Δικαστική απόφαση σταθμός για τους συμβασιούχους !

ΠΑΙΔΕΙΑ 🕔24/06/2018 - 10:40 | Author: Newsroom

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΑΘΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ! Συνάδελφοι,δικαστική απόφαση για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων ορισμένου χρόνου. Αναγνωρίζει ότι αυτοί είναι αορίστου χρόνου και τους δικαιώνει! Αφορά τους συμβασιούχους του Τ.Ε.Ι. Αθήνας!

Αριθμός Απόφασης: 772/2018  (Γενικός αριθμός κατάθεσης 544014/2017 και αριθμός κατάθεσης δικογράφου
αγωγής 1358/2017)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Θεοδώρα Καρατσικάκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνοεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Γεωργία Σταφιδά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Οκτωβρίου 2017, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων : 1) … του …, κατοίκου Αθηνών, με Α.Φ.Μ. .. 2) …. του …, κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με Α.Φ.Μ. .., 3) … του …, κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .., με Α.Φ.Μ. .., 4) … του .., κατοίκου .., οδός .. αρ. .., με Α.Φ.Μ. .., 5) … του …, κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με Α.Φ.Μ. .., 6) … του …, κατοίκου Αθηνών, οδός .. αρ. ..με Α.Φ.Μ. .., 7)… του …, κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. ..με Α.Φ.Μ. .., 8) … του … , κατοίκου .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 9) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 10)… του … , κατοίκου .. Αττικής οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., 11) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., 12) … του .., κατοίκου Αθηνών, οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., 13) … του …, κατοίκου .. Αττικής οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., 14) … του …, κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., 15) … του .., με Α.Φ.Μ. .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. ..με ΑΦΜ .., 16) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός ..αρ. .. με ΑΦΜ .., 17)… του …, κατοίκου .. Αττικής, οδός ..αρ. .., με ΑΦΜ .., 18)… του .., κατοίκου .. Αττικής οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 19) …,.του … , κατοίκου Αθηνών, οδός ..αρ. .., με ΑΦΜ .., 20)… του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 21) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός ..αρ. .. με ΑΦΜ .., 22)… του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός ..αρ. .. και .. με ΑΦΜ .., 23) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 24) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., 25) … του .. κατοίκου .. Αττικής οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 26) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 27) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 28) … του .., καοτίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 29) … του .., κατοίκου Αθηνών, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 30) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 31) … του .., κατοίκου .. Αττικής, οδός .. αρ. .. με ΑΦΜ .., 32) … του .., κατοίκου Αθηνών, οδός ..αρ. .. με ΑΦΜ .., 33) … του .., κατοίκου …Αττικής οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., οι οποίοι παραστάθηκαν η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη, ο ένατος, η ενδέκατη, η δωδέκατη, η δέκατη τρίτη, η δέκατη τέταρτη, ο δέκατος έβδομος, η δέκατη όγδοη, η εικοστή πρώτη, η εικοστή δεύτερη η εικοσιή όγδοη, ο εικοστός ένατος, η τριακοστή δεύτερη, η τριακοστή τρίτη, ο τριακοστός τέταρτος, ο τριακοστός έβδομος, και ο τεσσαρακοστός πρώτος δια και οι λοιποί μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Αποστόλου Παπακωνσταντίνου.

Του εναγομένου : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία “….” [Τ.Ε.Ι.], που εδρεύει στο …, νομίμως εκπροσωπούμενο που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Μαρίας Μαρόλη με ΑΜΔΣΑ 030072.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 6.06.2017 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 544014/2017 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1358/2017 η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

II. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ, προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδίκαιους. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 123/2012). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπιώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς κσταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατα την απόλυση ο ν. 2112/ 1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας. Εξάλλου, ο νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σύμβασης (ή σχέσης) ως σύμβασης εργασίας, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως, οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο (ΑΕΔ 3/2001, Ολ. ΑΠ β`2001), το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης οχέοης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη “μετατροπή” του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ. ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας oρισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράψει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 7/2011, ΑΠ201/2015 α`δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από τις ρήτρες 2 παρ. 1, 4, 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ενσωματώθηκε ως παράρτημα η από 18.3.1999 συμφωνία των διεπαγγελματικών οργανώσειον γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP και προσέλαβε με τον τρόπο αυτό ισχύ παράγωγου κοινοτικού δικαίου, συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις της Οδηγίας, εφόσον δεν γίνεται διάκριση, αναφέρονται σε όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα από το αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, ο σκοπός δε αυτής είναι διττός και συνίσταται αφενός στην διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης των συνθηκών απασχόλησης των εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και αφετέρου στην καθιέρωση από τα κράτη – μέλη ρυθμιστικού πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση από την χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι ρυθμίσεις του εθνικού νομοθέτη, για να είναι σύμφωνες με τον δεύτερο σκοπό της συμφωνίας πλαισίου, πρέπει να περιλαμβάνουν ένα τουλάχιστον από τα περιοριστικά μέτρα που υποδεικνύονται στην ρήτρα 5 παρ. 1 της Οδηγίας για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την κατάρτιση ή ανανέωση τέτοιων συμβάσεων, μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών και μέγιστο επιτρεπτό αριθμό ανανεώσεων. Για την περίπτωση δε παράβασης των περιορισμών αυτών ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να ορίζει «όταν χρειάζεται», υπό ποιες συνθήκες οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις αορίστου χρόνου. Με τις ρυθμίσεις αυτές δεν τίθενται κανόνες παράγωγου κοινοτικού δικαίου άμεσης εφαρμογής και τα κράτη – μέλη διαθέτουν ευχέρεια επιλογής να προβλέψουν πρόσφορες κυρώσεις για την αποτροπή κατάχρησης, χωρίς να επιβάλλεται σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων να χαρακτηριστούν ως αορίστου χρόνου, εφόσον ο χαρακτηρισμός αυτός προβλέπεται ως δυνητικό μέτρο. Για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την προαναφερόμενη Οδηγία εκδόθηκε το Π.Δ. 164/2004, ως προς τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με τα άρθρα 5 και 6 αυτού ορίστηκε ότι η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια παρεμφερή ειδικότητα και όρους εργασίας, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση α) εφόσον για την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες γίνονται εγγράφως, μεσολαβεί μεταξύ αυτών χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών μηνών και σε κάθε περίπτωση ο αριθμός τους δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των τριών, β) εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι υφίστανται όταν οι επόμενες τα αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος της επιχείρησης. Ο αριθμός των διαδοχικών αυτών συμβάσεων δεν επιτρέπεται κατά κανόνα να είναι μεγαλύτερος των τριών και η διάρκειά τους να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες. Με το άρθρο 7 ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ως «κύρωση», ότι η συνέπεια της κατάρτισης συμβάσεων του είδους αυτού κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων είναι η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, σε περίπτωση όμως που εκτελέστηκε η άκυρη σύμβαση ο εργαζόμενος λαμβάνει τα οφειλόμενα βάσει αυτής ποσά, δικαιούται δε να λάβει ως αποζημίωση και το ποσό που δικαιούται να λάβει ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης. Η ρύθμιση αυτή είναι συμβατή με την παραπάνω Οδηγία, εφόσον θεσπίζονται κριτήρια αποτροπής της κατάχρησης που προκαλεί η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (όπως είναι η καθιέρωση ελάχιστου χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της κατάρτισης των συμβάσεων, ο καθορισμός ανώτατου επιτρεπτού αριθμού συμβάσεων και ανώτατου επιτρεπτού χρόνου απασχόλησης), καθώς και η κύρωση για την περίπτωση κατάρτισης τέτοιων συμβάσεων χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων και την πλήρωση των κριτηρίων (ακυρότητα σύμβασης, καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημίωση). Με το παραπάνω Π.Δ. προκρίθηκαν τα παραπάνω, ως «κύρωση» και όχι η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, όπως θα μπορούσε καταρχήν να θεσπίσει ο εθνικός νομοθέτης για την προστασία των εργαζομένων, βάσει της συμφωνίας πλαισίου. Τούτο όμως θα ήταν ανεπίτρεπτο, ενόψει της κατηγορηματικής απαγόρευσης μετατροπής των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, η οποία θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, η οποία προστέθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής. Λόγω, όμως, της καθυστέρησης συμμόρφωσης της Ελλάδας προς την παραπάνω Οδηγία, η οποία, ενώ έπρεπε να γίνει μέχρι τις 10.7.2001 και κατόπιν παράτασης για την Ελλάδα μέχρι τις 10.7.2001, έγινε τελικά με τη δημοσίευση του Π.Δ. στις 19.7.2004 (Φ.Ε.Κ. Α` 134), προκειμένου να καλυφθεί το διάστημα μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ., για τις εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που υπάγονται στον δημόσιο τομέα, με εργαζομένους που αν και προσλήφθηκαν πριν τη συμμόρφωση της Ελλάδας στην Οδηγία για την κάλυψη απρόβλεπτων, επειγουσών ή πρόσκαιρων αναγκών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, καλύπτουν εντούτοις πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως τούτο προκύπτει και από τις διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων, ορίστηκε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. ότι, διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του Π.Δ. και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος του, συνιστούν εφεξής συμβάσεις αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) συνολική χρονική διάρκεια των συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ., ανεξάρτητα από τον αριθμό ανανεώσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο χρόνος απασχόλησης να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας της αρχικής σύμβασης και γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός. Για τη διαπίστωση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών ορίζεται στη διάταξη ειδική διοικητική διαδικασία, στην οποία πρέπει να προσφύγουν οι εργαζόμενοι ύστερα από αίτησή τους, κατά την οποία διαδικασία το υπηρεσιακό συμβούλιο του εργοδότη ή άλλο αρμόδιο προς τούτο όργανο, κρίνει αν οι συμβάσεις εργασίας ή έργου ή άλλες σχέσεις υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κρίση του αυτή διαβιβάζεται στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται σχετικά. Η ρύθμιση αυτή με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 έγινε, κατά παρέκκλιση μεν του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, χωρίς όμως να αντίκειται στη διάταξη αυτή (βλ. σχετ. ΣτΕ 1253/2006, ΕΕργΔ 2006, 1356).

Ενόψει της συνταγματικής απαγόρευσης μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, ακόμη και στην περίπτωση που εργαζόμενοι απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα, η κατ’ εξαίρεση μετατροπή αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής της Ελλάδας στην Οδηγία μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, μπορεί να γίνει μόνο όταν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 11 αυτού. Ο χαρακτηρισμός τους δε αυτός ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 του ΑΚ και 8 του Ν. 2112/1920, έστω κι αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, ούτε κατ’ επιταγή της παραπάνω Οδηγίας έχουν εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από τις 10.7.2002 μέχρι τις 19.7.2004, εφόσον ο εργοδότης (Δημόσιο, Ο.ΤΑ. και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα) δεν έχει ευχέρεια σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου και σε περίπτωση σύναψής τους αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες (βλ. ΟλΑΠ 19 – 20/2007, ΕλλΔνη 48, 992, ΣτΕ 2228/2007). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 2. 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994, 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004 και 1 του Ν. 3320/2005, προκύπτει ότι: 1) συνεχείς και διαδοχικές χωρίς να μεσολαβεί μεταξύ τους κενό μεσοδιάστημα έγγραφες συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε καταρτίσει ο εργαζόμενος με το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα για να καλύψει στην πραγματικότητα όχι πρόσκαιρες αλλά μόνιμες και διαρκείς ανάγκες τούτου οι οποίες (διαδοχικές συμβάσεις) έχουν συναφθεί πριν από την 19η Ιουλίου 2004 (χρόνος δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης του Π.Δ. 164/2004) και είναι ενεργείς κατά την έναρξη της ισχύος το προεδρικού αυτού διατάγματος (164/2004), συνιστούν σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όχι με τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, το οποίο εν προκειμένω είναι ανεφάρμοστο (βλ. ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ό.π), αλλά μόνο αν συντρέχουν οι όροι της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 βεβαιούμενοι κατά τον διαγραφόμενο στο άρθρο αυτό τρόπο και 2) η κατά τα παραπάνω συνιστώμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει χρόνο κατάρτισης αυτόν που συμπίπτει με τον χρόνο σύναψης της πρώτης κατά σειρά από τις συνεχείς και διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά το μεταγενέστερο χρόνο έκδοσης της πράξης κατάταξης του αρμοδίου υπηρεσιακού οργάνου σε ήδη υφιστάμενη ή στη νόμιμα συσταθείσα με κοινή υπουργική απόφαση και νόμιμα δημοσιευθείσα κενή οργανική θέση προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3320/2005), οπότε και θεωρείται από το χρόνο αυτό (έκδοσης., της πράξης κατάταξης) ότι ο εργαζόμενος έχει προσληφθεί με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και λαμβάνει τις αποδοχές της θέσης του από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής του. Τούτο, άλλωστε, προκύπτει σαφώς και από τη διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 που ορίζει ότι «διαδοχικές συμβάσεις …..συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου…» και επομένως μόνο σε περίπτωση θετικής κρίσης του ΑΣΕΠ, οι ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις συνιστούν εφεξής συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και όχι αναδρομικά από την έναρξη της ισχύος του Προεδρικού Διατάγματος, καθώς αυτό θα προσέκρουε στη θεσπιζόμενη από το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος απαγόρευση, σε περίπτωση που κατά το χρόνο αυτό δεν έχουν συσταθεί ακόμα οι σχετικές οργανικές θέσεις, καθώς και από το άρθρο 1 παρ. 5 εδ. β` του Ν. 3320/2005 που ορίζει ότι «ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (βλ. ΕφΑΘ 4190/2012, ΕφΑΘ 5460/2009, ΕφΠατρ7/2008, δημοσίευση όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3320/2005 το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του, σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, συνιστώνται οργανικές Θέσεις προσωπικού με συμβάσεις εργασίας δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004 [βλ. και ΑΠ1196/2017, ΤΝΠΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ].

