Πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4,14% του ΑΕΠ (7,876 δισ. ευρώ) με βάση τους όρους της ενισχυμένης εποπτείας και έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ, προβλέπει για το 2019 το προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού. Στο σενάριο αυτό ενσωματώνονται τα ψηφισμένα με το Μεσοπρόθεσμο μέτρα, ήτοι η μείωση των συντάξεων από την 1η Ιανουαρίου και η ταυτόχρονη υλοποίηση των αντίμετρων. Με βάση αυτό το σενάριο θα υπάρξει το επόμενο έτος ένας δημοσιονομικός χώρος ύψους 0,64% του ΑΕΠ ή 1,223 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, ωστόσο, υπάρχει και ένα εναλλακτικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο δεν εφαρμόζονται η μείωση των συντάξεων και τα αντίμετρα, αλλά υλοποιούνται οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ (μείωση ΕΝΦΙΑ και ασφαλιστικών εισφορών κ.ά.). Στην περίπτωση αυτή, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώνεται το 2019 σε 3,56% του ΑΕΠ (6,775 δισ. ευρώ, με δημοσιονομικό χώρο 0,06% του ΑΕΠ), το οποίο και πάλι είναι υψηλότερο από τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ της ενισχυμένης εποπτείας (σ.σ. δηλαδή, μπορεί δημοσιονομικά να μην εφαρμοστεί το μέτρο της μείωσης των συντάξεων).

Στις νέες παρεμβάσεις περιλαμβάνονται τα εξής:

– Βοήθεια στο σπίτι: Μετατρέπεται το τρέχον εργασιακό καθεστώς 3.000 εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε αορίστου.

– Ειδική αγωγή: Πρόσληψη 4.500 εκπαιδευτικών και εξειδικευμένου προσωπικού σε θέσεις προσωπικού που τώρα καλύπτεται από ορισμένου χρόνου συμβάσεις. Η δαπάνη σήμερα καλύπτεται από πόρους του ΠΔΕ. Οι νέες προσλήψεις θα χρηματοδοτηθούν από τον τακτικό προϋπολογισμό χωρίς να μεταβληθεί το τρέχον όριο δαπανών του ΠΔΕ. Παράλληλα, θα μειωθεί ισόποσα το όριο για το προσωπικό ορισμένου χρόνου προκειμένου να μην μεταβληθεί ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων συνολικά.

– Επιδότηση ενοικίου: Επαναπροσδιορισμός της αντίστοιχης δράσης που είχε συμπεριληφθεί στις εξισορροπητικές παρεμβάσεις του Μεσοπρόθεσμου 2019- 2022 με πιο στοχευμένα κριτήρια.

– Μείωση ασφαλιστικών εισφορών: Το μέτρο αφορά στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών και ειδικότερα στη μείωση του συντελεστή κύριας ασφάλισης κατά 1/3 και στην εφαρμογή της ελάχιστης εισοδηματικής βάσης για την επικουρική ασφάλιση και την εφάπαξ παροχή. Οι ανωτέρω ομάδες υπέστησαν σημαντική επιβάρυνση από τη μετάπτωση από την τεκμαρτή στην πραγματική εισοδηματική βάση με τη μεταρρύθμιση του 2016, ενώ η αύξηση των εισφορών οδήγησε σε μείωση τόσο του αριθμού των αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών όσο και στα δηλωθέντα εισοδήματά τους. Ως εκ τούτου, το μέτρο στοχεύει τόσο στην αναστροφή αυτής της τάσης, όσο και στην ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης.

– Επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών νέων: Η συγκεκριμένη δράση αποσκοπεί στη βελτίωση της πρόσβασης στην αγορά εργασίας των νέων και αναμένεται να οδηγήσει στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, συμβάλλοντας στη μείωση της ανεργίας των νέων, που είναι η υψηλότερη στην Ε.Ε., αλλά και μειώνοντας το ποσοστό των νέων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας. Το μέτρο αφορά σε νέους ηλικίας έως 24 ετών και συνίσταται στην επιδότηση του 100% των εισφορών των εργαζομένων και του 50% των εργοδοτικών εισφορών.

– Μείωση ΕΝΦΙΑ: Το μέτρο συνίσταται στη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 10% μεσοσταθμικά.

– Μείωση φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων: Το μέτρο συνίσταται στη σταδιακή μείωση του συντελεστή φορολόγησης από 29% σε 25% σε ορίζοντα τετραετίας και θα έχει δημοσιονομική επίπτωση από το 2020 και εξής.

– Μείωση φορολογίας διανεμόμενων κερδών: Το μέτρο αναφέρεται στη μείωση του φορολογικού συντελεστή επί των διανεμόμενων κερδών κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες και θα έχει δημοσιονομική επίπτωση από το 2020 και εξής.

