• ​Υπερεθνική πολιτική στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: Προς το τέλος της ακαδημαϊκής αυτονομίας;

    ΠΑΙΔΕΙΑ 🕔05/04/2015 - 13:35 | Author: Newsroom

    Αρθρογράφος:
    Σταύρος Μούτσιος

    H Διαδικασία της Μπολόνια, προωθεί μεταρρυθμίσεις στα πανεπιστήμια των 28 κρατών-μελών της ΕΕ καθώς άλλων 19 χωρών από την Ευρώπη, αλλά και την Κεντρική Ασία, που την συνυπογράφουν.

    Γενικά, θεωρείται ότι πρόκειται κυρίως για τη δημιουργία ενός ‘Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης΄που καθιερώνει κοινές δομές και κριτήρια στις σπουδές, στις μονάδες μαθημάτων, την αξιολόγηση και τα πτυχία, και διευκολύνει την κινητικότητα φοιτητών και καθηγητών. Όπως όμως μαρτυρούν τα πολυάριθμα επίσημα έγγραφα, η Διαδικασία, από κοινού με τις πολιτικές της ΕΕ, έχει και έναν άλλο στόχο: την απομάκρυνση της ακαδημαϊκής αυτονομίας ως ιδέας άρρηκτα συνδεδεμένης με την ιστορία του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου.

    Μια ιδιαίτερη ευρωπαϊκή παράδοση

    Πράγματι, αυτό που διακρίνει το ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο δεν είναι ούτε η αρχαιότητα του ως θεσμoύ, ούτε η ιδιότητά του να εκπαιδεύει διοικητικά και επαγγελματικά στελέχη, και να εκδίδει επίσημους τίτλους. Αυτές τις λειτουργίες επιτελούσαν ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης στον ασιατικό και τον αραβικό χώρο αιώνες πριν εμφανιστούν τα ευρωπαϊκά studia generale. Το διακριτικό γνώρισμα του ευρωπαϊκού θεσμού είναι η ιδέα της ακαδημαϊκής αυτονομίας: της δυνατότητας των μελών του πανεπιστημίου, ως άτομα και ως κοινότητα, να θέτουν τους δικούς τους κανόνες σε σχέση με την έρευνα, τη διδασκαλία, και τη διεύθυνση του ιδρύματός τους.

    Μπορούμε να διακρίνουμε τρία ορόσημα στη γενεαλογία αυτής της ιδέας κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής ιστορίας.Το πρώτο είναι η ελληνική αρχαιότητα. Παραδόξως, η ακαδημαϊκή αυτονομία γεννήθηκε εξαιτίας της γνωστής εχθρότητας του Πλάτωνα προς την δημοκρατία. Ο Πλάτων πίστευε ότι οι πολιτικές απόφασεις θα έπρεπε να λαμβάνονται από έναν περιορισμένο αριθμό ατόμων, φιλοσόφων ή πολιτικών, που θα εκπαιδεύονταν για αυτό το σκοπό σε έναν χώρο που θα ευνοούσε την ελεύθερη έρευνα και την πνευματική διαμάχη. Αυτός ο χώρος ήταν η Ακαδημία του Πλάτωνα, που την ίδρυσε το 387 π.χ., υπό μια έννοια, ως υποκατάστατο της αγοράς, του χώρου όπου όλοι οι πολιτές της Αθηναϊκής πόλης μπορούσαν να διαλέγονται ελεύθερα.

    Το δεύτερο ορόσημο είναι η ίδρυση των πρώτων πανεπιστημίων κατά τους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους. Το αστικό περιβάλλον της μεσαιωνικής πόλης παρείχε τις συνθήκες για τις πρώτες κινήσεις αυτονομίας απέναντι στη εξουσία του Πάπα, του μονάρχη και των φεουδαρχών. Σε αυτό το περιβάλλον ιδρύθηκαν τα πρώτα studia generale, ως universitas διδασκόντων και διδασκομένων. Ο όρος universitas αναφερόταν στις επαγγελματικές συντεχνίες της εποχής και υποδήλωνε μια κοινότητα ατόμων που αναγνωριζόταν ως νομικό πρόσωπο – ένας θεσμός που δεν υπήρχε εκτός Ευρώπης. Με βάση αυτόν το θεσμό λοιπόν ιδρύθηκαν και τα πρώτα πανεπιστήμια, τα οποία, αν και η αναγνώρισή τους εξαρτιόταν από την παπική εξουσία, είχαν αυξημένες δικαιοδοσίες – ακόμη και δικό τους ποινικό σύστημα.

