Σεραφείμ Πειραιώς: Πόσο σοβαρές είναι οι σκέψεις αναθεώρησης του Συντάγματος στη σχέση Εκκλησίας Πολιτείας;

ΕΙΔΗΣΕΙΣ 🕔03/07/2018 - 08:19 | Author: Newsroom

ΠΟΣΟ ΣΟΒΑΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ;

Πρέπει νά γίνει σαφές ὅτι οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας-Πολιτείας ἀφοροῦν σέ ἤδη διακριτούς ρόλους ὅπως ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας στό βιβλίο του «Ἡἀναθεώρηση τοῦΣυντάγματος, Ὑπό τό πρίσμα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐμπειρίας», ἐκδ. Α.Α. Λιβάνη, Ἀθήνα 2010, σελ. 65 ἑπ. ἔχει ὑποστηρίξει.

«Οἱ διακριτοί ρόλοι προκύπτουν ἀπό τήν συγκρότηση τοῦ περιγράμματος τοῦ κράτους δικαίου δηλ. ἀπό τήν συνταγματική καί ἔννομη τάξη καί εὑρίσκονται στά ὅρια ἐκκοσμικεύσεως τῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας ὑφισταμένου τοῦ πολυθρύλητου διαχωρισμοῦ» (Π. Μηλιαράκη-Συνταγματολόγου, ΕΠΙΚΑΙΡΑ 24-6-2016). Καί ναί μέν στό πλαίσιο τῶν ρυθμιστικῶν κανόνων πού ἰσχύουν διατηροῦνται οἱ «εἰδικές σχέσεις» Κράτους καί Ἐκκλησίας, ὅπως τό ἑορτολόγιο καί οἱἐπίσημες τελετές, συναρτῶνται μέ τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, ἐν τούτοις αὐτές οἱ «εἰδικές σχέσεις» δέν ἀναιροῦν τήν διάκρισι μεταξύ Κράτους καί Ἐκκλησίας, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ Πολιτεία νομοθετεῖἐρήμην ἤ καί ἐναντίον τοῦ δόγματος καί τοῦἤθους τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τά ψηφισθέντα νομοθετικά πλαίσια γιά τόν πολιτικό γάμο, τήν καύση τῶν νεκρῶν, τό αὐτόματο διαζύγιο, τήν ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας, τή νομιμοποίηση τῶν ἐκτρώσεων, τό σύμφωνο συμβίωσης ἑτεροφύλων καί ὁμοφυλοφίλων κλπ. Συνεπῶς ἀπό τό γεγονός αὐτό ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ ρόλοι Ἐκκλησίας καί Πολιτείας εἶναι ἀπολύτως διακριτοί καί βρίσκονται στά ὅρια τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ἑπομένως ἡἰδεοληψία περί δῆθεν θεοκρατίας πηγάζει μόνο ἀπό σκοτεινή ἐμπάθεια καί νομική ἄγνοια ἤ μίσθαρνη στράτευση.

 

