Γνώση και πληροφορία: νέα εποχή

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ 🕔26/11/2017 - 18:02 | Author: Newsroom

Και μόνο η ανάπτυξη του internet εδώ και μερικές δεκαετίες έχει ήδη δημιουργήσει τη νέα εποχή, όχι μόνο στο χώρο της γνώσης και της πληροφορίας αλλά και τη νέα εποχή στην ανθρωπότητα.

Η δύναμη και η προοπτική των εθνών στηρίζεται προϊόντος του χρόνου όλο και πιο πολύ στην προαγωγή της γνώσης και της πληροφορίας. Η όλη διαχείριση της γνώσης και της πληροφορίας, από την παραγωγή τους μέχρι και τη διακίνησή τους, απασχολεί όλο και περισσότερους ανθρώπους και μετασχηματίζει τόσο τον ιστό της παραγωγής – οι κύριοι παραγωγοί πλούτου έγιναν η πληροφορία και η γνώση[i] – όσο και τη συγκρότηση των σύγχρονων κοινωνιών. «Η πληροφορία και η γνώση είναι τα θερμοπυρηνικά ανταγωνιστικά όπλα της εποχής μας»[ii], αλλά τα περισσότερα έθνη – κράτη εξακολουθούν να κινούνται με τις κλασικές συνταγές της βιομηχανικής εποχής και ουσιαστικά να είναι εκτός ουσιαστικής παρέμβασης στα σημερινά διεθνή δρώμενα και πολύ περισσότερο στις αυριανές εξελίξεις.

Ωστόσο, οι κοινωνίες των περισσότερων χωρών φαίνονται μάλλον ανέτοιμες για να αντιμετωπίσουν την όλη κατάσταση. Ουσιαστικά είναι οι δυνάμεις της αγοράς και του κεφαλαίου εκείνες που δρομολογούν το περιεχόμενο και την κατεύθυνση γνώσης και πληροφορίας. Αυτό δεν συνιστά ένα επιμέρους ζήτημα, αλλά είναι η καρδιά της δημιουργίας του μέλλοντός μας. Πολύ εύστοχα ο Ζ.– Φ. Λυοτάρ στην κλασική του μελέτη «Η μεταμοντέρνα κατάσταση» θέτει την ουσία του προβληματισμού: «Η γνώση και δύναμη είναι τα δύο πρόσωπα του ίδιου ζητήματος: ποιος αποφασίζει για το τι είναι γνώση, και ποιος ξέρει τι πρέπει να αποφασίσουμε; Το ζήτημα της γνώσης την εποχή της πληροφορικής είναι περισσότερο από ποτέ το ζήτημα της διακυβέρνησης»[iii].

Και να τα προβλήματα που αναδύονται και ζητούν επιτακτική ρύθμιση και διακανονισμό: α) η σύγχυση μεταξύ γνώσης και πληροφορίας γίνεται διαρκώς πιο έντονη, β) η εγκυρότητα της γνώσης και της πληροφορίας δεν διατηρεί τις παλιές σταθερές παραμέτρους και ως εκ τούτου έχει αρχίσει να πλήττεται, γ) η ταχύτητα μετάδοσης γνώσης και πληροφορίας γίνεται όλο και πιο ανισομερής μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών περιοχών του πλανήτη διευρύνοντας το ήδη μεγάλο χάσμα ανάπτυξής τους, δ) η χρηματοδότηση παραγωγής της γνώσης και η αναπαραγωγή της πληροφορίας συγκεντρώνονται σε λίγα χέρια με αποτέλεσμα να δίνονται προτεραιότητες στις επιταγές των δυνάμεων της αγοράς και όχι στις προτεραιότητες των βασικών κοινωνικών αναγκών, ε) ο εκδημοκρατισμός της γνώσης και της πληροφορίας προχωρά μαζί με τη διόγκωση των γκρίζων περιοχών τους, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται ο βασικός ρόλος τους.

Ας δούμε μερικές μόνο πτυχές των παραμέτρων που τέθηκαν παραπάνω. Το ποιος καθορίζει το είδος της γνώσης και τις προτεραιότητες επιλογής της μέσω της χρηματοδότησης της έρευνας είναι και το καθοριστικό στοιχείο για τα οφέλη που θα αποκομίσουν. Η φοβερή υποχώρηση της κλασικής γραμματείας και η απομείωση του μορφωτικού περιεχομένου της εκπαίδευσης αλλά και ο προσανατολισμός των πανεπιστημιακών και σχολικών θεσμών προς τις επιταγές της κατάρτισης είναι απόρροια ακριβώς του χρηματιστηριακού / κεφαλαιοκρατικού ελέγχου της έρευνας. Η διαρκής διόγκωση της μηχανής – μέσω του πλασματικής γοητείας των όλο και πιο νέων τεχνολογικών ευρημάτων και μέσω της πανίσχυρης κοσμοαντίληψης του καταναλωτισμού – ουσιαστικά μετασχηματίζει την εικόνα του ίδιου του ανθρώπου και τον καθιστά μόνιμα χειραγωγημένο από τα υλικά αγαθά και μάλιστα όχι από τα βασικά υλικά αγαθά αλλά από τα αγαθά που επιβάλλει η αγορά.