    Το τρίτο και καθοριστικό ορόσημο για την ιδέα της ακαδημαϊκής αυτονομίας είναι τα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου, με συμβολική χρονολογία το 1810, όταν Wilhelm von Humboldt ιδρύει το πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Είναι εποχή του γερμανικού ιδεαλισμού και οι μεγάλοι εκπρόσωποι του (π.χ. Kant, Fichte, Humboldt, Schelling, Schleiermacher και Steffens) θέτουν το χαρακτήρα του πανεπιστημίου στο επίκεντρο του προβληματισμού τους. Κοινή τους άποψη είναι ότι το πανεπιστήμιο αποτελεί μια κοινότητα διδασκόντων και διδασκομένων αφοσιωμένης στην ελεύθερη σκέψη και τη φιλοσοφική και επιστημονική αναζήτηση. Ρόλος του κράτους είναι να παρέχει στο πανεπιστήμιο τα απαραίτητα οικονομικά μέσα χωρίς όμως να επεμβαίνει για να καθορίσει τη γνώση που παράγεται και διδάσκεται σε αυτό. Ο Humboldt μάλιστα ήταν εμφατικός σε αυτό τόσο στο έργο του ‘Τα Όρια της Δράσης του Κράτους’ όσο και στο Μνημόνιο που δημοσιεύσε με αφορμή την ίδρυση του πανεπιστημίου του Βερολίνου.

    Έτσι λοιπόν συγκροτείται ιστορικά στην Ευρώπη το πρόταγμα της ακαδημαϊκής αυτονομίας ως: αυτόνομης δημιουργίας γνώσης που δεν ελέγχεται ούτε εξυπηρετεί έξωθεν συμφέροντα, ως ανεξάρτητη διδασκαλία και ενεργητική μάθηση, και ως αυτοκυβέρνηση του ιδρύματος από τους καθηγητές και τους φοιτητές του.

    Αυτό που επικράτησε βέβαια δεν ήταν η ακαδημαϊκή αυτονομία αλλά η υποταγή του πανεπιστημίου, όπως και όλου του εκπαιδευτικού συστήματος, στο διοικητικό μηχανισμό του κράτους και τις επιταγές της καπιταλιστικής οικονομίας, που όρισαν εν πολλοίς και τον ρόλο του στην ταξική αναπαραγωγή. Το πανεπιστήμιο υπήρξε εντέλει πρωτίστως ένας γραφειοκρατικός, ιεραρχικός οργανισμός στην υπηρεσία του έθνους-κράτους. Ωστόσο η ακαδημαϊκή αυτονομία, ως ιδέα, ως πρόταγμα και ως μερική πραγματικότητα, έστω, έγινε θεμελιώδης διάσταση του πανεπιστημίου και ταυτίστηκε με την ίδια του την έννοια, στην Ευρώπη, αλλά και πέρα από αυτήν.

    ΕΕ και ‘Μπολόνια’

    Από τις αρχές αυτού του αιώνα μας γινόμαστε μάρτυρες μιας υπερεπικρατειακής πολιτικής διαδικασίας που αποψιλώνει αυτήν την ιδέα – κάτι που βέβαια ξεκίνησε νωρίτερα σε κάποιες χώρες (λ.χ. στη Βρετανία). Πρόκειται για τη Διαδικασία της Μπολόνια που σε συνδυασμό με την πολιτική της ΕΕ – που άλλωστε την προωθεί ενεργά – σηματοδοτεί τη δύση του προτάγματος της ακαδημαϊκής αυτονομίας στην πολιτική, γνωστική και παιδαγωγική λειτουργία του.

    Οι πολιτικές αποφάσεις σε σχέση με το πανεπιστήμιο λαμβάνονται πλέον από υπερεθνικά δίκτυα πολιτικών, γραφειοκρατικών και επιχειρηματικών φορέων που λειτουργούν με άνισες σχέσεις εξουσίας, στα οποία προθύμως συμμετέχουν τα κράτη-μέλη. Η γραφειοκρατική μάλιστα πλευρά της ‘Μπολόνια’ είναι πολύ ισχυρή καθώς η όλη διαδικασία παρακολουθείται μέσα από στοχοθετικούς και αξιολογικούς μηχανισμούς (λ.χ. το Bologna Followup Group και οι αξιολογήσεις από τις Αρχές Διασφάλισης Ποιότητας). Ισχυρή όμως είναι και επιχειρηματική εμπλοκή στη Διαδικασία. Για παράδειγμα η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Επιχειρήσεων, η ‘BusinessEurope’, τα μέλη της όποιας είναι 40 εθνικές ομοσπονδίες βιομηχανιών, εκπροσωπείται σε διάφορες επιτροπές της Διαδικασίας και δηλώνει με τον πιο επίσημο τρόπο το ενδιαφέρον της για τη μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου, από τον τρόπο διοίκησής του μέχρι το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών.

