• Οι ατάκες των εκλογών: Γιατί λέμε τον μαύρισα ή ψηφίζω δαγκωτό;

    ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ 🕔19/05/2014 - 16:58 | Author: Newsroom

    Η λέξη «ψήφος», προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «ψάω», που σημαίνει λειαίνω, ομαλύνω. Η ψηφοφορία στη Σπάρτη της Αρχαίας Ελλάδας γινόταν δια βοής ενώστην Αθήνα δια ανάτασης των χειρών (φανερή) ή δια οστράκων και σφαιριδίων (κρυφή).

    Το χειρόγραφο ψηφοδέλτιο εμφανίσθηκε στη νεότερη Ελλάδα για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές του 1834 αλλά καταργήθηκε το 1864. Στην προσπάθειά τους να περιορίσουν την χειραγώγηση των αγράμματων Ελλήνων, αντικατέστησαν το ψηφοδέλτιο με ένα μικρό μολυβένιο βώλο, το σφαιρίδιο.
    Του έριξα «μαύρο»
    Σε κάθε εκλογικό τμήμα την ημέρα των εκλογών υπήρχαν τόσες κάλπες όσοι ήταν και οι υποψήφιοι. Η κάθε κάλπη χωριζόταν εσωτερικά σε δύο μέρη που αντιστοιχούσαν, εξωτερικά, σε δύο χρώματα, το άσπρο (θετική ψήφος) και το μαύρο (αρνητική ψήφος).
    Ο ψηφοφόρος έπρεπε να περάσει από όλες τις κάλπες και να πάρει από τον κάθε υπάλληλο (σφαιροδότη), που στεκόταν μπροστά από κάθε κάλπη, το σφαιρίδιο. Ο σφαιροδότης φώναζε δυνατά το όνομα του υποψήφιου και ο ψηφοφόρος έριχνε το σφαιρίδιο μέσα από έναν σωλήνα, στη μεριά που επιθυμούσε.
    Σε περίπτωση που ο ψηφοφόρος ήθελε να καταψηφίσει έναν υποψήφιο έριχνε το σφαιρίδιο στη μαύρη πλευρά της κάλπης, εξ’ ου και οι δημοφιλείς εκφράσεις «μαύρο που έχει να φάει», «θα τον μαυρίσω», «τον μαύρισα» κλπ. Αντιθέτως, όταν ήθελε να τον υπερψηφίσει έριχνε το σφαιρίδιο στην άσπρη πλευρά της κάλπης.
    Δαγκωτό!
    Υπήρχαν φανατικοί ψηφοφόροι που δεν τους αρκούσε να ρίξουν μόνο το σφαιρίδιο στο άσπρο αλλά πριν ρίξουν το μολυβένιο βώλο, τον δάγκωναν για να εκφράσουν το πάθος και την ένταση της στιγμής αλλά και για να αναγνωρίζεται στην καταμέτρηση. Από εδώ βγήκε και η φράση «Θα το ρίξω δαγκωτό».
    Από τις δημοτικές εκλογές του 1914 και τις βουλευτικές του 1926 μέχρι και σήμερα, το έντυπο ψηφοδέλτιο μαζί με το σταυρό προτίμησης, είναι πλέον το μέσο ψηφοφορίας, που ισχύει.

    Loading...
  • loading...