• Η υιοθέτηση της καθολικής μαθητείας στην ελληνική πραγματικότητα

    ΠΑΙΔΕΙΑ 🕔09/09/2013 - 01:26 | Author: Newsroom

    Αμανατίδης Γιάννης

    Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ, Α΄ Θεσσαλονίκης Αθήνα 3/9/2013

    Η υιοθέτηση της καθολικής μαθητείας στην ελληνική πραγματικότητα: παροχή στις επιχειρήσεις ευέλικτου, ευπροσάρμοστου, φτηνού και χωρίς δικαιώματα εργατικού δυναμικού, που καταρτίζεται, επανακαταρτίζεται και διοχετεύεται στην αγορά εργασίας σύμφωνα με τις ανάγκες της.

    Στο σχέδιο νόμου που κατέθεσε η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας στο Κοινοβούλιο κομβικό σημείο αναφοράς αποτελεί η εισαγωγή αλά γερμανικά (με βάση το γερμανικό μοντέλο) του διττού μοντέλου επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και του θεσμού της μαθητείας στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, στην τυπική και μη τυπική, δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση. Η υιοθέτηση του συγκεκριμένου προτύπου δεν ήρθε ξαφνικά, αλλά αποτελεί τη φυσική συνέχεια των μεθοδεύσεων και ενεργειών των τελευταίων δύο ετών, τόσο σε υπουργικό και κυβερνητικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο φορέων και παραγόντων της βιομηχανίας και του επιχειρηματικού κόσμου Γερμανίας και Ελλάδας, αλλά και συναντήσεων εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης στα πλαίσια της «ελληνογερμανικής συνεργασίας».

    Στα πλαίσια της προετοιμασίας του εδάφους για την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος εντάσσονται τα δύο Μνημόνια που υπέγραψε στο Βερολίνο τον Δεκέμβριο του 2012 ο τότε υφυπουργός Παιδείας Θ. Παπαθεοδώρου: ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ και ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑΣ, τα οποία αφορούν τη συνεργασία και ουσιαστικά την υιοθέτηση του προβαλλόμενου ως επιτυχημένου γερμανικού μοντέλου Ε.Ε.Κ. με διακηρυγμένο στόχο την καταπολέμηση του μεγάλου ποσοστού ανεργίας των νέων στην Ε.Ε. και ειδικά στις χώρες που πλήττονται από δημοσιονομική κρίση και εφαρμόζουν αυστηρά Προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής.

    Οι μεθοδεύσεις για την υιοθέτηση σε επίπεδο Ε.Ε. αυτού του μοντέλου έχουν ήδη αποφέρει αποτέλεσμα, αφού η προσανατολισμένη στην εργασία, δυαδική (διττή) εκπαίδευση τέθηκε ως στόχος του στρατηγικού πλαισίου Ευρωπαϊκής συνεργασίας στην εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΤ 2020) για βιώσιμη ανάπτυξη αλλά και της Ευρωπαϊκής διαδικασίας της Κοπεγχάγης για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση[1]. Στα πλαίσια αυτά έχουν τεθεί από τις χώρες της Ε.Ε. συγκεκριμένοι στόχοι με προοπτική την προαγωγή της κατάρτισης και της απασχολησιμότητας. Σ’ αυτούς τους στόχους περιλαμβάνονται προσπάθειες ώστε να διασφαλιστεί ότι τουλάχιστον το 82% των αποφοίτων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης θα προσληφθούν μέχρι το 2020, και ότι στους νέους θα προσφερθούν θέσεις εργασίας ή περαιτέρω κατάρτιση μέσα σε τέσσερις μήνες από την αποφοίτησή τους. Η δυαδική ή βασισμένη στην εργασία εκπαίδευση αναφέρεται με σαφήνεια ως κομβικό σημείο του εκπαιδευτικού εκσυγχρονισμού και αποτελεί σημείο αναφοράς των ευρωπαϊκών πολιτικών για την εκπαίδευση.

