Καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επιλογή Διευθυντών Εκπαίδευσης

ΠΑΙΔΕΙΑ 🕔26/06/2018 - 09:15 | Author: Ρούσσου Ασημίνα

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 4547/2018 «ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΣΤΙΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΠΟΣΥΠ

Αξιότιμες/οι Κυρίες/οι,

Μετά την ψήφιση και τη δημοσίευση από την Βουλή των Ελλήνων του Ν.4547/2018 (Φ.Ε.Κ. Τεύχος Α΄ 102/12-06-2018) «ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», η ΠΟΣΥΠ επικοινωνεί μαζί σας, για να καταγγείλει τον συνεχιζόμενο αποκλεισμό των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας και ειδικότερα των διοικητικών υπαλλήλων που υπηρετούν στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης του Υπουργείου, από την επιλογή τους στις θέσεις των Διευθυντών Εκπαίδευσης και να σας γνωρίσει τα κάτωθι:

Η Ομοσπονδία μας, εκπροσωπεί τους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Παιδείας, στην Κεντρική Υπηρεσία, στις 13 Περιφερειακές Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στις 116 Διευθύνσεις Εκπαίδευσης και σε πολλούς εποπτευόμενους φορείς του.

Με το Ν. 4547/2018 και συγκεκριμένα με το άρθρο 22 παρ. 2 αυτού αποκλείονται για ακόμη μία φορά οι διοικητικοί υπάλληλοι, από τις θέσεις των Περιφερειακών Διευθυντών Εκπαίδευσης και των Διευθυντών Εκπαίδευσης, συγκεκριμένα:

¨ Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης και Διευθυντές Πρωτοβάθμιας και

Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης επιλέγονται εκπαιδευτικοί με δωδεκαετή τουλάχιστον εκπαιδευτική υπηρεσία στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια

Εκπαίδευση, οι οποίοι έχουν ασκήσει διδακτικά καθήκοντα σε σχολικές μονάδες για δέκα (10) τουλάχιστον έτη. Διευθυντές Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης επιλέγονται εκπαιδευτικοί της οικείας βαθμίδας¨.

Στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου και ειδικότερα στο κεφάλαιο Γ΄ σελ. 15 & 16, ο νομοθέτης αναφέρει ότι για την επιλογή των στελεχών εκπαίδευσης:

Προφανώς ως Έλληνες πολίτες αναγνωρίζει μόνον τους εκπαιδευτικούς, γι αυτό και εξαιρεί από τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας, της ελεύθερης πρόσβασης και σταδιοδρομίας, στις δημόσιες θέσεις τους διοικητικούς υπαλλήλους γεγονός που είναι όχι μόνον μη σύννομο αλλά και παράλογο, όταν εξαιρείται υπάλληλος από τις θέσεις ευθύνης της ίδιας της Υπηρεσίας του.

Επιπροσθέτως, η συμπερίληψη μόνον των εκπαιδευτικών στο Νόμο και ο ταυτόχρονος αποκλεισμός των Διοικητικών Υπαλλήλων έγινε με τυχαία ή αδιευκρίνιστα κριτήρια, αφού ούτε η συμπερίληψη των εκπαιδευτικών αλλά ούτε και ο δικός μας αποκλεισμός αιτιολογούνται, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να μπορούν να διεκδικήσουν τις επίδικες θέσεις και εμείς να αποκλειστούμε κατά παράβαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρχών (όπως οι ίδιοι οι συντάκτες του σχεδίου τις επικαλούνται στην αιτιολογική έκθεση) της ισότητας και της αξιοκρατίας και ειδικότερα της ελεύθερης πρόσβασης και σταδιοδρομίας κάθε έλληνα πολίτη στις δημόσιες θέσεις κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας (άρθρα 4 παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1), της διαφάνειας (άρθρο 103 παρ. 7) που, κατά την έννοιά της, καταλαμβάνει όχι μόνο τη διαδικασία εισόδου στο υπαλληλικό σώμα αλλά και περαιτέρω τις εν γένει διαδικασίες εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων και του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1).