ΙΙΙ. Από το άρθρο 297ΚΠολΔ το οποίο όπως τροποποιήθηκε και από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015 [φεκ Α`87/23.07.2015], η οποία εν προκειμένω βρίσκει εφαρμογή καθώς με το άρθρο ένατο του ως άνω νόμου η έναρξη ισχύος της είναι η 1.01.2016, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την έγκυρη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα της αγωγής γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου που δικάζει τη διαφορά [ΑΠ1918/2005 ΕλλΔνη 47
(2006), 1002, ΑΠ45/2006 Δ37 (2006), 595, ΑΠ215/2006 Δ37(2006), σελ. 909 (παραίτηση από αναίρεση)], ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις, ενώ δεν νοείται σιωπηρή παραίτηση [ΑΠ109/2008 Δ39(2008), 656, ΑΠ1233/2008 Δ 39
(2008, 1062, ΑΠ747/2006 Δ 37(2006),1181 ]. Εφόσον τηρηθεί ο τύπος αυτός η παραίτηοη των άρθρων 294 και 296 ΚΠολΔ επιφέρει αυτομάτως την κατάργηση της δίκης. Ως δικόγραφο κατά την έννοια του άρθρου 297ΚΠολΔ νοείται το διαδικαστικό έγγραφο που συντάσσεται από τους διαδίκους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή τους, με το οποίο βεβαιώνεται η διαδικαστική τους πράξη. Στην ανωτέρω έννοια του δικογράφου, με το οποίο μπορεί να γίνει έγκυρη παραίτηση από το δικόγραφο και από το δικαίωμα της αγωγής, εφόσον αυτό επιδοθεί στον αντίδικο του παραιτουμένου, εμπίπτει η δήλωση παραίτησης που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο νέας αγωγής [ΑΠ1243/1990 ΕλλΔνη 32 (1991), 790] ή στο δικόγραφο της κλήσης για επανασυζήτηση της υπόθεσης αλλά και σε κάθε άλλο έγγραφο που απευθύνεται στο δικαστήριο και αποκαλείται δήλωση. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη είναι έγκυρη η παραίτηση που γίνεται με απλή εξώδικη δήλωση, με την προϋπόθεση ότι αυτή επιδίδεται στον αντίδικο με δικαστικό επιμελητή. Με την νέα ως άνω διάταξη είναι πλέον παραδεκτή και η παραίτηση η οποία γίνεται με τις προτάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου τους από το Δικαστήριο, οι ενάγοντες εκθέτουν συνοπτικά ότι εργάστηκαν στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία “….“ δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάφθηκαν για έκαστο αυτών διάφορα χρονικά διαστήματα τα οποία είναι τα εξής, ήτοι: για την πρώτη η πρώτη σύμβαση από 28.11.2001 αι η τελευταία από 17.02.2017 έως και 30.06.2017, για την δεύτερη η πρώτη σύμβαση από 22.10.2003 και η τελευταία από 5.11.2014 έως 27.02.2015, για την τρίτη η πρώτη συνήφθη την 24.09.2001 και η τελευταία την 20.02.2017 έως 30.06.2017, για την τέταρτη η πρώτη συνήφθη από 31.10.2006 και η τελευταία την 20.02.2017 και διήρκεσε έως 30.06.2017, για τον πέμπτο η πρώτη συνήφθη την 5.06,1995 και η τελευταία την 4..11.2015 και διήρκεσε έως 1.07.2015, για την έκτη η πρώτη συνήφθη 25.10.1994 και η τελευταία την 20.02.2017 έως 30.06.2017, για την έβδομη η πρώτη συνήφθη την 3.12.1997 και η τελευταία την 1.03.2017 και διήρκεσε έως την 30.06.2017, για την όγδοη η πρώτη συνήφθη την 8.10.2001 και η τελευταία την 20.02.2017 και διήρκεσε έως τις 30.06.2017, για τον ένατο η πρώτη συνήφθη την 1.11.1999 και η τελευταία την 1.11.2016 και διήρκεσε έως την 30.06.2017, για την δέκατη η πρώτη την 30.09.2002 και η τελευταία την 1.11.2016 έως και 30.06.2017, για την ενδέκατη η πρώτη συνήφθη την 2.10.2000 και η τελευταία την 20.02.2017, για την δωδέκατη η πρώτη συνήφθη την 4.10.2002 και η τελευταία την 20.02.2017, για την δέκατη τρίτη η πρώτη συνήφθη την 24.09.2001 και η τελευταία την 4.11.2015, για την δέκατη τέταρτη η πρώτη συνήφθη την 23.10.2014 και η τελευταία την 20.02.2017, για την δέκατη πέμπτη η πρώτη συνήφθη την 27.09.1993 και η τελευταία την 1.11.2016, για την δέκατη έκτη η πρώτη συνήφθη την 10.10.2005 και η τελευταία την 20.02.2017, για τον δέκατο έβδομο η πρώτη συνήφθη την 22.10.2003 και η τελευταία την 1.11.2016, για την δέκατη όγδοη η πρώτη συνήφθη την 12.11.1997 και η τελευταία την 20.02.2017, για την δέκατη ένατη η πρώτη συνήφθη την 13.11.1996 και η τελευταία την 20.02.2017, για τον εικοστό η πρώτη συνήφθη την 25.10.1984 και η τελευταία την 1.11.2016, για την εικοστή πρώτη η πρώτη συνήφθη την 25.10.2013 και η τελευταία την 4.11.2015, για τον εικοστό δεύτερο η πρώτη συνήφθη την 13.10.2006 και η τελευταία την 1.11.2016, για την εικοστή τρίτη η πρώτη συνήφθη την 1.11.1999 και η τελευταία την 20.02.2017, για την εικοστή τέταρτη η πρώτη ττν 4.10.2010 και η τελευταία την 1.11.2016, για την εικοστή πέμπτη η πρώτη συνήφθη την 21.02.1998 και η τελευταία την 1.10.2016, για την εικοστή έκτη η πρώτη συνήφθη την 1.10.1998 και η τελευταία την 1.11.2016, για τον εικοστό έβδομο η πρώτη συνήφθη την 25.11.1998 και η τελευταία την 1.11.2016, για την εικοστή όγδοη η πρώτη συνήφθη την 25.11.1998 και η τελευταία την 1.11.2016, για τον εικοστό ένατο η πρώτη συνήφθη την 24.09.2002 και η τελευταία την 4.11.2015, για την τριακοστή η πρώτη συνήφθη την 4.10.2002 και η τελευταία την 20.02.2017, για την τριακοστή πρώτη η πρώτη συνήφθη την 28.04.2004 και η τελευταία την 20.02.2017, για την τριακοστή δεύτερη η πρώτη συνήφθη την 24.10.2005 και η τελευταία την 18.02.2017, για την τριακοστή τρίτη η πρώτη συνήφθη την 14.10.1996 και η τελευταία την 20.02.2017, για τον τριακοστό τέταρτο η πρώτη συνήφθη την 14.03.1989 και η τελευταία την 4.11.2015, για τον τριακοστό πέμπτο η πρώτη συνήφθη την 4.12.1995 και η τελευταία την 4.11.2015, για την τριακοστή έκτη η πρώτη συνήφθη την 22.10.2004 και η τελευταία την 20.02.2017, για τον τριακοστό έβδομο η πρώτη συνήφθη την 9.10.2008 και η τελευταία την 9.03.2015, για την τριακοστή όγδοη η πρώτη συνήφθη την 23.09.2002 και η τελευταία την 20.02.2017, για την τριακοστή ένατη η πρώτη συνήφθη την 24.10.2006 και η τελευταία την 1.11.2016, για την τεσσαρακοστή η πρώτη συνήφθη την 1.11.1999 και η τελευταία την 1.11.2016 και για τον τεσσαρακοστό πρώτο η πρώτη συνήφθη την 5.10.2009 και η τελευταία την 1.11.2016 και έφεραν συμφωνημένες ημερομηνίες λήξης κατά τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις ως επιστημονικοί/εργαστηριακοί συνεργάτες.