Οι άνθρωποι γίνονται καταναλωτές, γίνονται θεατές των ειδώλων τους και «οι μηχανές, που η τεχνολογία δημιουργεί, πετυχαίνουν τέτοια ολοκλήρωση που λεηλατούν την ίδια μας την ακεραιότητα, αναγκάζοντάς μας να νιώθουμε άχρηστοι»[iv]. Η γνώση δεν αναδεικνύεται ως πεδίο κοινωνικής προόδου και ανθρώπινης ολοκλήρωσης. Τα ουμανιστικά και διαφωτιστικά ρεύματα αμφισβητούνται ως περίπου εκτός εποχής και τα ανθρωπιστικά ιδεώδη φαντάζουν γραφικές αντιλήψεις. Πρόκειται ουσιαστικά για το βαθύ μετασχηματισμό του πολιτισμού μας. Ο Μπρωντέλ προσεγγίζει την όλη εξέλιξη με αρκετά εύστοχο τρόπο: «Ο εκμηχανισμός είναι οπωσδήποτε ικανός να στρεβλώσει, να καταστρέψει και να αναδημιουργήσει τούτη ή εκείνη τη δομή ενός πολιτισμού. Αλλά ο ίδιος δεν είναι πολιτισμός»[v]. Πρόκειται για την πλήρη αλλοτρίωση του κοινωνικού μας ρόλου, για την χειραγώγηση της συνείδησής μας, για τον μετασχηματισμό μας σε σύγχρονους υποτελείς …πολίτες.

Έτσι το όλο μόρφωμα της γνώσης και της πληροφορίας και κατ’ επέκταση της εκπαίδευσης συγκροτείται στη λογική της αγοραίας εκδοχής, αφού «με τη μορφή του πληροφοριακού εμπορεύματος, που είναι απαραίτητο στην παραγωγική δύναμη, η γνώση είναι ήδη και θα είναι μια μείζων κατάθεση,

ίσως η πιο σημαντική, μέσα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την εξουσία»[vi] και δεν θα κινείται με βάση τις κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες αλλά με το ποιος θα ελέγχει τις κοινωνικές δυνάμεις. Το σώμα της γνώσης ποτέ δεν ήταν έξω από την κοινωνική διαπάλη ούτε συνιστά μια ουδέτερη κατασκευή. Πάντα συνδεόταν και συνδέεται με τις κυρίαρχες δομές των κοινωνιών.

Ουσιαστικά τα κυρίαρχα σχήματα της γνώσης θα καθορίζουν και θα δρομολογούν τις εξελίξεις, γιατί «κάθε επιστημονική πρακτική εγγράφεται κατά κανόνα σε μια γενική εξήγηση του κόσμου»[vii]. Η αποστασιοποίηση της γνώσης από τη μόρφωση και η εργαλειακή της ένταξη στην κεφαλαιοκρατική παραγωγική δύναμη επιταχύνει και την αλλοτρίωση του ανθρώπου, γιατί «η παλαιά αρχή, ότι η απόκτηση της γνώσης είναι αξεδιάλυτη από τη μόρφωση (bildung) του πνεύματος, και μάλιστα του προσώπου, περιπίπτει και θα περιπέσει ακόμα περισσότερο σε αχρηστία»[viii].

Η διαρκής εξειδίκευση και ο όλο και εντεινόμενος καταμερισμός των επιστημονικών πεδίων κατατείνουν στη δημιουργία εκείνου του ανθρώπου που δεν θα έχει μια άρτια και σφαιρική άποψη για τα πράγματα που τον αφορούν και θα ζει ένα μικρό μέρος της ζωής. Αντίθετα θα έχει μια μερική πρόσβαση στη γνώση του επαγγελματικού του πεδίου, ενώ θα αφίσταται διαρκώς από την ολοκληρωμένη και άρτια μόρφωση ενός Homo Universalis που θα μπορεί να ερμηνεύει τον κόσμο και να δημιουργεί το νόημα της ζωής του.

[i] Drucker, P. (2000), Μετακαπιταλιστική κοινωνία, Αθήνα: Cutenberg, σ. 236

[ii] T. Stewart (1999), Intellectual Capital, New York, London: Currency Doubleday, p. xix

[iii] Ζ. Φ. Λυοτάρ (1988) Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Αθήνα: Γνώση, σ. 41

[iv] Oliver, M. (2009), Αναπηρία και πολιτική, Αθήνα: Επίκεντρο, σ. 262

[v] Braudel, F. (2002), Η γραμματική των πολιτισμών, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, σ. 186

[vi] Ζ. Φ. Λυοτάρ (1988) Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Αθήνα: Γνώση, σ. 34

[vii] Braudel, F. (2002), Η γραμματική των πολιτισμών, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, σ. 494

[viii] Ζ. Φ. Λυοτάρ (1988) Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Αθήνα: Γνώση, σ. 33

 

Loading...
  • Δίκτυο ανεξάρτητων διαφημίσεων
    loading...
  • europalso

    ideascentral