Η κυβέρνηση υποκύπτει, όπως βέβαια και οι προκάτοχοι τους, στη δύναμη και τη δυναμική των αριθμών και στην λογική του πολιτικού – κομματικού κόστους ( οι εκπαιδευτικοί αριθμούν 150.000 χιλιάδες, ενώ οι διοικητικοί υπάλληλοι μόλις 4.000 χιλιάδες) και αδιαφορεί για την ισονομία, τη διαφάνεια, την αξιοκρατία και τη σύγχρονη οργανωτική θεωρία των διαφόρων διοικητικών δομών.

Ο συνεχιζόμενος αποκλεισμός μας, έχει στηλιτευτεί και από το ίδιο το Πόρισμα για την Αξιολόγηση των Δομών του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο συντάχθηκε από την Ειδική Ομάδα Εργασίας που συγκροτήθηκε σε υλοποίηση του από 5.8.2016 μνημονίου συνεργασίας του ΕΚΔΔΑ και του Υπουργείου Παιδείας, ενόψει της σύνταξης του νέου Οργανισμού του ΥΠΠΕΘ (Π.Δ.18/2018), σύμφωνα με το οποίο:

Στον αντίποδα των παρακάτω συλλογισμών, βρίσκεται το επιχείρημα ορισμένων εκπαιδευτικών, ότι οι ίδιοι είναι καταλληλότεροι γιατί επιδεικνύουν ευρύτητα πνεύματος επί θεμάτων που απαιτούν τέτοιου τύπου σύλληψη – προσέγγιση (όπως είναι κατεξοχήν τα εκπαιδευτικά), σε αντίθεση με τη στενά γραφειοκρατική λογική των διοικητικών.

Ωστόσο, όλες οι μετρήσεις του παραγόμενου έργου των περιφερειακών υπηρεσιών δείχνουν ότι σε συντριπτικό ποσοστό αυτό αφορά αμιγώς διοικητικές λειτουργίες και μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του εμπεριέχει μια παιδαγωγική-εκπαιδευτική διάσταση, η οποία μπορεί να καλυφθεί αφενός από τους προϊσταμένους εκπαιδευτικών θεμάτων και αφ’ ετέρου από τους Σχολικούς Συμβούλους, των οποίων κύρια αρμοδιότητα είναι η επιστημονική και παιδαγωγική υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου.¨

Οι διοικητικοί υπάλληλοι των Περιφερειακών Υπηρεσιών Εκπαίδευσης, είναι αποκλεισμένοι και αποκλείονται ξανά, από τις θέσεις ευθύνης των Διευθυντών και των οιονεί Γενικών Διευθυντών (Περιφερειακοί Διευθυντές) και οι μόνες θέσεις ευθύνης που μπορούν να καταλάβουν είναι αυτές των 13 Προϊσταμένων των Αυτοτελών Διευθύνσεων που υπάρχουν στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης και των Προϊσταμένων Τμημάτων.

Ανεξάρτητα από τα τυπικά τους προσόντα και τις υπηρεσιακές – υπαλληλικές δυνατότητες τους, ανεξάρτητα αν έχουν πτυχίο ΑΕΙ ή ΤΕΙ, ανεξάρτητα αν έχουν μεταπτυχιακό (ένα ή και περισσότερα), ανεξάρτητα αν έχουν διδακτορικό, ανεξάρτητα αν είναι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα αν γνωρίζουν 2-3 ξένες γλώσσες, ανεξάρτητα αν είναι άριστοι υπάλληλοι (σύμφωνα με τις εκθέσεις αξιολόγησης τους), ανεξάρτητα από όλα τα παραπάνω δεν είναι «ικανοί» διότι δεν είναι εκπαιδευτικοί, δεν έχουν 12 έτη υπηρεσίας και 10 έτη άσκησης διδακτικών καθηκόντων.

Αλλά και αυτά ακόμη τα προαπαιτούμενα υπάρχουν αρκετοί συνάδελφοι που τα έχουν, διότι το 50% των διοικητικών υπαλλήλων σήμερα, είναι μεταταγμένοι εκπαιδευτικοί, που έχουν ασκήσει για έτη διδακτικά καθήκοντα.

