεωτῶν, οἱὁποῖοι κόπτονται γιάτόν σύγχρονο κόσμο. Ἄν ἡ μέλλουσα Σύνοδος ἐπιβάλει νέες μεταρρυθμίσεις ἡμερῶν τῆς νηστείας καί τροφῶν, θά μιμηθεῖτόν ὁλοκληρωτισμό, πούχαρακτηρίζει τό Κανονικό Δίκαιο τοῦ Παπισμοῦ, τόὁποῖο καθορίζει θεσμικά καίἀσφυκτικάἀκόμα καίτήν οἰκονομία.
13) Κατάτή διάρκεια τοῦ 20οῦαἰῶνος ἡ παναίρεσητοῦΟἰκουμενισμοῦἐκφυλλίζεται καί μεταλλάσσεται σέ πανθρησκειακόὅραμα. Οἱἀτελείωτες διαθρησκειακές συναντήσεις καί συμπροσευχές Ὀρθοδόξων μέἡγέτες θρησκειῶν τοῦ κόσμου (π.χ. Ἀσίζη) μαρτυροῦν ὅτι ἀπώτερος στόχος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ συνένωση τῶν θρησκειῶν σέἕνα τερατῶδες σχῆμα, τήν ἐφιαλτική Πανθρησκεία, ἡὁποία ἐπιδιώκει νάἐκμηδενίσει τή σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ διαθρησκειακή συνεργασία μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες εἶναι ἀδύνατον νά δικαιωθεῖ, οὔτε νά θεμελιωθεῖ στήν Ἁγία Γραφή καί στήν Ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία. Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦἈποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παῦλου εἶναι ξεκάθαρος: «Μή γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τίς γάρ μετοχή δικαιοσύνη καίἀνομία; Τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος»; (Β΄Κορ.6,14).Ἐπίσης,τόἰδανικότῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, τόὁποῖο κατά κόρον προβλήθηκε στούς Διαθρησκειακούς Διαλόγους, καθίσταται ἀδύνατο, διότι ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέτόν λόγοτοῦ Κυρίου, «εἰἐμέἐδίωξαν καίὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω.15,20), καί μέτόν λόγοτοῦἈποστόλου Παῦλου«πάντες δέ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν ΧριστῷἸησοῦ διωχθήσονται» (Β΄Τιμ.3,14). Οἱ μετέχοντες στούς μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους δέν μπόρεσαν, δυστυχῶς, νά μεταφέρουν ἀνόθευτη τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά οὔτε καί νά προσελκύσουν ἔστω καίἕνανἀλλόθρησκο στήν Ὀρθοδοξία. Ἀντίθετα, μάλιστα ἔφθασαν στόἀξιοθρήνητο κατάντημα νά παρασυρθοῦν σέ πλάνες καί αἱρέσεις καί νά διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντας τόν πιστό λαότοῦ Θεοῦ, παρασύροντας στήν πλάνη τούς ἀσθενεῖς στήν πίστη καίπροκαλῶντας ἔτσι μεγίστη πνευματική φθορά καί διάβρωση τοῦὈρθοδόξου φρονήματος. Παράτήν πληθώρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ὁἰσλαμικός φανατισμός, ὄχι μόνο δέν καταστέλλεται, ἀλλά γιγαντώνεται ὅλο καί περισσότερο.
14) Οἱἀγῶνες τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μαζί μέτούς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, θά πρέπει νάμᾶς ἐμπνέουν καί νάμᾶς ὁδηγοῦν στήν διαφύλαξη τῆς πολύτιμης παρακαταθήκης μας. Ἀπόπειρα νοθεύσεως τῆς μωσαϊκῆς θρησκείας παρατηροῦμε καί στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπου, στήν ἀρχή χαναανϊτικά καίἀργότερα βαβυλωνιακά καί αἰγυπτιακά στοιχεῖα ἀπειλοῦσαν νά νοθεύσουν τήν πίστη στόν Ἕνα Θεό. Μεγάλοι ἄνδρες (Προφῆτες, βασιλεῖς, πολιτικοίἄρχοντες, κλπ.) ἀγωνίστηκαν μέ σθένος γιάτήν διαφύλαξη τῆς καθαρῆς μωσαϊκῆς θρησκείας. Ἰδιαιτέρως ἀγωνίστηκαν κατάτῶν διαφόρων ψευδοπροφητῶν, οἱὁποῖοι ἀναφαίνονταν κατά καιρούς.