    Είναι σαφέςότι η ανεργία και δη η νεανική ανεργία στην Ένωση προβάλλονται από τις ηγεμονικές δυνάμεις (Γερμανία) ως το άλλοθι για την υιοθέτηση στρατηγικών για την καταπολέμησή της, κατά το δοκούν, σύμφωνα δηλαδή με τις νεοφιλελεύθερες στοχοθεσίες και προτεραιότητες. Το πρόβλημα της ανεργίας είναι υπαρκτό και μείζον, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο υψηλότερος δείκτης νεανικής (κάτω των 25 ετών) ανεργίας στην Ε.Ε. των 27, με στοιχεία του πρώτου τετάρτου του 2013, καταγράφεται στην Ελλάδα αγγίζοντας το 59,6%[2] ενώ στις γυναίκες τις ίδιας ηλικίας το ποσοστό φτάνει στο 66,7%, τη στιγμή που για την ίδια περίοδο του 2013 η ανεργία στην Ελλάδα των άνω των 25 ετών ήταν -σύμφωνα πάντα με τη Eurostat- στο 24,4%.

    Στην Ισπανία ένας στους δυο νέους είναι χωρίς δουλειά και σε δώδεκα από τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. η ανεργία των νέων βρίσκεται πάνω από 25%.

    Σύμφωνα με τα στοιχεία του EMCC (European Monitoring Centre on Change)[3] ο αριθμός των νέων ΝΕΕΤ[i][4] (εκτός εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης) στις χώρες της Ε.Ε. ανέρχεται στα 14 εκατομμύρια, ποσοστό δηλαδή 15,4% των Ευρωπαίων ηλικίας 15-29 ετών (στοιχεία Οκτωβρίου 2012) .

    Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το EMCC για λογαριασμό της Ε.Ε.[5], με θέμα τα χαρακτηριστικά, το κόστος και τις ευρωπαϊκές πολιτικές για τους ΝΕΕΤ και δημοσιεύτηκε το φθινόπωρο του 2012, αναλύοντας τα ποσοστά νεανικής ανεργίας, διαπιστώνεται πως στις χώρες όπου εφαρμόζονται διττά εκπαιδευτικά μοντέλα, όπου συνδυάζεται η εκπαίδευση στην τάξη με μαθητεία στο χώρο εργασίας, η ανεργία και τα ποσοστά των ΝΕΕΤ είναι μικρότερα και η μετάβαση από την κατάρτιση στην αγορά εργασίας ευκολότερη.

    Στην ίδια έρευνα σημειώνεται ότι στις χώρες όπως η Γερμανία, το Η.Β., η Σουηδία, η Δανία κ.ά που εφαρμόζουν το μοντέλο “flexicurity” [6], ακολουθούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές ή/και εφαρμόζουν διττά εκπαιδευτικά συστήματα, το ποσοστό των ΝΕΕΤ είναι χαμηλό.

    Παρατηρείται λοιπόν, με την αξιοποίηση ερευνών -εντός των οργάνων της ΕΕ- με σαφές ιδεολογικό (νεοφιλελεύθερο) πρόσημο, η προσπάθεια κατασκευής συναίνεσης στους κόλπους των χωρών της Ε.Ε. συνδέοντας την εφαρμογή του διττού μοντέλου εκπαίδευσης με τις πολιτικές μείωσης της νεανικής εργασίας, γεγονός που καταδεικνύεται και από την Πρωτοβουλία της Ε.Ε. “Ευκαιρίες για τους Νέους” και την εξειδίκευσή της με οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς τα κράτη-μέλη με τίτλο “Εγγύηση για τους Νέους”- με στόχο όλοι οι νέοι να βρίσκονται σε απασχόληση, μαθητεία ή πρακτική άσκηση μέσα σε 4 μήνες από την μέρα που βγαίνουν στην ανεργία ή εγκαταλείπουν την τυπική εκπαίδευση[7]. Τα κράτη-μέλη καλούνται να προάγουν τη μαθητεία-πρακτική άσκηση εκπονώντας αντίστοιχα προγράμματα με στόχο την “υψηλής ποιότητας εργασία σε ασφαλείς συνθήκες”. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το συνολικό κόστος που απαιτείται για να εφαρμοστούν τα προγράμματα του Ταμείου Εγγύησης των Νέων στην Ευρωζώνη, αντιστοιχεί στο 0,45% του ΑΕΠ της, δηλαδή σε 21 δισ. ευρώ[8], την πλειοψηφία των οποίων θα καρπωθούν επιχειρήσεις που θα μετέχουν στα προγράμματα.