Αντίθετα, μπορεί να γίνει κάποιος εκπαιδευτικός Διευθυντής ή Γενικός Διευθυντής, χωρίς να έχει ασκήσει διοίκηση ούτε για μία ώρα ή χωρίς να μην έχει υπηρετήσει σε θέση ευθύνης οποιουδήποτε επιπέδου, ούτε για μία ώρα;

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στο νόμο, συντεχνιακής αντίληψης και φωτογραφικών διατάξεων υπέρ των εκπαιδευτικών, είναι ότι για τι θέση Διευθυντή ή Περιφερειακού Διευθυντή δεν απαιτείται η γνώση ξένης γλώσσας!

Την ίδια στιγμή οι συνάδελφοι μας στην Κεντρική Υπηρεσία του ΥΠΠΕΘ, όπως και σε όλες τις Υπηρεσίες του Δημοσίου έχουν την δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης και σταδιοδρομίας μέχρι τη θέση του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τα τυπικά και τα ουσιαστικά τους προσόντα.

Η επιλογή των εκπαιδευτικών και μόνον, ως υποψηφίων προς επιλογή δεν έγινε από το Υπουργείο Παιδείας με γνώμονα την αξιοκρατία και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Όταν δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχουν σε έναν διαγωνισμό ή μία κρίση περισσότεροι υποψήφιοι, αυξάνονται και οι δυνατότητες της Διοίκησης να ανεύρει τους καταλληλότερους εξ αυτών για την πλήρωση των θέσεων που προκηρύσσονται. Σε θέσεις, όπου κατ’ εξοχήν απαιτούνται διοικητικές γνώσεις και εμπειρία, το Υπουργείο προτίμησε να αποκλείσει παντελώς τους διοικητικούς υπαλλήλους του. Δείχνει δηλαδή, ο ίδιος φορέας απασχόλησης όλων μας να μην ενδιαφέρεται ουσιαστικά να ανεύρει του πιο άξιους για να καλύψει τις προς πλήρωση θέσεις αλλά να επιλέγει αναιτιολόγητα κατηγορίες υπαλλήλων του και να προκρίνει την επιλογή τους. Λέει ναι στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, αποκλείοντας, όλως αναιτίως, τα διοικητικά του στελέχη από θέσεις αμιγώς διοικητικές. Πραγματική εξυπηρέτηση των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας θα σήμαινε η δυνατότητα να λάβουν μέρος στις κρίσεις όλοι οι υπάλληλοι του Υπουργείου, ανεξαρτήτως ειδικότητας και να επιλεγούν οι άριστοι εξ αυτών.

Στο άρθρο 24 του Νόμου (Αποτίμηση Κριτηρίων Επιλογής) συναντάται η κάτωθι «οξύμωρη» πρόβλεψη. Η άσκηση καθηκόντων Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης, Διευθυντή Εκπαίδευσης, Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων αξιολογείται μόνο ως διοικητική εμπειρία και όχι ως διδακτική σε αντίθεση με τη θητεία του Προϊστάμενου Τμήματος Εκπαιδευτικών Θεμάτων, η οποία αξιολογείται και ως διοικητική και ως διδακτική προϋπηρεσία. Το ίδιο, δηλαδή, το γράμμα του Νόμου αντιμετωπίζει τις θέσεις του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης και του Διευθυντή Εκπαίδευσης ως αμιγώς διοικητικές θέσεις και παρά ταύτα αποκλείει από αυτές τους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου, κατά παράβαση όχι μόνον των ως άνω αναφερόμενων συνταγματικών αρχών αλλά κατά παράβαση, κυρίως, κάθε έννοιας λογικής, περιλαμβάνοντας αυτοαναιρούμενες και συγκρουόμενες μεταξύ τους διατάξεις.

Ακόμη και στην αναπλήρωση του άρθρου 33 του Νόμου, γίνεται φανερή η απαξίωση των διοικητικών υπαλλήλων μέσα στις ίδιες τις Υπηρεσίες μας, διότι εκτός του αποκλεισμού μας από τη θέση του Διευθυντή Εκπαίδευσης, έχουμε και τον προκλητικό αποκλεισμό μας από την αναπλήρωση του, με την επιδεικτική αγνόηση των 4 Διοικητικών Προϊσταμένων για την αναπλήρωση του Διευθυντή Εκπαίδευσης, η οποία ανατίθεται περιοριστικά στον 1 και μοναδικό εκπαιδευτικό Προϊστάμενο Τμήματος σε κάθε Διεύθυνση Εκπαίδευσης, τον Προϊστάμενο Εκπαιδευτικών Θεμάτων.

