• Η ιστορία του Πέτρου

    ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ 🕔22/01/2015 - 23:30 | Author: Newsroom

    Ήταν στην Πέμπτη Δημοτικού όταν μια μέρα άρχισα να παρατηρώ τον Πέτρο. Έναν συμμαθητή μου από την πρώτη δημοτικού που ποτέ δεν του έδωσα καμία σημασία, ώσπου μια μέρα ο δάσκαλος μας του αγόρασε μια τυρόπιτα από το κυλικείο του σχολείου και του την πρόσφερε.

    Ο Πέτρος την πήρε με χαμηλωμένα μάτια λέγοντας του ευχαριστώ. Μου ήρθε παράξενο που ο δάσκαλος έκανε κάτι τέτοιο. Την επόμενη μέρα ένας άλλος δάσκαλος του σχολείου μας, έδωσε κάτι άλλο από το κυλικείο στον Πέτρο. Ο Πέτρος είχε μπει πια για τα καλά στο στόχαστρο της παρατήρησης μου.

    Ανακάλυψα ότι οι δάσκαλοι και ο διευθυντής του σχολείου είχαν ένα ιδιαίτερο πάρε δώσε με τον Πέτρο. Πότε κάτι από το κυλικείο, πότε ένα τετράδιο ή ένα βιβλίο, κάποιες τσάντες με ρούχα ή τρόφιμα που έδιναν κάθε τόσο στην γιαγιά του, σιγανές συζητήσεις που κατέληγαν πάντα με ένα “ευχαριστώ για αυτά που κάνετε, να σας έχει ο Θεός καλά, αν δεν ήσασταν εσείς…” και άλλα πράγματα που μου τραβούσαν όλο ένα και πιο πολύ την προσοχή, εξάπτοντας την φαντασία μου όλο ένα και περισσότερο.

    Δεν μοιράστηκα τις σκέψεις μου με κανέναν συμμαθητή μου ή φίλο μου κι άφηνα την ιστορία να με συναρπάζει σαν συνωμοτικό σενάριο ταινίας, βάζοντας τον εαυτό μου σε ρόλο Σέρλοκ Χολμς. Έγινα η κρυφή σκιά του δόλιου συμμαθητή μου, τόσο καλά κριμένη σκιά που δύσκολα θα την έβλεπε κάποιος ανυποψίαστος. Αλλά δυστυχώς όλα τα ωραία πράγματα τελειώνουν γρήγορα.

    Ένα πρωινό στην αυλή του σχολείου είδα τον αδελφό μου να φορά το καλό μπουφάν του ή αυτό νόμιζα ότι είδα, πλησίασα να του μιλήσω… αλλά δεν ήταν αυτός. Από πίσω πλάτη όπως τον έβλεπα εγώ ήταν ίδιος ο αδελφός μου. Ψηλός ξανθός, μα σαν πλησίασα το τοπίο άλλαξε, το μπουφάν το φορούσε ο Πέτρος, του ζήτησα συγγνώμη για το λάθος και έφυγα με μια ζαλάδα αφάνταστη και με χιλιάδες ερωτήματα. Ναι, του έμοιαζε του αδελφού μου, αλλά ο αδελφός μου ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος μου και είχε τελειώσει το δημοτικό, πήγαινε γυμνάσιο δεν θα μπορούσε να είναι αυτός…!!

    Κοίταξα γύρω και όλοι μοιάζαμε. Μη σε γελά αυτό που λέω, δεν ήμασταν πανομοιότυπα ανδρείκελα, ούτε παράκρουση είχα πάθει… ήμασταν όλοι παιδιά. Παιδιά του σχολείου που έπαιζαν στο διάλειμμα στην ίδια αυλή. Σε αυτό ήμασταν όλοι ίδιοι.

    Όταν γύρισα σπίτι μου το μεσημέρι είπα στην μητέρα μου τι έγινε. Η μητέρα μου νοιάστηκε πιο πολύ για της αντιδράσεις του Πέτρου πάρα για τις δίκες μου.

    “Δεν πιστεύω να είπες κάτι στο παιδί για το μπουφάν ;” με ρώτησε σχεδόν έντρομη.

    “Όχι τι να του πω, ότι το μπουφάν του μοιάζει με το αδελφού μου; Και γιατί νομιζόμαστε για το τι θα πει ο Πέτρος”.

    Ξαφνικά ο Πέτρος θέμα συζήτησης εντόνου προβληματισμού μέσα στο σπίτι μας. Ποιος ήταν τελικά αυτός ο Πέτρος, τόσα χρόνια ούτε είχα δει ότι υπάρχει και τώρα το μπουφάν του αδελφού μου στα χέρια του, η έγνοια της μάνας μου, ο εκλεκτός των δασκάλων. Ο κόσμος άρχισε να γυρνά γύρω από τον ΠΕΤΡΟ. Σαν να γκρεμίζονταν ο κόσμος γύρω μου και χτίζονταν από την αρχή.