    Ο τρόπος διοίκησης που προωθεί όχι μόνο η BusinessEurope, αλλά ολόκληρη η Διαδικασία της Μπολόνια είναι αυτός που ισχύει στις επιχειρήσεις – δηλαδή το μάνατζμεντ. Δεν υπάρχουν εκλεγμένες αρχές, ούτε συμμετοχή των φοιτητών και του διοικητικού προσωπικού στη λήψη αποφάσεων. Το πανεπιστήμιο διοικείται από διορισμένο πρύτανη, κατά το πρότυπο των CEO που διευθύνουν επιχειρήσεις, που πλαισιώνεται από ένα ολιγομελές συμβούλιο επίσης διορισμένων μελών. Ο διοικητικός μηχανισμός του πανεπιστημίου διογκώνεται, αριθμητικά και ως προς τις εξουσίες του, για να επιβάλλει στο ακαδημαϊκό προσωπικό τις στρατηγικές και τους στόχους του μάνατζεμεντ του ιδρύματος.Το ακαδημαϊκό προσωπικό υπόκειται σε διαρκείς διοικητικούς ελέγχους αποδοτικότητας, η οποία δεν ορίζεται μόνο ως η συνήθης παραγωγή δημοσιεύσεων αλλά κυρίως ως η επιτυχία τους στην εξωτερική χρηματοδότηση.

    Οι καθηγητές με άλλα λόγια υποχρεώνονται να κυνηγούν οικονομικούς πόρους, κάνοντας διαθέσιμη την έρευνά τους σε κάθε είδους σπόνσορες, ιδιωτικούς ή κρατικούς. Έτσι, το ακαδημαϊκό προσωπικό χάνει τα όποια ίχνη ακαδημαϊκής αυτονομίας του επέτρεπε να διατηρεί το παραδοσιακό γραφειοκρατικό πανεπιστήμιο. Ο γραφειοκρατικός έλεγχος γίνεται τώρα στοχοκεντρικός και ενδελεχής και συνδυάζεται με τον έλεγχο που ασκούν οι δυνάμεις της αγοράς. Η ίδια η γνώση γραφειοκρατικοποιείται καθώς γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας (λ.χ. αιτήσεις ερευνητικών προγραμμάτων, κοστολόγηση, αναφορές, κ.λπ) από μηχανισμούς που θα τη χρηματοδοτήσουν, πράγμα που συνεπάγεται αυτο-λογοκρισία προκειμένου να ικανοποιηθούν οι χρηματοδότες. Επίσης, η γνώση ιεραρχείται μεταξύ ‘χρήσιμης’ και ‘άχρηστης’ ανάλογα με το κατά πόσο είναι προσοδοφόρα όσον αφορά τα ερευνητικά κονδύλια. Οι συνέπειες για τις ανθρωπιστικές σπουδές είναι συντριπτικές βέβαια, όπου οι σχετικές μεταρρυθμίσεις έχουν επιβάλει το λεγόμενο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο. Αλλά και οι θετικές επιστήμες και η τεχνολογία γίνονται ακόμα περισσότερο υποχείριο σε εταιρικές στρατηγικές (π.χ. στην φαρμακοβιομηχανία, στη βιοτεχνολογία, στην πληροφορική, στη μηχανική, κ.λπ.) λόγω της επιβαλλόμενης υποχρέωσης για εξωτερική χρηματοδότηση. Το είδος και η ποιότητα της έρευνας, όπως και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες διεξάγεται, έχουν αναπόφευκτα επίδραση στα προγράμματα σπουδών καθώς το ακαδημαϊκό προσωπικό διδάσκει συνήθως το αντικείμενο της έρευνάς του.