Σημειώνεται, ότι εφέτος εκτιμάται πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,74% του ΑΕΠ (6,853 δισ. ευρώ) με δημοσιονομικό χώρο ύψους 0,24% του ΑΕΠ (445 εκατ. ευρώ).

Σύμφωνα με το προσχέδιο, τα βασικά μεγέθη του προϋπολογισμού αναμένεται να διαμορφωθούν το 2019 ως εξής:

*Το ΑΕΠ θα ανέλθει σε 190,094 δισ. ευρώ από 183,101 δισ. ευρώ εφέτος. Θα υπάρξει ανάπτυξη 2,5% από 2,1% εφέτος.

*Η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 1,1% (από αύξηση 1% εφέτος) και η δημόσια κατανάλωση θα αυξηθεί 0,6% (από αύξηση 0,2% εφέτος).

*Οι ιδιωτικές επενδύσεις (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου) θα αυξηθούν 11,9% (από αύξηση 0,8% εφέτος).

*Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα αυξηθούν 5,8% (από αύξηση 7,5% εφέτος), ενώ οι εισαγωγές θα αυξηθούν 5,2% (από αύξηση 3,4% εφέτος).

*Η ανεργία θα μειωθεί στο 18,2% από 19,9% εφέτος, ενώ η απασχόληση θα αυξηθεί 1,8% (από αύξηση 1,7% εφέτος).

*Ο πληθωρισμός θα αυξηθεί στο 1,2%, έναντι ανόδου 0,6% εφέτος, ως συνισταμένη των διαφορετικών επιδράσεων από τη μειούμενη πλεονάζουσα δυναμικότητα, τον αυξανόμενο προστατευτισμό στο διεθνές εμπόριο, την πορεία της διεθνούς τιμής του πετρελαίου και τη διατήρηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ στα σημερινά χαμηλά επίπεδα τουλάχιστον έως το καλοκαίρι του 2019 (παρά την απόφαση για λήξη της ποσοτικής χαλάρωσης τον προσεχή Δεκέμβριο).

Στα 53,813 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 399 εκατ. ευρώ ή 0,7%, έναντι των προβλέψεων του Μεσοπρόθεσμου, θα διαμορφωθούν το 2019 τα καθαρά έσοδα του κρατικού Προϋπολογισμού, όπως αναφέρεται στο προσχέδιο. Η προαναφερθείσα αύξηση, αναμένεται να πραγματοποιηθεί παρά την σημαντική άνοδο των επιστροφών φόρων κατά 788 εκατ. ευρώ.

Ειδικότερα:

 

*οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται να ανέλθουν στο ποσό των 27,609 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 710 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου του Μεσοπρόθεσμου, αντικατοπτρίζοντας τη συνεχώς βελτιούμενη καταναλωτική δαπάνη,

 

*ο φόρος εισοδήματος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο ποσό των 16,7 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 86 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου,

 

*οι επιστροφές φόρων προβλέπεται να ανέλθουν στο ποσό των 4,973 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 788 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου,

 

*τα έσοδα του ΠΔΕ εκτιμώνται σε 4,042 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 150 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο, λόγω μεταφοράς στο ΠΔΕ απολήψεων από Ε.Ε., που έως πρότινος εμφανίζονταν στον τακτικό Προϋπολογισμό.

 

Στο σκέλος των δαπανών, οι συνολικές δαπάνες του κρατικού Προϋπολογισμού εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν (σε δημοσιονομική βάση) στα 57,624 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 95 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο.

 

Οι δαπάνες αυτές αναλύονται ως εξής:

 

*Παροχές σε εργαζομένους. Οι δαπάνες παροχών σε εργαζομένους, προβλέπεται ότι θα ανέλθουν (σε δημοσιονομική βάση) στα 12,978 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 5 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο.

 

*Κοινωνικές Παροχές. Οι δαπάνες της κατηγορίας αυτής προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν σε 1,667 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 758 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου, κυρίως λόγω της μεταφοράς πιστώσεων ύψους 760 εκατ. ευρώ στις μεταβιβάσεις για την επιχορήγηση στον ΟΠΕΚΑ, για την υλοποίηση της δράσης του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ).

 

Σύμφωνα επίσης με το προσχέδιο, εάν υλοποιηθούν οι παρεμβάσεις που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, τα καθαρά έσοδα του κρατικού Προϋπολογισμού προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 53,832 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 19 εκατ. ευρώ σε σχέση με το σενάριο βάσης, γεγονός που οφείλεται:

 

*στη μείωση κατά 10% μεσοσταθμικά, ή 262,5 εκατ. ευρώ του ΕΝΦΙΑ, και

*στην αύξηση κατά 282 εκατ. ευρώ του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, ως αποτέλεσμα των συνταξιοδοτικών παρεμβάσεων (δευτερογενής επίδραση).