    Μέσα στα επόμενα χρόνια η Ε.Ε. προτίθεται να δαπανήσει έξι δισ. ευρώ σε ειδικά προγράμματα για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων[9].. Σύμφωνα με τον Γερμανό εντεταλμένο της Μέρκελ για την ελληνογερμανική συνεργασία, Χοακιμ Φούχτελ, σε ημερίδα για την επαγγελματική εκπαίδευση στην Ευρώπη που πραγματοποιήθηκε στο δημαρχείο Θεσσαλονίκης, μέρος των κονδυλίων αυτών θα κατευθυνθεί και στο δυαδικό σύστημα μαθητείας και επαγγελματικής κατάρτισης των νέων, με αναμενόμενα οφέλη τη μείωση της ανεργίας, την προώθηση των νέων στην αγορά εργασίας αλλά και τον προσανατολισμό σε ακαδημαϊκές σπουδές με τέτοιο τρόπο ώστε η επαγγελματική κατάρτιση να ανταποκρίνεται στη ζήτηση της αγοράς για παραγωγή ποιοτικών προϊόντων.

    Είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης που υιοθετούνται με πρότυπο το γερμανικό διττό μοντέλο, λειτουργούν προς όφελος του κεφαλαίου εφόσον παρέχουν στις επιχειρήσεις ευέλικτο, ευπροσάρμοστο, φτηνό και χωρίς δικαιώματα εργατικό δυναμικό που καταρτίζεται, επανακαταρτίζεται και διοχετεύεται στην αγορά εργασίας σύμφωνα με τις ανάγκες της. Ταυτόχρονα, επιτυγχάνεται και άλλος στόχος, καθώς η επαγγελματική εκπαίδευση προβάλλεται ως «ενεργητική πολιτική απασχόλησης» που συμβάλλει σημαντικά στην καταπολέμηση της νεανικής ανεργίας, μειώνοντας τους αντίστοιχους δείκτες, εφόσον οι μαθητευόμενοι προσμετρούνται ως απασχολούμενοι. Στα πλαίσια αυτά (και με βάση τα υπογεγραμμένα μνημόνια συνεργασίας και κατανόησης) υλοποιούνται με κοινοτική επιδότηση προγράμματα κατάρτισης, μαθητείας και πρακτικής, ενώ ενισχύεται η κινητικότητα των εργαζομένων, μαθητευομένων και ανέργων από επιχείρηση σε επιχείρηση, από κλάδο σε κλάδο και εντός των χωρών της Ε.Ε.

    ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

    Η Δυαδική επαγγελματική εκπαίδευση στη Γερμανία αφορά σχεδόν 350 διαφορετικά επαγγέλματα. Στα πλαίσια αυτής της εκπαίδευσης, που συνδέει την εκπαίδευση με την αγορά εργασίας και που διαρκεί ανάλογα με το επάγγελμα και το σχολικό απολυτήριο, από δύο ως και τρεισήμισι χρόνια, ο νέος των 15 ετών και άνω αφιερώνει 70% του χρόνου μαθητείας στην πρακτική εξάσκηση εντός της επιχείρησης και 30% στην απόκτηση θεωρητικών γνώσεων στις δημόσιες επαγγελματικές σχολές. Σε όλο το διάστημα της εκπαίδευσης οι μαθητευόμενοι αμείβονται από τους εργοδότες στη βάση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας[10]. Η πιστοποίηση των πτυχίων γίνεται από τα αρμόδια επιμελητήρια και είναι ομοιογενής για όλα τα ομοσπονδιακά κρατίδια. Ένα μεγάλος μέρος της χρηματοδότησης -σχεδόν το 75%- προέρχεται από τις βιομηχανίες και το υπόλοιπο από τα ομοσπονδιακά κρατίδια.

