Πενήντα περίπου υποψήφιοι Διευθυντές των Διευθύνσεων Πειραιά, Α, Γ, Δ Αθήνας, και Κορινθίας, αναμένεται να καταθέσουν σήμερα στον Γενικό Γραμματέα της Κομισιόν (Βρυξέλλες) προσφυγή για διερεύνηση και εκδίκαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπόθεσης με θέμα τις διαδικασίες των που έγιναν τον Ιούλιο 2017, σύμφωνα με το Νόμο (Γαβρόγλου) Ν. 4473/2017.

Κρίσεις βάσει των οποίων προωθήθηκαν όπως έχουμε γράψει στο παρελθόν στελέχη των συνδικαλιστικών ψηφοδελτίων του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα.

Τα κύρια σημεία της προσφυγής τους είναι:
ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΛΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΊΩΝ ΕΠΙΛΟΓΗΣ: Ο διορισμός των 2 μελών των Συμβουλίων Επιλογής χωρίς προηγούμενη πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Τα 5 από τα 7 μέλη ήταν διορισμένα όπως έχει γραφεί πολλές φορές.

ΜΕΛΟΣ ΠΥΣΔΕ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΣΕ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΣΧΟΛΕΙΟΥ : Σύμφωνα με το κείμενο της προσφυγλης μέλος διευρυμένου Συμβουλίου επιλογής διεκδικούσε και θέση Διευθυντή Σχολείου, γεγονός που απαγορεύεται ρητά από το νόμο 4327/2015 στο άρθρο 21, παράγραφο 13.

ΙΣΟΤΗΤΑ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ: Η σύνθεση συγκεκριμένων Συμβουλίων, λόγω της ισότητας των δύο φύλων, δεν ήταν σωστή. Θα έπρεπε το 1/3 των μελών να είναι γυναίκες. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1α του Ν.2839/2000 ( Α ́196 ), και της εγκυκλίου Φ350/81197846/Ε3/21-11-2016 σε κάθε υπηρεσιακό συμβούλιο των δημόσιων υπηρεσιών, των Ν.Π.Δ.Δ., και των Ο.Τ.Α., ο αριθμός των οριζομένων από τη Διοίκηση μελών κάθε φύλου ανέρχεται σε ποσοστό ίσο τουλάχιστον με το 1/3 των οριζομένων. Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επομένη ακέραια μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο με μισό της μονάδας και άνω.

ΜΥΣΤΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ: Καταγγέλλεται η μυστική ψηφοφορία των συλλόγων με τα φύλλα αποτίμησης που αποτύπωνε τη γνώμη των μονίμων συνυπηρετούντων εκπαιδευτικών και θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί από τα διευρυμένα συμβούλια. Η απόφαση του ΣτΕ 711/2017 για το λόγο της ψηφοφορίας ακύρωσε το Νόμο Μπαλτά Κουράκου (Ν. 4327/2015). Στην ενότητα 5 της έκθεσης της Κομισιόν 2017 αναφέρεται στη ψηφοφορία με την πρόταση: «δεν είναι σαφές ποια βαρύτητα έχει η γνώμη των εκπαιδευτικών».

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ της ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ: Αναφέρεται επίσης στην προσφυγή προς τον Γραμματέα της Κομισιόν ότι έχουν κατατεθεί 2 αιτήσεις ακύρωσης του νόμου Γαβρόγλου στο Συμβούλιο Επικρατείας από 150 περίπου υποψήφιους διευθυντές και αναμένεται η εκδίκαση στους επόμενους 6 μήνες.

ΜΥΝΗΤΗΡΙΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Επίσης τον ενημερώνουν ότι έχουν κατατεθεί πολλές μηνυτήριες αναφορές στις εισαγγελικές αρχές.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Οι υποψήφιοι που προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή επιτροπή για δικαίωσή τους αναφέρουν εκτός των άλλων ότι έγιναν αυθαιρεσίες στις κρίσεις και προσκομίζουν στοιχεία με αποδελτιωμένους πίνακες καθώς επίσης και με τις ανακηρύξεις υποψηφίων για μέλη των ΠΥΣΔΕ, ΑΠΥΣΔΕ, ΚΥΣΔΕ (ψηφοδέλτια).

ΤΟ «ΑΣΑΝΣΕΡ»: Υπάρχει επίσης η καταγγελία τους ότι πολλοί υποψήφιοι ανέβηκαν δεκάδες θέσεις στον πίνακα των υποψηφίων Διευθυντών με τη βοήθεια της συνέντευξης ενώ αντίθετα κάποιοι άλλοι, επιλεκτικά, που ήταν σε πολύ υψηλές θέσεις του πίνακα των αντικειμενικών κριτηρίων κατέβηκαν δεκάδες θέσεις.

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Σε 10 μέρες η Ευρωπαική Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να απαντήσει στους προσφεύοντες υποψήφιους Διευθυντές, για την εξέλιξη της πορείας.

Σε δύο χρόνια θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασης και εκδίκασης της υπόθεσης αυτής. Οι προσφεύγοντες θα ενημερώνονται σε κάθε στάδιο της από την Ευρωπαϊκή επιτροπή.

Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρίνει ότι ενδέχεται να υπάρχει παράβαση του δικαίου της Ένωσης η οποία δικαιολογεί την κίνηση διαδικασίας παράβασης, απευθύνει στο οικείο κράτος μέλος επιστολή αποκαλούμενη «προειδοποιητική επιστολή» με την οποία το καλεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός καθορισμένης προθεσμίας.Το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται αυτή η επιστολή πρέπει να λάβει θέση αναφορικά με τα πραγματικά και τα νομικά στοιχεία πάνω στα οποία η Επιτροπή στηρίζει την απόφασή της να κινήσει διαδικασία παράβασης.Ανάλογα με την απάντηση του κράτους μέλους, ή σε περίπτωση μη απάντησης, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να του αποστείλει «αιτιολογημένη γνώμη» στην οποία εκθέτει με σαφήνεια και οριστικά τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι υπάρχει παράβαση του δικαίου της Ένωσης και με την οποία καλεί το κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς το δίκαιο της Ένωσης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (συνήθως δύο μήνες).Σκοπός των επίσημων επαφών είναι να εξακριβωθεί εάν όντως υπάρχει παράβαση του δικαίου της Ένωσης και, εφόσον υπάρχει, να καταβληθεί προσπάθεια επανόρθωσης στο στάδιο αυτό χωρίς την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.Ανάλογα με την απάντηση, η Επιτροπή μπορεί επίσης να αποφασίσει τη μη συνέχιση της διαδικασίας παράβασης, εάν για παράδειγμα το κράτος μέλος δώσει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι θα τροποποιήσει τη νομοθεσία ή τη διοικητική του πρακτική. Οι περισσότερες περιπτώσεις διευθετούνται με τον τρόπο αυτό.