 

Ενώ, στο σκέλος των δαπανών, με βάση το ίδιο σενάριο, οι συνολικές δαπάνες προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 56,169 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 1,455 δισ. ευρώ σε σχέση με το σενάριο βάσης, κυρίως λόγω της άρσης των εξισορροπητικών παρεμβάσεων του 2019, όπως αυτές είχαν παρουσιαστεί στο Μεσοπρόθεσμο.

 

ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΣ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ

 

Το δημόσιο χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί το 2019 σε 323,5 δισ. ευρώ ή 170,2% του ΑΕΠ, από 335 δισ. ευρώ ή 183% του ΑΕΠ εφέτος.

 

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου κατά τη διάρκεια του 2018 καλύφθηκαν από μακροπρόθεσμα δάνεια συνολικού ύψους 21,7 δισ. ευρώ, που εκταμιεύθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), κοινοπρακτική έκδοση ομολόγου σταθερού επιτοκίου επταετούς διάρκειας, ύψους 3 δισ. ευρώ και αναχρηματοδότηση βραχυπρόθεσμου χρέους. Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός πραγματοποιήθηκε μέσω εκδόσεων εντόκων γραμματίων τρίμηνης, εξάμηνης και ετήσιας διάρκειας (για πρώτη φορά μετά τον Απρίλιο του 2010) καθώς επίσης και μέσω πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας υπό τη μορφή repos.

 

Με την εκταμίευση της τελευταίας δόσης από τον ESM, ύψους 15 δισ. ευρώ, ολοκληρώθηκε το τρίτο πρόγραμμα στις 20 Αυγούστου 2018, ενισχύοντας σημαντικά τα ταμειακά διαθέσιμα ασφαλείας (cash buffer), τα οποία, σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα διαθέσιμα, εκτιμάται ότι, κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, μπορούν να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου έως και τα τέλη του 2020. Η δημιουργία ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας, είχε ως αποτέλεσμα μία προσωρινή αύξηση του δημοσίου χρέους για το 2018. Στις 31 Αυγούστου 2018, το σύνολο των ευρωπαϊκών δανείων του πρώτου, δεύτερου και τρίτου προγράμματος στήριξης (GLF, EFSF, ESM) ανήλθε σε 243.682,3 εκατ. ευρώ, ενώ τα ανεξόφλητα δάνεια προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διαμορφώθηκαν σε 10.291,58 εκατ. ευρώ.

Όπως επισημαίνεται στο προσχέδιο, ο σχεδιασμός της εκδοτικής πολιτικής για το 2019, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, σειρά νέων ομολογιακών εκδόσεων σταθερού επιτοκίου με κομβικές διάρκειες, που θα συμπληρώνουν τα κενά του φάσματος λήξεων του ελληνικού χαρτοφυλακίου χρέους. Λαμβανομένων υπόψη δε, των υφιστάμενων υψηλών ταμειακών διαθεσίμων που διατηρεί το Δημόσιο, τα οποία, ακόμα και υπό εξαιρετικά συντηρητικές εκτιμήσεις, επαρκούν για να καλύψουν τις μικτές χρηματοδοτικές του ανάγκες τουλάχιστον για τα δύο επόμενα έτη, οι στόχοι της εκδοτικής πολιτικής για το 2019, αλλά και μετέπειτα, θα προσανατολιστούν σε ομολογιακές εκδόσεις με υψηλή ρευστότητα και όγκο, στη διατήρηση μίας αντιπροσωπευτικής καμπύλης αποδόσεων ελληνικών κρατικών χρεογράφων αναφοράς, καθώς επίσης και στη συνεχή και αδιάλειπτη παρουσία του Δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, ως εκδότη κρατικών χρεογράφων, παρέχοντας παράλληλα την αναγκαία διαφάνεια και προβλεψιμότητα στην επενδυτική κοινότητα.

 

Το σύνολο των νέων ετήσιων εκδόσεων δεν αναμένεται να ξεπερνά τις ετήσιες αποπληρωμές χρεολυσίων, ενώ η αναμενόμενη υπερβάλλουσα ρευστότητα θα αξιοποιηθεί στο πλαίσιο ενός συντεταγμένου προγράμματος διαχείρισης υφιστάμενων υποχρεώσεων χαρτοφυλακίου χρέους, κατά τα πρότυπα των αντίστοιχων προγραμμάτων που έλαβαν χώρα στο πρόσφατο παρελθόν.