    Μοχλός για τον έλεγχο του πανεπιστημίου και του έργου του γίνονται όλο και περισσότερο οι κάθε είδους αξιολογήσεις – πέρα από τις παραδοσιακές διεθνείς κατατάξεις των πανεπιστημίων: αξιολόγηση από τις αρχές διασφάλισης ποιότητας, αξιολόγηση από το μάνατζμεντ, αξιολόγηση από τους φοιτητές, συγκριτικές εκθέσεις της ΕΕ, εκθέσεις προόδου του Bologna Followup Group, κλπ. Οι αξιολογήσεις που εισάγει η ‘Μπολόνια’ μπορεί να αναχαιτίζουν τις αυθαίρετες ιεραρχικές πρακτικές τις οποίες έχουν υποστεί γενιές καθηγητών και φοιτητών του γραφειοκρατικού πανεπιστημίου, καθώς αναγκάζει τους εμπλεκόμενους στο ακαδημαϊκό έργο να ‘δίνουν λόγο’ για τα πεπραγμένα τους. Αυτό κάνει αρκετούς να θεωρούν ευπρόσδεκτες τις μεταρρυθμίσεις της ΕΕ και της Μπολόνια. Ωστόσο, παραβλέπουν το γεγονός ότι οι διαρκείς αξιολογήσεις επιφέρουν νέες μορφές ελέγχου, που αγγίζουν τον πυρήνα της ακαδημαϊκής πρακτικής και ακυρώνουν την όποια αυτονομία της. Οι αξιολογήσεις από τα ‘πάνω προς τα κάτω’ και ‘μεταξύ αλλήλων’ επιβάλλουν ένα καθεστώς διαρκούς επιτήρησης των πρακτικών όλων, που ενισχύει τον κομφορμισμό και το υποτακτικό πνεύμα μεταξύ των μελών του ιδρύματος.

    Όμως επιτήρηση μέσω γραφειοκρατικών διαδικασιών (π.χ. ερωτηματολόγια και δείκτες παραγωγικότητας) δεν συνιστά απόδοση λόγου. Για να υπάρχει πραγματική απόδοση λόγου πρέπει να δίδεται πρωτίστως αξία στον ίδιο το λόγο, ως διάλογο, ανταλλαγή απόψεων και ορθολογικών επιχειρημάτων μεταξύ ίσων συνομιλητών. Αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω δημοκρατικών διαδικασιών (λ.χ. συνελεύσεων και εκλογών) οι οποίες είναι θεμελιώδες στοιχείο στην παράδοση του Ευρωπαϊκού πανεπιστημίου, αν και διαστρεβλωμένου από την ιεραρχία, τη γραφειοκρατία και τον κρατικό έλεγχο. Με άλλα λόγια, αληθινή απόδοση λόγου μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχει αληθινή αυτοκυβέρνηση του πανεπιστημίου, με συμμετοχή και λήψη αποφάσεων από όλους τους εμπλεκόμενους, κάτι που οι μεταρρυθμίσεις της ΕΕ και της ΄Μπολόνια’ απομακρύνουν, ως ισχνή πραγματικότητα, αλλά κυρίως ως ιδέα και πρόταγμα ριζωμένο στη ιστορία του νεωτερικού πανεπιστημίου.

    Για να υπάρξει μια πραγματική αναζωογόνηση του πανεπιστήμιου το θέμα δεν είναι να αντικατασταθεί ένας νόμος που εισήχθηκε υπό την Διαδικασία της Μπολόνια με έναν άλλο, που απλώς αμβλύνει το ‘μοντέλο μάνατζμεντ’ ή αποκαθιστά τον παραδοσιακό γραφειοκρατισμό. Το θέμα είναι να ενισχυθεί αποφασιστικά το πρόταγμα της ακαδημαϊκής αυτονομίας (πολύτιμο στοιχείο της Ευρωπαϊκής παράδοσης, εμπλουτισμένο πλέον από την ιστορική εμπειρία των φοιτητικών κινημάτων), δηλαδή η δυνατότητα όλων των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας να διαλέγονται ελεύθερα και να αποφασίζουν συλλογικά και ατομικά για την έρευνά τους, τη διδασκαλία τους, και τη διοίκηση του ιδρύματός τους.

    Σταύρος Μούτσιος

    Αν. Καθηγητής Συγκριτικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Όρχους (Κοπεγχάγη) και Ερευνητικός Συνεργάτης υπό το Πρόγραμμα Marie Curie (IEF) στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ (Βερολίνο).

    alfavita.gr

    Loading...
  • loading...