    Στο γερμανικό σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης το οποίο χαρακτηρίζει η έντονη ταξικότητα, διοχετεύονται οι μαθητές 15 ετών και άνω, από τα κατώτερα κοινωνικά/οικονομικά στρώματα. Στις δομές αυτές φοιτούν και μεγαλύτεροι σε ηλικία μαθητές, οι οποίοι για οικονομικούς λόγους δεν αποπεράτωσαν σπουδές πανεπιστημιακές. Βάση του συστήματος αποτελεί η προσφορά θέσεων μαθητείας από τις επιχειρήσεις, με την οποία γίνονται οι εγγραφές. Οι μαθητευόμενοι αμείβονται με χαμηλούς μισθούς, χαμηλότερους από τον κατώτατο και ανάλογα με την ειδικότητα. Ο κατώτατος μισθός της μαθητείας στη Γερμανία είναι στα 400 ευρώ. Τα της επαγγελματικής εκπαίδευσης στη Γερμανία αποφασίζονται και διαμορφώνονται από τις εταιρείες, οι οποίες είναι αρμόδιες για τον καθορισμό των ειδικοτήτων που θα προσφέρονται, δημιουργώντας παράλληλα τις θέσεις μαθητείας, αλλά και έχοντας αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιεχόμενου των σπουδών σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες της αγοράς. Εξάλλου, η πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων των αποφοίτων γίνεται από τα Επιμελητήρια τα οποία συγκροτούνται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις[11].

    Η δημογραφική αλλαγή στη Γερμανία έχει αντίκτυπο και στην αγορά επαγγελματικής εκπαίδευσης: ενώ παλαιότερα υπήρχε σοβαρή έλλειψη σε θέσεις μαθητείας, τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των αποφοίτων από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση συνεχώς μειώνεται. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων, ο αριθμός των αιτήσεων για θέσεις μαθητείας μειώθηκε κατά 30% από το 2007, ενώ στην ανατολική Γερμανία η μείωση έφτασε το 50%. Ταυτόχρονα σημειώνει αύξηση ο αριθμός των νέων που επιθυμούν να φοιτήσουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με αποτέλεσμα πολλές θέσεις μαθητείας σε τεχνικά και συναφή επαγγέλματα να παραμένουν κενές[12].

    Γι’ αυτό και σε πολλές δημόσιες εμφανίσεις του στην Ελλάδα ο Χ. Φούχτελ έχει αναφερθεί στη διαθεσιμότητα χιλιάδων θέσεων μαθητείας στη Γερμανία που μπορούν να καλυφθούν από νέους από την Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία. Σε Ημερίδα για την Ε.Ε.Κ. στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 2013, ο ίδιος ανέφερε: «η Γερμανία διαθέτει πολλές διαθέσιμες θέσεις σε σχολές μαθητείας και επιθυμεί να καλυφθούν από νέους που προέρχονται από την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Οι τελευταίοι, θα λαμβάνουν αποδοχές και θα μπορούν να παρακολουθήσουν προγράμματα εκμάθησης της γλώσσας στην πατρίδα τους αλλά και στη Γερμανία».

    Πάντως τα τελευταία χρόνια επικρατεί προβληματισμός στις επιχειρήσεις που προσφέρουν θέσεις μαθητείας ως προς τα σοβαρά κενά των υποψηφίων στη γερμανική γλώσσα και στα μαθηματικά[13]. Αυτό ακριβώς αποτελεί και σημείο κριτικής για το Γερμανικό μοντέλο, η έμφαση δηλαδή στην κατάρτιση και ο εξοβελισμός από τα αναλυτικά προγράμματα των μαθημάτων γενικής παιδείας με αποτέλεσμα να παρατηρούνται κενά στους αποφοίτους σε μαθήματα όπως η γλώσσα και τα μαθηματικά.

    ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΔΙΤΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

    Ένα πρώτο πιλοτικό μοντέλο Ε.Ε.Κ. που αφορά τον τομέα του τουρισμού ξεκινά το φθινόπωρο στην Αθήνα και στο Ηράκλειο. Η επέκταση και σε άλλους τομείς της ελληνικής οικονομίας εξετάστηκε σε πρόσφατο συνέδριο στη Θεσσαλονίκη στα πλαίσια της ελληνογερμανικής συνεργασίας για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε επίπεδο δήμων.

    Σύμφωνα με τις συζητήσεις που γίνονται για τη μεταφορά του γερμανικού μοντέλου Ε.Ε.Κ. στην Ελλάδα, μια μορφή επαγγελματικής εκπαίδευσης που κατά κάποιο τρόπο μοιάζει με το γερμανικό μοντέλο υπάρχει και στην Ελλάδα. Πρόκειται για τις Επαγγελματικές Σχολές του ΟΑΕΔ, όπου φοιτούν κατά μέσο όρο 10.000 μαθητές ηλικίας 16 ως 23 ετών. Σε αντίθεση με τις επαγγελματικές σχολές που λειτουργούν στην Ελλάδα, το γερμανικό «δυαδικό επαγγελματικό σύστημα» είναι σαφώς προσανατολισμένο στις ανάγκες των επιχειρήσεων.

    Ο γερμανικός ζήλος για την εφαρμογή του διττού μοντέλου στην Ελλάδα, αλλά και την στελέχωση των κενών θέσεων μαθητείας στη γερμανική περιφέρεια, διαφαίνεται από τις δηλώσεις τόσο της Εύα Βίτχοφ από το Διεθνές Γραφείο του γερμανικού υπουργείου Παιδείας, που έχει δηλώσει πως η χρηματοδότηση για την αλλαγή του συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι εξασφαλισμένη και ότι «το ζητούμενο είναι η δημιουργία επαγγελματικών σχολών. Για αυτή την υπόθεση διατίθενται τόσο οικονομικά κονδύλια από τη Γερμανία όσο και από τα διαρθρωτικά προγράμματα της Ε.Ε.. Βρισκόμαστε σε στενή επαφή με την ελληνική πλευρά και εξετάζουμε πως μπορούν να αξιοποιηθούν αυτά τα κονδύλια και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι πρωτοβουλίες που θα ήταν προς όφελος και των δύο πλευρών», αλλά και του γερμανού Υπ. Οικονομικών, Γ. Σόιμπλε ο οποίος κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013, στο πλαίσιο των συναντήσεών του με οικονομικούς παράγοντες, απηύθυνε πρόταση-πρόσκληση σε Έλληνες νέους να μεταβούν στη Γερμανία για επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς «το γερμανικό σύστημα Τεχνικής Εκπαίδευσης είναι διάσημο για την αποτελεσματικότητά του οι Έλληνες θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτό προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της ανεργίας που μαστίζει τη χώρα». Μάλιστα, κάλεσε τους υπουργούς Εργασίας των δύο χωρών να συνεργαστούν ώστε να βρουν τρόπους με τους οποίους το σχέδιο αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.

    ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ ΔΙΤΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ;