    Κατά ένα παράδοξο τρόπο αυτό έγινε…

    “Αχ, παιδί μου”, είπε η μάνα μου καθώς με αγκάλιαζε κρατώντας με κοντά της, σαν από φόβο να μην φύγω. “Αυτό το παιδάκι και η αδελφούλα του είναι ορφανά, έχασαν την μάνα τους και τον πατέρα τους. Τα μεγαλώνει η γιαγιά τους, δόξα τον θεό που υπάρχει και αυτή και δεν είναι τα παιδιά σε κανένα ίδρυμα. Αλλά χήρα και αυτή τι να τα κάνει, με μια μικρή συνταξούλα πως να τα ζήσεις, γριά γυναίκα στην ηλικία της, γιαγιά σου είναι”.

    Πραγματικά στην ηλικία της γιαγιάς μου, καθώς είπε και η μάνα μου, το πρόσωπο του ανθρώπου δεν γερνά από τα χρόνια, το τσακίζει και το χαράζει η στεναχώρια και η δυστυχία που ζούμε… Τα προβλήματα μας τσακίζουν, η πάλη με την ζωή… Πέρασαν πολλά χρονιά για να καταλάβω τι ακριβώς έλεγε η μάνα μου. Το καταλάβαινα κάθε φορά και περισσότερο σαν κοίταζα τις δικές της χαρακιές στο πρόσωπο και τώρα τις δικές μου.

    “Έζησε τον πόλεμο, πέρασε την κατοχή την πείνα την φτώχεια την στέρηση, και ακόμα την περνάει, μαζί με τα εγγόνια της, τα ορφανά”, τσάκισε η φωνή της και τα μάτια της είχαν βουρκώσει καθώς μιλούσε σφίγγοντας με πιο κοντά της ακόμη περισσότερο.

    “Έχασε τον άντρα της τον προστάτη του σπιτιού της και έχασε και τον γιο της και την νύφη της… πόσα να αντέξει ο άνθρωπος παιδί μου. Και η Παναγία να ήταν, θα λύγιζε”.

    Η μάνα μου είχε ήδη λυγίσει και μόνο που τα έλεγε.

    “Να, βοηθάμε όλοι, όσο μπορούμε και οι δάσκαλοι στο σχολείο από το υστέρημα τους, γιατί το σχολείο δεν είναι μόνο να σας μάθει να γράφετε και να διαβάζετε είναι να σας κάνει ανθρώπους, να σας δώσει ιδανικά, αξίες να νιώθετε και να κατανοείτε και η γειτονιά βοηθάει, όσο μπορούμε, ο κάθε ένας μας, σε φτωχογειτονιά είμαστε, μα υπάρχουν άνθρωποι που είναι ακόμα πιο φτωχοί από εμάς και έχουν την ανάγκη να τους απλώσουμε το χέρι μας και να τους νοιαστούμε. Και το μπουφάν δεν του έκανε πια του αδελφού σου, να το πετάξω κρίμα παιδί μου το καλό του ήταν, μα έτσι γρήγορα που μεγαλώνετε, δεν του έκανε το έδωσα στο παιδάκι να το φορέσει να ζεσταθεί, να χαρεί και αυτό. Μην του πεις τίποτα του παιδιού, ούτε σε κανένα άλλο παιδάκι να πεις αυτά που σου είπα για τον Πέτρο, έχω τον λόγο σου. Μην στεναχωρηθεί το παιδί, δεν πρέπει”.

    Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το δάκρυ που κύλισε στο μάγουλο της, μόνο το σκούπισε γρήγορα, μην την δω να κλαίει. Η μητέρα μου είχε γεννηθεί λίγο πριν τον πόλεμο, είχε δει και αυτή πολλά. Έζησε την κατοχή την φτώχεια την στέρηση. Ήξερε πως είναι. Ήξερε όμως πιο πολύ πως είναι να είσαι άνθρωπος και να απλώνεις το χέρι σου να κρατήσεις ένα άλλο ανθρώπινο χέρι. Να το κρατήσεις, όχι περιστασιακά να ελεημονείς, μα πραγματικά να νοιαστείς, να είσαι δίπλα του και να συμπονέσεις μαζί με αυτόν που υποφέρει. Στο χωριό που έζησε έτσι ξεπέρασαν τον πόλεμο, την κατοχή.

    Έπιασαν σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου, νοιάστηκαν ο ένας για τον άλλο, έδωσαν ο ένας στον άλλον το υστέρημα τους. Αυτό προσπαθούσε να μου μάθει τόσα χρονιά, να νοιάζομαι και να απλώνω το χέρι στους ανθρώπους. Ξέρεις πιο ΄ναι το πολυτιμότερο που μπορείς να πάρεις από έναν άνθρωπο… όχι τα λεφτά του, μα την αγάπη του.

    Ο Πέτρος της ιστορίας μας τελείωσε το δημοτικό και έπιασε δουλειά στα δώδεκα του χρόνια. Έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες του καθώς είπαν όλοι, τι ευθύνες μπορούσε να έχει ένα δωδεκάχρονο παιδί, δεν το κατάλαβα, το μόνο που κατάλαβα ήταν ότι μεγάλωσε νωρίς, πολύ νωρίς.

    Loading...
  • loading...