Συνοψίζοντας τάπαραπάνω, συμπεραίνουμε ὅτι ἡ μέλλουσα νά συγκληθεῖ«Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» δέν θά εἶναι οὔτε Μεγάλη, οὔτε Ἁγία, διότι, μέ βάση τά μέχρι σήμερα δεδομένα, δέν προκύπτει ὅτι αὐτή θά εἶναι σύμφωνη μέτήν Συνοδική καί Κανονική Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καίὅτι θά λειτουργήσει ὄντως ὡς γνήσια συνέχεια τῶν ἀρχαίων μεγάλων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων.Ὁ τρόπος, μέτόν ὁποῖο εἶναι διατυπωμένα τά δογματικοῦ χαρακτῆρος προσυνοδικά κείμενα, δέν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας ὅτι ἡἐν λόγῳ Σύνοδος ἀποσκοπεῖ νά προσδώσει ἐκκλησιαστικότητα στούς ἑτεροδόξους καί νά διευρύνει τά κανονικά καί χαρισματικάὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
Ὡστόσο, καμμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δέν μπορεῖ νάὁριοθετήσει διαφορετικάτήν μέχρι σήμερα ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπάρχουν,ἐπίσης,ἐνδείξεις ὅτι ἡἐν λόγῳ Σύνοδος θά προχωρήσει σέ καταδίκη τῶν συγχρόνων αἱρέσεων καί πρωτίστως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀντίθετα μάλιστα ὅλα δείχνουν ὅτι ἡ μέλλουσα νά συγκληθεῖ«Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος»ἐπιχειρεῖ νάτήν νομιμοποιήσει καί νάτήν ἑδραιώσει.Ὡστόσο, οἱὅποιες ἀποφάσεις της μέοἰκουμενιστικό πνεῦμα, εἴμαστε ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι δέν θά γίνουν δεκτές ἀπότόν εὐσεβῆκλῆρο καίτόν πιστό λαότοῦ Θεοῦ, ἐνῶἡἴδια θά καταγραφεῖ στήν ἐκκλησιαστικήἱστορία ὡς ψευδοσύνοδος.

Μακαριώτατε,
Ἡ μέλλουσα «Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος», ἄν πραγματικά θέλει νά εἶναι Ὀρθόδοξη Σύνοδος, θά πρέπει νά λάβει,κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη, τίς ἑξῆς καίριες ἀποφάσεις:
α) Νὰἐπικυρώσει τὶς ἀποφάσεις ὅλων προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, (Α΄ ἕως καὶ Ζ΄ Οἰκουμενικές), δηλαδὴ τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων θεσπισθέντες δογματικοὺς ὅρους καὶἹεροὺς Κανόνες.
β) Νά ἀναγνωρίσει τίς θεωρούμενες ἀπὸὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους δύο συνόδους τοῦἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς οἰκουμενικές, δηλ. τήν Η´ ἐπὶ Φωτίου, τοῦ 879, καὶ τήν Θ´ ἐπὶἉγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱὁποῖες, κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Χάριτος αἵρεση, ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμό ὡς αἵρεση.
γ) Νά καταδικάσει τήν συγκρητιστική παναιρέση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσε ὁἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς.
δ) Νά καταδικάσει τήν παρουσία καί συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.).
ε) Να τερματίσει τούς Διαθρησκειακούς Διαλόγους καὶ τούς Θεολογικούς Διαλόγους μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς, τὶς προετεσταντικὲς ὁμολογίες τοῦ Π.Σ.Ε. καὶ τοὺς Μονοφυσίτες.
στ) Νά καταδικάσει τήν μεταπατερική καίἀντιπατερική «νέα ἐκκλησιολογία», ἡὁποία ἀπορρίπτει τά χαρισματικά, δογματικά καί κανονικάὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
ζ) Νά ἐκλέξει, νά χειροτονήσει καί νά ἐνθρονίσει στό πάλαι ποτέ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, μή ἀναγνωρίζοντας καί ἐκθρονίζοντας τόν σημερινό καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καί αἱρεσιάρχη κ. Φραγκῖσκο. Ἔτσι, θά λυθοῦν τά θέματα τοῦ Παπισμοῦ, τῆς Οὐνίας καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
η) Νά δημιουργήσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, λύνοντας τό θέμα τῆς Διασπορᾶς, καί
θ) Νά ἀκολουθήσει τήν Πατερική ὁδό μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, μέ τήν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιά τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σέ 17 γλῶσσες. Μέ τόν τρόπο αὐτό, θά κονιορτοποιήσει τίς αἱρέσεις μέ παγκόσμιο λόγο καί πατερική παρρησία, θά δοξάσει τόν Θεό καί θά διασφαλίσει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο.