Ότι η σύναψη των παραπάνω συμβάσεων ορισμένου χρόνου υπέκρυπταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο πλαίσιο των οποίων οι ενάγοντες παρείχαν ανελλιπώς τις υπηρεσίες τους υπό τις οδηγίες και εντολές των εκπροσώπων του εναγομένου, εργαζόμενοι με όρους αντίστοιχους των μονίμων εργαζομένων του εναγομένου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι από τις αναφερόμενες ημερομηνίες λήξης διάρκειας ισχύος τους, το εναγόμενο κατήγγειλε σιωπηρά τις συμβάσεις εργασίας τους, αρνούμενος να αποδέχεται έκτοτε τις υπηρεσίες τους. Ότι, κατά συνέπεια η απασχόληση και πρόσληψή τους, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζητούν, κατ’ ορθή εκτίμηση των αιτημάτων τους από το Δικαστήριο, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον, να αναγνωριστεί οι επίδικες συμβάσεις που χαρακτηρίζονται από το εναγόμενο ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αποτελούν για έκαστο αυτών μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, περαιτέρω να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 230 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί αυτό στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή με την οποία παραδεκτά παραιτήθηκαν από προγενέστερη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1164/2016 και γ.α.κ. 35499/2016 προγενέστερη αγωγή τους, και επομένως η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η δίκη που άνοιξε με εκείνη την αγωγή καταργείται, παραδεκτά φέρεται για να δικαστεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου [άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2 ΚΠολΔ ως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο” πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015 (φεκ Α`87/23.07.2015 καθώς η υπό κρίση αγωγή ως κατατεθείσα μετά την έναρξη ισχύος του [8.06.2017], καταλαμβάνεται από αυτόν και άρθρο 25 παρ. 2 ΚΠολΔ] το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 και 622 ΚΠολΔ, ως αυτές ισχύουν με το νέο νόμο). Περαιτέρω, αυτή έχει ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά εντός της αυτεπάγγελτα λαμβανομένης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, ως προς το αίτημα των εναγόντων να τους απασχολεί το εναγόμενο μετά τις αναφερόμενες στην αγωγή τους ημερομηνίες λήξεως της τελευταίας σύμβασής τους ορισμένου χρόνου, μόνο για τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατη, δωδέκατη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτη, δέκατο έβδομο, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστή πρώτη, εικοστό δεύτερο, εικοστό τρίτο, εικοστή τέταρτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εκοστό έβδομο, εικοστό όγδοο, εικοστό ένατο, τριακοστή, τριακοστή πρώτη, τριακοστή δεύτερη, τριακοστή τρίτη, τριακοστή έκτη, τριακοστή όγδοη, τριακοστή ένατη, τεσσρακοστή και τεσσαρακοστό πρώτο και απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη για τους λοιπούς ενάγοντες[ήτοι δεύτερη, πέμπτο, δέκατη τρίτη, εικοστή πρώτη, εικοστό ένατο, τριακοστό τέταρτο, τριακοστό πέμπτο,τριακοστό έβδομο των εναγόντων]. Είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ [και 117, 118 ΚΠολΔ ως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από τον ν. 4335/2015], πλην του αιτήματος της κήρυξής της περί προσωρινά εκτελεστής ως προς τα αναγνωριστικά αιτήματά της, και ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 649, 652, 653, 655, 656 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013) και 669 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 του Ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ: 25 παρ. 1 και 3 και 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και σε εκείνες των άρθρων 68, 70, 176, 947 του ΚΠολΔ. Επομένως, η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ” Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος “. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, η οποία προηγήθηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμον να κωλύουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου ( ΟλΑΠ 16/2006 ΕλλΔνη 47 1330, ΑΠ 321/2002 ΕλλΔνη 44 143 ), όπως συμβαίνει ιδίως όταν δημιουργείται στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, η οποία θα έχει, επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της μεταγενεστέρας ασκήσεως αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων ( σε συνδυασμό με την αδράνεια του δικαιούχου ), η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των επιβαλλομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων ( ΟΛΑΠ 7/2002 ΕλλΔνη 43 681, ΕφΑΘ 6608/2006 ΕλλΔνη 48 903). Το εναγόμενο αρνείται την ιστορική βάση της αγωγής των εναγόντων και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και αναπτύσσεται περισσότερο με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις της (ΟλΑΠ2/2005 ΕλλΔνη 2005, σελ.689), προβάλλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, από πλευράς των εναγόντων των αγωγικών αξιώσεών τους, άλλως περί αποδυναμώσεως του αγωγικού δικαιώματος του, για το λόγο ότι οι τελευταίοι με την υπογραφή των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους αφενός γνώριζαν τους όρους της και αφετέρου δεν είχαν τότε διαμαρτυρηθεί, αποδεχόμενοι το καθεστώς εργασίας του ως συμβάσεως ορισμένης λήξέως, και ενώ θα έπρεπε να υποβληθούν σε αξιολόγηση για να προσληφθούν ως μόνιμοι και ενώ γνώριζαν επίσης ότι με το άρθρο 19 του ν. 1404/1983 που αποτελούσε περιεχόμενο των ατομικών τους συμβάσεων ότι δεν μπορούσαν να μετατραπούν