Το ίδιο γίνεται και στην αναπλήρωση του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης, ο οποίος αναπληρώνεται από Διευθυντή Εκπαίδευσης και όχι από τον διοικητικό Διευθυντή της Αυτοτελούς Διεύθυνσης της Περιφέρειας.

Τέλος, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η Διοίκηση της Εκπαίδευσης και ειδικότερα οι Περιφερειακές της Υπηρεσίες, εδώ και χρόνια, αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κομματικού – πελατειακού κράτους.

Η υποστελέχωση σε διοικητικό προσωπικό, οι χιλιάδες ρουσφετολογικές αποσπάσεις εκπαιδευτικών στη διοίκηση, η εναλλαγή των Περιφερειακών Διευθυντών με την εναλλαγή των Κυβερνήσεων, η επιλογή των Διευθυντών Εκπαίδευσης με ειδικούς νόμους που αλλάζουν κάθε 2-3 χρόνια για την εγκατάσταση ημετέρων, οι κομματικές συγκροτήσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων και των συμβουλίων επιλογής στελεχών, οι διαθέσεις πλεοναζόντων εκπαιδευτικών στις διευθύνσεις εκπαίδευσης με ωράριο και άδειες εκπαιδευτικών, κ.ά., αποτελούν ένα εκρηκτικό μείγμα συναλλαγής και κομματισμού.

Κυρίες, Κύριοι,

Ζητάμε την αποκομματικοποίηση της Διοίκησης της Εκπαίδευσης.

Ζητάμε οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να αποτελούν κανονικές Υπηρεσίες του Δημοσίου και να σταματήσει πλέον η κατά παρέκκλιση αντιμετώπισή τους σε όλα τα ζητήματα, από την στελέχωση τους μέχρι και την επιλογή στελεχών.

Ζητάμε την ισότιμη συμμετοχή των διοικητικών υπαλλήλων σε όλες τις διοικητικές θέσεις ευθύνης των Υπηρεσιών της Εκπαίδευσης.

Ζητάμε η επιλογή και τοποθέτηση των στελεχών της διοίκησης να γίνεται με τον εκάστοτε εφαρμοστέο νόμο που ισχύει για όλο το Δημόσιο και όχι με ειδικές διατάξεις.

Ζητάμε η επιλογή των στελεχών διοίκησης της εκπαίδευσης κάθε βαθμίδας να γίνεται από τα Συμβούλια του εκάστοτε εφαρμοστέου νόμου που ισχύει για όλο το Δημόσιο και όχι από αυτά που συγκροτούνται με ειδικές διατάξεις για να ελέγχονται από την εκάστοτε Πολιτική Ηγεσία.

Ζητάμε η αναπλήρωση των Διευθυντών Εκπαίδευσης να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.

Ζητάμε τουλάχιστον, την τροποποίηση του παρόντος Νόμου, ως προς το μέρος που αφορά στην επιλογή των Περιφερειακών Διευθυντών και των Διευθυντών Εκπαίδευσης και την ισότιμη συμμετοχή των διοικητικών υπαλλήλων τους στις διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης τους.

Ζητάμε την τροποποίηση των κριτηρίων επιλογής των Περιφερειακών Διευθυντών και των Διευθυντών Εκπαίδευσης, ώστε να μπορούν να συμπεριληφθούν ισότιμα και οι διοικητικοί υπάλληλοι στην επιλογή.

Ζητάμε την συγκρότηση ειδικής διακομματικής επιτροπής που θα μεριμνήσει για τα ανωτέρω. Έτσι και αλλιώς, θα δοθεί αναγκαστική παράταση στη θητεία των παρόντων Διευθυντών Εκπαίδευσης, διότι οι θητείες τους λήγουν 31 Ιουλίου 2018 και η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης τους δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΠΟΣΥΠ σε κάθε περίπτωση, αν δεν τροποποιηθεί ο παρών Νόμος ως προς το μέρος που μας αφορά θα προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση του, ως αντισυνταγματικού.

Loading...
  • Δίκτυο ανεξάρτητων διαφημίσεων
    loading...
  • europalso

    ideascentral

    ideascentral