Τά κείμενα τῆς Συνόδου πρέπει νάξαναγραφοῦνἀπ’τήν ἀρχή, λαμβάνοντας ὑπ’όψιν τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Δέν ἀρκεῖ νά συγκληθεῖ μιά Σύνοδος μόνο καί μόνο γιά νάἀποδειχθεῖ στόν κόσμο ὅτι οἱὈρθόδοξοι εἴμαστε ἑνωμένοι. Ἑνωμένοι σέ τί; Ἡἕνωση γίνεται μόνο βάσει τῆς Ἀληθείας. Ἡἑνότητα εἶναι ὁ καρπός του Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν ἀρχιερατική Του προσευχή : «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς… ἁγίασον αὐτούς ἐν τῇἀληθείᾳσου… ἵνα καί αὐτοίὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ».Ἡἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται στήν ἀκέραιη καίἀβλαβή διαφύλαξη τῶν διδασκαλιῶν τῆς ὀρθῆς πίστεως, τήν ὁποία μᾶς παρέδωσαν οἱἍγιοι Ἀπόστολοι καί οἱἍγιοι Πατέρες. Διηρημένοι καίἀποσχισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, πού φρονοῦν διαφορετικάἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καθώς μᾶς λέγει ὁἍγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Οἱἅγιοι Πατέρες ὀνόμασαν «Καθολική» τήν Ἐκκλησία Του, ἐπειδή μόνο αὐτή διατηρεῖστὴν πληρότητά της τήν Ἀλήθεια καί τήν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, χωρίς τήν ὁποία κανείς δέν μπορεῖ νά σωθεῖ.
Πρέπει ἀπαραιτήτως να κατανοηθεῖὅτι δέν ἐπιχειρεῖται νάἀλλάξει οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ τάξη τοῦ μοναχισμοῦ, οὔτε ἡ τάξη τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, ὅμως παραχαράσεται καί στρεβλώνεται τό πιό νευραλγικό σημεῖο, δηλαδήἡἐκκλησιολογικὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Μακαριώτατε,
Γνωρίζοντας πολύ καλά τήν πλήρη ἀφιέρωση καί τή θυσιαστικήἀγάπη Σας γιά τόν Σωτήρα Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόν Ὁποῖο διακονεῖτε μέὅλη τήν ὕπαρξη Σας, Σᾶς ἀπηύθυνα αὐτές τίς σκέψεις, οἱὁποῖες μᾶς προβληματίζουν.
Υἱκῶς καί εὐσεβάστως θέλουμε νά συγχαροῦμε καί πάλινἐκ μέσης καρδίας τήν Μακαριότητά Σας καί τήν ὑφ’Ὑμῶν Ἱεράν Σύνοδον τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας γιά τίς θεοφώτιστες ἀποφάσεις Σας.
Προσευχόμαστε ἡμέρα καί νύχτα στόν Ἀρχιποιμένα μας καίἐν πᾶσιν πρωτεύοντα ΚύριονἸησοῦν Χριστόν, νά Σᾶς ἐνισχύει νά παραμένετε πάντοτε ἀμετακίνητος στὶς Συνοδικὲς ἀποφάσεις τὶς ὁποῖες ἐλάβατε ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν σεπτὴ χορεία τῶν περὶὙμᾶς ἁγίων Ἱεραρχῶν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας, ὡς ἄξιος διάδοχος ὄχι μόνο τῶν «θρόνων τῶν Ἀποστόλων», ἀλλά καί τοῦ βίου, τῆς πίστεως καί τῆς ὁμολογίας τους.
Ἐκζητοῦμε ταπεινῶς καί υἱκῶς τίς ἅγιες καί θεοπειθεῖς εὐχές Σας καί Σᾶς εὐχόμαστε μακροχρόνια ζωή, ὑγεία, δύναμη καί πνευματική χαρά. Ἀτενίζουμε μέἐλπίδα πρός τήν Μακαριότητά Σας καί τήν Ἱερά Σύνοδο τοῦ Σεπτοῦ Πατριαρχείου τῆς Βουλγαρίας καί Σᾶς προσφέρουμε φόρο εὐγνωμοσύνης γιά τήν σταθερὴ καὶἀταλάντευτη στάση Σας ἀπέναντι σ’ αὐτή τήν φοβερή χιονοθύελλα, πούξέσπασε ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας.

Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ


+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