οι συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου. Έτι περαιτέρω ότι η πρόσληψή τους από το εναγόμενο οφειλόταν σε συνδρομή αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούσαν την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 1404/1983 επειδή ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας αυτών υπαγορεύεται από αποχρώντες λόγους αναγόμενους στη μορφή το είδος και τη δραστηριότητα του ΤΕΙ και στις ιδιαίτερες εν γένει συνθήκες λειτουργίας αυτού ως Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, όπως αυτές προκύπτουν από το σύνολο των διατάξεων που ρυθμίζουν την λειτουργία του, και ως εκ τούτου η κατάρτιση από αυτό των ένδικων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν θεωρείται ότι έγινε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Το εναγόμενο, με το προαναφερόμενο σκεππκό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άσκηση εκ μέρους των εναγόντων αγωγής πριν τη λήξη της συμβάσεώς τους, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Ωστόσο, ήδη ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, καθόσον τα ως άνω περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη, ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν από μόνα τους για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, στηρίζονται δε και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού μόνη η αδράνεια του δικαιούχου εν προκειμένω και η υπογραφή της συμβάσεώς τους δεν επαρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού καταχρηστική, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, ενόψει των οποίων, και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, από τις ως άνω ειδικές συνθήκες, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 138/2007, ΑΠ 1026/2006, ΝΟΜΟΣ), περιστατικά τα οποία ουδόλως επικαλέστηκε το εναγόμενο, σε κάθε δε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε τέτοια συμπεριφορά των εναγόντων – δικαιούχων, που να καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματός τους για διεκδίκηση των επιδίκων αξιώσεων, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί βάσιμα, ότι η άσκηση αυτή αποβαίνει καταχρηστική κατά την προαναφερομένη έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αυτοί δε (ενάγοντες) ουδόλως εκδήλωσαν την πρόθεση του να παραιτηθούν από τη διεκδίκηση των οφειλομένων ως άνω αξιώσεών τους όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη καθώς αμέσως με την λήξη της σύμβασής τους και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας άσκησαν τα αγωγικά τους δικαιώματα. Περαιτέρω, δε όσον αφορά τη συνδρομή ιδιαίτερων αποχρώντων λόγων για τους οποίους οι ενάγοντες προσελήφθησαν ως έκτακτο προσωπικό του εναγομένου ουδόλως και αυτοί αναφέρθηκαν έστω και διηγηματικά από το εναγόμενο, χωρίς να αρκεί ότι ο αριθμός του έκτακτου προσωπικού του εναγομένου την τελευταία τριετία έχει μειωθεί κατά 80%.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος των εναγόντων, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα …. προσέλαβε ενάγοντες ως εργαστηριακούς συνεργάτες με διαδοχικές συμβάσεις ος ορισμένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του ενώ στην πραγματικότητα αυτοί κάλυπταν από την αρχική τους πρόσληψη πάγιες και διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του εναγομένου, και συγκεκριμένα την πρώτη η οποία δίδασκε μαθήματα Μοριακής Βιολογίας με σύμβαση ορισμένου χρόνου την 28.11.2001, την τρίτη των εναγόντων για να διδάξει μαθήματα μηχανικής τροφίμων, συσκευασίας τροφίμων, τεχνολογία και ποιότητα σιτηρών, οργανοληπτικό έλεγχο, τεχνολογία και ποιότητα φρούτων -λαχανικών, ανάλυση τροφίμων ιι, ποιότητα ελέγχου και τεχνολογία σιτηρών, τεχνολογία και ποιότητα λιπών, συσκευασία οίνων, συσκευασία τροφίμων , διοίκηση ποιότητας τεχνολογία και ποιότητα ιχθυήρων με ημερομηνία πρώτης πρόσληψης την 24.09.2001, την τέταρτη για να διδάξει μαθήματα ανάλυσης τροφίμων, χημεία, τεχνολογία υλικών – μελάνια, τεχνολογία υλικών, επιφάνειες εκτύπωσης, ανόργανη χημεία, χημική τεχνολογία, ειδικά θέματα χημείας, οργανική χημεία, ποσοτική αναλυτική χημεία, περιβαλλοντική αγωγή με ημερομηνία πρώτης πρόσληψης την 31.10.2006, την έκτη ενάγουσα που δίδασκε χημεία υλικά I και II, υλικά γραφικών τεχνών I και II, χημεία γραφικών τεχνών, χημεία τροφίμων, τεχνολογικά υλικά και επιφάνειες εκτύπωσης, τεχνολογικά υλικά, ανάλυση τροφίμων, τεχνολογικό και ποιοτικό έλεγχο φρούτων και λαχανικών ποσοτική αναλυτική χημεία, ενόργανη ανάλυση τροφίμων τεχνολογία ποιότητα λιπών – ελαίων με ημερομηνία πρώτης πρόσληψης την 8.02.1995 και για τα εξής χρονικά διαστήματα, ήτοι από 25.10.1994-5.07.1995, 9.10.1995 – 5.07.1996, 7.10.1996 – 5.07.1997, 13.10.1997 – 5.07.1998, 28.09.1998-19.02.1999, 1.03.1999- 5.07.1999, 1.11.1999-5.07.2000, 2.10.2000-5.07.2001, 1.10.2001-5.07.2002, 30.09.2002-28.02.2003, 1.03.2003-5.07.2003, 22.10.2003-27.02.2004, 1.03.2004-5.07.2004, 18.10.2005-5.07.2006, 31.10.2006-23.02.2007, 24.02.2007-5.07.2007, 31.10.2006-22.02.2007, 23.02.2007-25.02.2007, 26.02.2007-5.07.2007, 22.10.2007-5.07.2008, 22.10.2007-31.03.2008, 1.04.2008-5.07.2008, 7.10.2008-2.03.2009, 3.03.2009-5.07.2009, 3.10.2008-5.07.2009, 5.10.2009-5.07.2010, 4.10.2010-5.07.2011, 24.10.2011-11.03.2012, 1 2.03.201 2-1 0.07.201 2, 8.1 0.201 2-3.03.201 3, 4.03.201 3-5.07.201 3, 29.10.2013-3.03.2014, 4.03.2014-4.07.2014, 27.102014-6.07.2015, 9.03.2015-6.07.2015, 4.112015- 1.07.2016, 1.11.2016-
30.06.2017, και 20.02.2017-30.06.2017.