    Για το αν και κατά πόσο είναι εφικτή η υιοθέτηση του γερμανικού μοντέλου διττής εκπαίδευσης στην Ελλάδα έχουν διατυπωθεί αρκετές ανησυχίες ακόμα και από τους ίδιους τους εισηγητές του εγχειρήματος. Με δεδομένη τη διαφορετική επιχειρηματική κουλτούρα και νοοτροπία απέναντι στη μαθητεία στη χώρα μας, την απαξίωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, η επιτυχία της εφαρμογής ενός τέτοιου μοντέλου είναι αμφίβολη. Αναγκαία συνθήκη είναι οι εργοδότες να είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν τις αποδοχές των μαθητευομένων ενώ εκφράζονται αμφιβολίες κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί σε καιρούς βαθιάς οικονομικής κρίσης μιας και ήδη παρατηρούνται φαινόμενα όπου εργοδότες που έχουν προσλάβει μαθητευόμενους εργαζόμενους, απολύουν παρανόμως μόνιμο προσωπικό, τη στιγμή μάλιστα οι ελεγκτικοί μηχανισμοί στη χώρα μας είναι από αναποτελεσματικοί ως ανύπαρκτοι. Δεν έχει ληφθεί υπόψη κατά την υπογραφή των Μνημονίων συνεργασίας και των επαφών ότι οι συνθήκες που επικρατούν στην εκπαίδευση, την οικονομία, τις βιομηχανίες της Γερμανίας απέχουν κατά πολύ από αυτές που επικρατούν στην Ελλάδα, καθώς στη Γερμανία υπάρχουν οι δομές (βιομηχανίες, υπηρεσίες) όπου μπορεί να ευδοκιμήσει η μαθητεία εκτός σχολικού πλαισίου, τη στιγμή που στην Ελλάδα υπάρχει κρίση που έχει οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις στο κλείσιμο.

    Οι ενδοιασμοί που εκφράζονται από φορείς και εκπροσώπους εργαζομένων σχετίζονται με την ελληνική πραγματικότητα, όπου συνήθως οι μαθητευόμενοι αντιμετωπίζονται στις επιχειρήσεις ως εργαζόμενοι και όχι ως νέοι που μαθαίνουν μια «τέχνη» και πολύ συχνά αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

    Εξάλλου, επισημαίνεται από πολλούς η άκριτη υιοθέτηση (μέσω υπογραφής μνημονίων κλπ) παρεμβάσεων σχεδιασμένων σε άλλες χώρες (γερμανικό διττό μοντέλο) χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες του κοινωνικοοικονομικού και πολιτισμικού πλαισίου κάθε χώρας, όπως και η παράβλεψη των βασικών επιστημονικών δεδομένων για τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό και την αντιμετώπιση της νεανικής ανεργίας[14].

    ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

    Ο Υπουργός Παιδείας σε κάθε ευκαιρία εντός και εκτός κοινοβουλίου και σε όλους τους τόνους, υπογραμμίζει εμφατικά την πολιτική βούληση για στροφή προς τη μαθητεία προαναγγέλλοντας σε ομιλία του στην ολομέλεια στις 17/07/2013 ένα Τεχνικό Λύκειο «που θα παρέχει, θα μεταδίδει, θα εφοδιάζει τους σπουδαστές του με τις απαιτούμενες τεχνικές και επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητες, με καθολική εφαρμογή του θεσμού της μαθητείας….».

    Στο πνεύμα αυτό κινείται το κατατεθέν σχέδιο νόμου που εισάγει τη συγκεκριμένη μορφή μαθητείας στο Επαγγελματικό Λύκειο και ιδρύει παράλληλα τα Σ.Ε.Κ. μεταγυμνασιακά δηλαδή Ι.Ε.Κ. με κεντρικό στοιχείο τη μαθητεία, η πιστοποίηση της οποίας θα γίνεται από τον ΕΟΠΠΕΠ. Δίνει ταυτόχρονα τη δυνατότητα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις να ιδρύουν και να λειτουργούν Σ.Ε.Κ., γεγονός που αν συνδυαστεί με την ευρύτερη πολιτική υποβάθμισης του δημόσιου σχολείου, γίνεται αντιληπτό πως η μερίδα του λέοντος της επαγγελματικής εκπαίδευσης θα περάσει στα χέρια ιδιωτών.

    Μένει να διαπιστωθεί αν το νεοφιλελεύθερο όραμα της κυβέρνησης –κατ’ εντολή και καθ’ υπόδειξη της ηγεσίας της Γερμανίας- θα υλοποιηθεί, ή αν θα υπερισχύσουν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά επιβίωσης του ελληνικού λαού που θα αποτινάξει το μνημονιακό ζυγό της λιτότητας, της καταστρατήγησης κάθε δικαιώματος και υποβάθμισης κάθε δημόσιου αγαθού.

    Loading...
  • Δίκτυο ανεξάρτητων διαφημίσεων
    loading...