Η έβδομη των εναγόντων προσελήφθη για να διδάξει μαθήματα αρχών βιοτεχνολογίας τροφίμων, τεχνολογία ζυμωμένων τροφίμων, βιοτεχνολογία τροφίμιυν, βιομηχανική μικροβιολογία, βιοχημεία, μικροβιολογία τροφίμων I, βιολογία , μικροβιολογία τροφίμων II, βιοτενολογία, ανάλυση υδάτων και τροφίμων, γενική μικροβιολογία και βιολογία του ανθρώπου όλα τα διδακτικά έτη συνάπυοντας την πρώτη σύμβαση την 3.12.1997 και εργάστηκε τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, ήτοι

ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Η όγδοη προσελήφθη την 8.10.2001 για να διδάξει μαθήματα πρωτοβάθμια μαιευτική νοσοκομειακή, μαιευτική νοσοκοειακή φροντίδα, μαιευτική φροντίδα κύησης, μαιευτική φροντίδα λοχείας, προαγωγή μητρικού θηλασμού, προετοιμασία γονέων φυσικός τοκετός, μαιευτική φροντίδα τοκετού, γυναικολογική νοσηλευτική φροντίδα, μαιευτική φροντίδα κύησης υψηλού κινδύνου. Ο ένατος ενάγων προσελήθη την 28.09.1998 για να διδάξει μαθήματα ανόργανης χηείας, χημική τεχονολογία, οργανική χημεία, τεχνολογία υλικών I και II, οδοντοτεχνικά υλικά I και II, παρασκευή διαλυμάτων, γενική χημεία, ειδικά θέματα χημείας ι ΚΑΙ II, επιστήμη υλικών I, τεχνολογία δομικών υλικών, τεχνολογία ναυπηγικών υλικών, τεχνολογία οπτικών υλικών και ποσοτική αναλυτική χημεία συνάπτοντας τις εξής συμβάσεις 28.09.1998-5.07.1999, 1.11.1999-5.07.2000, 2.10.2000 -5.07.2001, 1.10.2001-
31.03.2002, 1.04.2002-5.07.2002, 23.09.2002-5.07.2003, 22.10.2003-26.02.2004, 27.02.2004-
5.07.2004, 22.1 0.2004-24.02.2005, 25.02.2005-28.02.2005, 1.03.2005-5.07.2005, 10.10.2005-
26.02.2006, 27.02.2006-28.02.2006, 1.03.2006-5.07.2006, 23.02.2007-5.07.2007, 15.10.2007-
2.03.2008, 3.03.2008-5.07.2008, 1.10.2008-5.07.2009, 5.10.2009-7.03.2010, 8.03.2010-21.04.2010, 22.04.2010-5.07.2010, 4.1 0.201 0-1 8.02.2011, 1 9.02.2011 -4.03.2011 , 30.03.2011 – 5.07.2011, 24.10.2011-9.03.2012, 10.03.2012-10.07.2012, 8.1 0.201 2-3.03.201 3, 4.03.2013-5.07.2013, 6.07.201 3-1 2.07.201 3, 29.10.2013-28.02.2014, 1.03.2014-3.03.2014, 4.03.2014-4.07.2014, 9.03.2015-6.07.2015, 27.10.2014-27.02.2015, 27.10.2014-27.02.2015, 4.11.2015-1.07.2016, 1.11.2016-30.06.2017.

Η δέκατη ενάγουσα προσελήφθη την 30.09.2002. Η ενδέκατη ενάγουσα προσελήφθη την 2.10.2000 και δίδαξε μαθήματα οδοντοτενικών υλικών , ανόργανη χημεία, χημική τεχνολογία, οργανική χημεία , τενολογία και ποιότητα λιπών και τεχνολογία κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματααπό 2.10.2000-
28.02.2001, 1.03.2001-5.07.2001, 1.10.2001-5.07.2002, 23.09.2002-23.10.2002, 24.10.2002-
5.07.2003, 22.10.2003- 27.02.2004, 28.02.2004-5.07.2004, 22.10.2004-25.02.2005, 26.02.2005-
5.07.2005, 31.1 0.2006-23.02.2007, 24.02.2007-5.07.2008, 22.10.2007-5.07.2008, 7.10.2008-
2.03.2009, 3.03.2009-5.07.2009, 5.10.2009-7.03.2010, 8.03.2010-5.07.2010, 4.10.2010-16.02.2011, 17.02.2011-5.07.2011, 4.03.2013-5.07.2013, 4.03.2014-4.07.2014, 9.03.2015-6.07.2015, 20.02.2017-30.06.2017.

Η δωδέκατη προσελήφθη την 4.10.2002 πρώτη φορά από το εναγόμενο. Η δέκατη τέταρτη προσελήφθη την 23.10.2014 από το εναγόμενο για πρώτη φορά. Η δέκατη πέμπτη προσελήφθη την 25.10.1993 και συνήψε τις εξής διαδοχικές συμβάσεις 27.09.1993-5.07.1994, 26.09.1994-5.07.1995, 9.10.1995-5.07.1996, 7.10.1996- 5.07.1997, 13.10.1997-5.07.1998, 28.09.1998-5.07.1999, 1.11.1999-5.07.2000, 9.10.2000-5.07.2001, 8.1 0.2001 -5.07.2002, 30.09.2002-5.07.2003, 22.10.20 03-5.07.2004, 22.10.2004-5.07.2005, 10.10.2005-5.07.2006, 17.10.2006-5.07.2007, 15.10.2007-
5.07.2008, 1.1 0.2008-20.02.2009, 21.02.2009-5.07.2009, 5.10.2009- 5.07.2010, 4.10.2010-
1,11.2010, 8.03.2010-21.04.2010, 22.04.2010-5.07.2010, 2.11.2010- 5.07.2011, 24.10.2011 –
10.07.2012, 8.10.2012-1.03.2013, 2.03.2013-5.07.2013, 6.07.2013-12.07.2013, 29.10.2013-
3.03.2014, 4.03.2014-4.07.2014, 27.10.2014- 8.03.2015, 9.03.2015-6.07.2015, 4.11.2015-
1.07.2016, 1.11.2016-30.06.2017.

Η δέκατη έκτη προσελήφθη για πρώτη φορά την 26.10.2015. Ο δέκατος έβδομος προσελήφθη την 22.10.2003. Η δέκατη όγδοη προσελήφθη για πρώτη φορά την 12.11.1997 για να διδάξει μαθήματα οδοντοτεχνικής III και IV , ακίνητη προσθετική I και II, οδοτιατρική κεραμική I και II, οδοντική μορφολογία, συνδυασμένη προσθετική, σύνδεσμοι ακρίβειας – συνδυασμένη προσθετική, κινητή προσθετική I και II,και εργάστηκε κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, ήτοι:
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Η δέκατη ένατη προσελήφθη την 13.11.1996 για να διδάξει μαθήματα ακίνητης προσθετικής I και II, οδοντοτεχνική III και 4, οδοντική μορφολογία, κινητή προσθετική 1 και 2, και οδοντιατρική κεραμική 1 κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, ήτοι:
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Ο εικοστός προσελήφθη την 25.10.1984 και δίδαξε μαθήματα θέρμανση – ψύξη και αερισμός, μηχανικό σχέδιο, εργαλειομηχανές -ποιοτικός έλεγχος, τεχνολογία υλικών 1 και 2, ΠΕΤΥΛ, οδοντοτεχνικών υλικών, τεχνολογία ναυπηγικών υλικών, τεχνολογία οπτικών υλικών, τεχνικό σχέδιο, τεχνολογία δομικών υλικών, κλιματισμό και μηχανουργικές κατεργασίες κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, ήτοι:
(11.03.1985-05.07.1985) ……….
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Ο εικοστός δεύτερος προσελήφθη από το εναγόμενο την 25.10.1998 διδάσκοντας μαθήματα προγραμματισμού η/υ, μηχανές γραφείου, διαχείριση αποθεμάτων , εισαγωγή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στρατηγικό management, – επιχειρηματικό σχεδιασμό, ηλεκτρονικό εμπόριο και χρηματοοικονομικές εφαρμογές στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές………… χρονικό διάστημα ισχύος εκάστης): 31/25.10.1998 ….
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ…..

Η εικοστή τρίτη προσελήφθη από το εναγόμενο την 1.11.1999 και δίδαξε μαθήματα βρεφονηπιοκομίας 2, 3, 4 και 5, αγωγή μικρού παιδιού 2, ημερήσια αγωγή και φροντίδα 1 και 2, αγωγή βρέφους 2, σύγχρονες τάσεις στην προσχολική αγωγή 1 και 2, αξιολόγηση παιδαγωγικής πράξης και το παιχνίδι στην προσχολική ηλικία χρονικού διαστήματος εκάστης:
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Η εικοστή τέταρτη προσελήφθη από το εναγόμενο την 4.10.2010. Η εικοστή πέμπτη προσελήφθη από το εναγόμενο την 9.12.1998 και δίδαξε μαθήματα κολύμβησης, γυμναστηρίου, αισθητικής, γυμναστικής 1, 2 και 3 και φυσική αγωγή κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται παρακάτω, ήτοι:
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Η εικοστή έκτη προσελήφθη από το εναγόμενο την 1.10.1998 και δίδαξε μαθήματα αισθητικής γυμναστικής 1 και 2, πετοσφαίριση, γυμναστήριο και φυσική αγωγή κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα που διήρκεσαν οι συμβάσεις εργασίας της, ήτοι:
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Ο εικοστός έβδομος προσελήφθη από το εναγόμενο την 5.10.1998 και δίδαξε μαθήματα σχεδιασμού
εσωτερικού χώρου 1, 2, 3, 4, 5 και 6, σχεδιαστική μεθοδολογία 1 και 2, αρχιτεκτονική εσωτερικού χώρου 1, 2, 3, δόκιμη τέχνη 2 και 3, σχεδιασμό επίπλου, εστερική αρχιτεκτονική χώρων , αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων ψυχαγωγίας και πολιτισμού, δομική τέχνη, ελαφρές μεταβλητές κατασκευές, αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων και φωτισμό – χώροι εργασίας, αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων /χώροι αναψυχής, αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων /χώροι εκπαίδευσης, σχεδιασμός επίπλου – κατασκευαστικό από 25.11.1998 και για τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, ήτοι
της με……παρένθεσης το χρονικό διάστημα ισχύος εκάστης):
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ……

Η εικοστή όγδοη προσελήφθη την 4.01.1999 από το εναγόμενο και δίδαξε μαθήματα νοσηλευτικής 6, πρωτοβάθμια μειευτική νοσηλευτική και μαιευτική, νοσηλευτική φρονίδα 1, 2, και 3, γυναικολογική νοσηλευτική, περιεγχειριτική νοσηλευτική στη μαιευτική και γυναικολογία, μαιευτική φροντίδα κύησης κατα τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, ήτοι
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ…….

Ο εικοστός ένατος προσελήφθη την 30.09.2002 από το εναγόμενο. Η τριακοστή προσελήφθη την 30.04.2002 από το εναγόμενο, η τριακοστή πρώτη την 4.03.2004, η τριακοστή δεύτερη την 24.10.2005, η τριακοστή τρίτη την 14.10.1996 και δίδαξε μαθήματα συντήρησης μουσαμά 1 και 2, συντήρηση χαρτιού, συντήρη φορητής εικόνας 1, 3 και 4, συντήρηση ζωγραφικών έργων σε ύφασμα, ειδικά θέματα η/υ, τεχνολογία τεχνικές κατασκευής 2, συντήρηση φωτογραφίας και έργων τέχνης σε χαρτί, συντήρηση βιβλίου – χαρτιού και συντήρηση βιβλιακών και αρχειακών συλλόγων κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, ήτοι:…χρονικό διάστημα ισχύος εκάστης):
ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ…….

Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της για τους έκτη, έβδομη, ένατο, ενδέκατη, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστό δεύτερο, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και τριακοστή τρίτη των εναγόντων διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω σε συνδυασμό και με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη κα`τα τους ισχύοντες κανόνες δικαίου κατά το χρόνο καταρτίσεως των επίδικων συμβάσεων, του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των συγκεκριμένων εναγόντων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή τους και προπαρατέθηκαν, καταρτίστηκαν προ της 18.04.2001 και μπορούσαν συνεπώς να προσλάβουν, ενιαία κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και όπως αποδείχθηκε κάλυπταν οι ενάγοντες αυτοί μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός του είδους των ως άνω συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 οδηγίας και των παρ 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή παρότι η σχέση εργασίας των εναγόντων όπως δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Ωστόσο, το νομοθετικό πλαίσιο της πρόσληψης εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα απαγορεύει την μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου σε αορίστου χρόνου (βλ. ad hoc και ΑΠ 1648/2007, ΕλλΔνη 2009, 1045, ΑΠ 1121/2007, ΕλλΔνη 2008, 1427, ΑΠ 786/2007, ΔΕΝ 2008, 355 = ΕλλΔνη 2008, 1444), κάθε δε τέτοια μετατροπή προσκρούει στις σαφείς διατάξεις του Ν. 2190/1994 (που προβλέπει μάλιστα ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις για την παραβίασή τους από τα αρμόδια όργανα του ευρύτερου δημόσιου-τομέα) και κυρίως, στις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία από τις οποίες ρητά απαγορεύτηκε η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου (βλ. ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ό.π, ΑΠ 341/2009, ΕλλΔνη 2010, 448). Περαιτέρω δε, ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν είναι δυνατός, διότι θα προσέκρουε (και) στη ρητή νομοθετική επιταγή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2527/1997 (βλ. ΑΠ 1786/2001, ό.π., ΕφΙωαν 235/2005, ό.π). Ούτε, όμως, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 164/2004 (για τους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα), επιβάλλει υποχρεωτικά το χαρακτηρισμό ως αορίστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα (για την έννοια του οποίου, δυνάμει του άρθρου 16 του Ν. 1232/1982 και του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1014/2008, ΧρΙΔ 2009, 274), έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες (βλ. ΑΠ 2131/2009, ό.π.). Ούτε οι σχετικές διατάξεις της πιο πάνω Οδηγίας έχουν ερμηνευτεί διαφορετικά με την Απόφαση του ΔΕΚ (Τρίτο Τμήμα) της 23ης Απριλίου 2009, ούτε, όμως, η υποχρέωση των Εθνικών Δικαστηρίων να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο σύμφωνα με το πνεύμα των κοινοτικών οδηγιών, μπορεί να οδηγεί σε καταργητική του εθνικού δικαίου ερμηνεία (και εφόσον το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν είναι αρμόδιο να επιλύει ούτε τις διαφορές που υπάρχουν περί τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης, ούτε τις διχογνωμίες περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων του εθνικού δικαίου – βλ. την Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978, 70/1977, Simmenthal, Συλλογή Νομολογίας, τόμος 1978,455). Ειδικότερα, το σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ρυθμίζεται από τις δημοσίας τάξεως διατάξεις των Ν. 2190/1994 και 2527/1997, με τις οποίες ρυθμίστηκε ειδική σύνθετη διοικητική διαδικασία πρόσληψης του τακτικού και έκτακτου προσωπικού εν γένει (κατόπιν έκδοσης διοικητικών πράξεων) και οι οποίες προβλέπουν ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασής τους από τα αρμόδια όργανα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εν προκειμένω δε το αίτημα της ενάγουσας να μονιμοποιηθεί στον εναγόμενο Δήμο σχετίζεται άμεσα με δημοσίου δικαίου διατάξεις και όχι με (ουσιαστικό) δικαίωμα αυτής (ή με προσδοκία δικαιώματος) να προσληφθεί από την δεύτερη εναγόμενη υπό καθεστώς σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (εφόσον τέτοια αξίωση κατά το νόμο δεν υφίσταται), ώστε ο εναγόμενος [ο οποίος υπάγεται στο Δημόσιο Τομέα] να μην έχει ούτε (ακόμα και) την κυριαρχική εξουσία διάθεσης του σχετικού (επίδικου) αντικειμένου της δίκης, διότι υπό διαφορετική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων καταστρατηγείται το σύστημα πρόσληψης στο δημόσιο τομέα και μάλιστα ανά επίδικη περίπτωση του υπηρετούντος προσωπικού ορισμένου χρόνου σε αυτό. Περαιτέρω, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, οι συγκεκριμένοι ως άνω ενάγοντες όπως προέκυψε και από τον εξετασθέντα μάρτυρα απόδειξης κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου καθ’ όλα τα προηγούμενα έτη καθώς οι συμβάσεις τους διαρκούσαν καθ`όλη τη σχολική χρονιά χωρίς να υπάρχει άλλος που αναλάμβανε τη διδασκαλία των συγκεκριμένων μαθημάτων του εναγομένου. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται οι προαναφερόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου έχουν κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα με ταξύ τους καθώς μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των πέντε μηνών μεταξύ τους και μπορούν ως εκ τούτου να χαρακτηρισμούν ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [βλ. Την ΑΠ1196/2017, τνπ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, ΑΠ184/2014, τνπ ΑΡΕΊΟΥ ΠΆΓΟΥ, ΑΠ696/2013, Α` δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ]. Συνακόλουθα, ευχερώς προκύπτει ότι η επιλογή από το εναγόμενο του τύπου των ένδικων συμβάσεων ως μέσου πρόσληψης των εναγόντων, δεν δικαιολογείται στην συγκεκριμένη περίπτωση από κανένα αντικειμενικό λόγο, όπως θα ήταν η ανάγκη κάλυψης πρόσκαιρων ή προσωρινών αναγκών του απέβη δε για τους ενάγοντες ιδιαιτέρως καταχρηστική, αφού επέτρεψε την παροχή της εργασίας των εναγόντων υπό μισθολογικούς και συνταξιοδοτικούς όρους κατά πολύ δυσμενέστερους από εκείνους που κανονικά θα έπρεπε να γίνουν οι προσλήψεις τους για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου.

Κατόπιν των ανωτέρω, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας των έκτης, έβδομης, ένατου, ενδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατης όγδοης, δέκατης ένατης, εικοστού, εικοστής δεύτερης, εικοστής τρίτης, εικοστής πέμπτης, εικοστής έκτης, εικοστού έβδομου, εικοστής όγδοης και τριακοστής τρίτης των εναγόντων , κατ’ επίφαση χαρακτηρίστηκε κατά την σύναψή τους ως σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ επρόκειτο για σύμβαοη εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου. Περαιτέρω, η δεύτερη εναγόμενη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων την 30.06.2017. Επομένως, η δεύτερη εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί να απασχολεί πραγματικά τους προαναφερόμενους ενάγοντες στην ίδια ακριβώς θέση και με τους ίδιους ακριβώς όρους και αποδοχές, με την απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την παρούσα

Συνακόλουθα, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους έκτης, έβδομης, ένατου, ενδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατης όγδοης, δέκατης ένατης, εικοστού, εικοστής δεύτερης, εικοστής τρίτης, εικοστής πέμπτης, εικοστής έκτης, εικοστού έβδομου, εικοστής όγδοης και τριακοστής τρίτης των εναγόντων, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη για τους λοιπούς και να αναγνωριστεί ότι μεταξύ των διαδίκων μερών ήτοι των ανωτέρω εναγόντων και του εναγόμενου έχει καταρτιστεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί στην ίδια θέση με τους ίδιους όρους εργασία όπως έως την λήξη των συμβάσεων εργασίας τους την 30.06.2017. Τα δε δικαστικά έξοδα των έκτης, έβδομης, ένατου, ενδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατης όγδοης, δέκατης ένατης, εικοστού, εικοστής δεύτερης, εικοστής τρίτης, εικοστής πέμπτης, εικοστής έκτης, εικοστού έβδομου, εικοστής όγδοης και τριακοστής τρίτης των εναγόντων και του εναγομένου θα πρέπει να συμψηφισθούν λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοζομένων διατάξεων στην παρούσα δίκη (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς τους έκτη, έβδομη, ένατο, ενδέκατη, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και τριακοστή τρίτη των εναγόντων.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η σύμβαση που συνδέει τους έκτη, έβδομη, ένατο, ενδέκατη, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και τριακοστή τρίτη με το εναγόμενο αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο να απασχολεί τους έκτη, έβδομη, ένατο, ενδέκατη, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και τριακοστή τρίτη των εναγόντων πραγματικά στην ίδια θέση και τους ίδιους όρους εργασίας, όπως μέχρι την 30.06.2017 που έληξαν οι συμβάσεις εργασίας τους.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ του εναγομένου και των έκτης, έβδομης, ένατου, ενδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατης όγδοης, δέκατης ένατης, εικοστού, εικοστής δεύτερης, εικοστής τρίτης, εικοστής πέμπτης, εικοστής έκτης, εικοστού έβδομου, εικοστής όγδοης και τριακοστής τρίτης των εναγόντων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2018, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την παρουσία της Γραμματέως.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Loading...
  • europalso

    ideascentral