Στό σύγχρονο Εὐρωπαϊκό πολιτισμό δέν εἶναι μόνο ἡἙλλάδα πού ἀναγνωρίζει ἐπισήμως συγκεκριμένη θρησκευτική κοινωνία, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καί ἄλλες χῶρες πολιτισμοῦὅπως ἡ Μ. Βρετανία καί ἡ Δανία ἀναγνωρίζουν θρησκευτικές κοινωνίες καί μάλιστα στή Μ. Βρετανία ὁἀνώτατος ἄρχων εἶναι ἀρχηγός τῆς Ἀγγλικανικῆς κοινωνίας καί τῆς Πρεσβυτεριανῆς «Ἐκκλησίας» τῆς Σκωτίας καί συνεπῶς ὁ συντακτικός νομοθέτης πού θέσπισε ὅτι «ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» δέν εἰσήγαγε πολιτιστική ἤ νομική καινοτομία. Ἁπλῶς δήλωσε τόν σεβασμό του στήν μακρά παράδοση καί τήν θρησκευτική συνείδηση τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ πού συγκροτεῖ τή συντεταγμένη Πολιτεία. Ταυτοχρόνως ὅμως τό ἰσχῦον Σύνταγμα θεσπίζει τό ἀπαραβίαστο καί τό ἐλεύθερο τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης μέ διάταξη τῆς παραγρ. 1 τοῦἄρθρου 13 πού δέν ἀναθεωρεῖται ἐπειδή ἀφορᾶ στόν σκληρό πυρῆνα τῆς συνταγματικῆς τάξης, ἐν ἀντιθέσει μέ τό ἄρθρο 3 πού ὁρίζει τίς «σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας» καί πού μπορεῖ νά ἀναθεωρηθῆἄν δέν ληφθῆὑπ’ ὄψι ὅτι μέ τήν τυχόν ἀναθεώρησή του ἀνατρέπονται οἱ νομικές σχέσεις τῶν Νομικῶν Προσώπων τῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, παύει ἡΣυνταγματική προστασία τῶν Καταστατικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Τόμου ἀνακηρύξεως Αὐτοκεφαλίας τοῦ 1850 καί τῆς Πράξεως τοῦ 1928 καί βέβαια τοῦἰσχύοντος Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ν. 590/1977) μέ ὅτι αὐτό μπορεῖ νά σημαίνει γιά τήν εὐστάθεια καί τήν κοινωνική συνοχή τοῦἜθνους καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἡἀνατροπή αὐτή ἀναπόδραστα θά πρέπει νά συμπαρασύρει γιά λόγους ἰσότητος καί τήν νομική σχέση μέ τήν Ἑλληνική Πολιτεία τοῦ ΚεντρικοῦἸσραηλιτικοῦ Συμβουλίου (Κ.Ι.Σ.) καί τῶν Ἰσραηλιτικῶν Κοινοτήτων πού ἀποτελοῦν Ν.Π.Δ.Δ. μέ δικαιοδοτικές ἁρμοδιότητες διά τῶν Ραββινικῶν Συμβουλίων στήν ἔννομη τάξη τῆς Ἑλλάδος, καθώς καί τῶν Μουσουλμανικῶν Μουφτειῶν πού ἀποτελοῦν Δημόσιες Ὑπηρεσίες τοῦἙλληνικοῦ Κράτους, μέ ὡσαύτως δικαιοδοτική ἁρμοδιότητα.

Τό πρόταγμα τοῦ λεγομένου χωρισμοῦἐπαναλαμβάνεται ἀπό προφανῶς ἀμοίρους νομικῆς παιδείας, οἱὁποῖοι μέ ἐφαλτήριο τό λεγόμενο «θράσος τῆς ἀγνοίας τους», θέτουν πρός κατεδάφισι ὅ,τι συνιστᾶ τό κράτος δικαίου πού ἐπί 200 σχεδόν χρόνια πύργωσε ὁ λαός μας μέ αἷμα καί ἱδρώτα.

Μιλοῦν γιά διακριτότερους ρόλους Ἐκκλησίας καί Κράτους, διάβαζε Ἔθνους ἐπικαλούμενοι δῆθεν προοδευτικά συνθήματα. Οἱἀντιλήψεις ὅμως περί χωρισμοῦ εἶναι τοῦπερασμένου αἰώνα πού γεννήθηκαν κάτω ἀπό μισαλόδοξο ἀντιθρησκευτικό καί ἀντικληρικαλιστικό λαϊκιστικό πνεῦμα πού δέν συμβιβάζεται μέ τίς σημερινές κοινωνικές, πολιτειακές καί θρησκευτικές ἀντιλήψεις καί πού ἀναπτύχθηκε σέ προτεσταντικές καί παπικές χῶρες πού δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τόν πολιτισμό καί τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη τοῦἙλληνικοῦἜθνους. Τό πρότυπο τῶν δυτικῶν Κοινωνιῶν ἀλλά καί τοῦἀθεϊστικοῦἀνατολικοῦ μπλόκ πού ἱστορικά κατέρρευσε παταγωδῶς, μέ τό θρησκευτικό συγκρητισμό καί μέ τόν χωρισμό, παράγει μόνο διαλυτικά κοινωνικά φαινόμενα καί ἐπιτρέπει τήν ἅλωση τῶν κοινωνιῶν ἀπό τήν παραθρησκεία,τίς καταστροφικές λατρείες, τήν εἰδωλολατρεία, τόν σατανισμό καί τά ἐγκληματικά φαινόμενα. Οἱἀντιλήψεις περί χωρισμοῦ δέν συμβιβάζονται μέ τά ἑλληνικά ἰδεώδη καί τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη πού πότισε τίς ρίζες τοῦἜθνους μας.

Οἱἀντίθετοι, οἱἔξω τοῦχριστιανισμοῦ, ἀντιπαρέρχονται μία παγκόσμια πραγματικότητα, τήν πραγματικότητα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ κόσμου ἀπό τόν Χριστιανισμό. Δέν μιλᾶμε γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μιλᾶμε γιά τήν κοινωνική πραγματικότητα, γιά τήν κοινωνική διάσταση τοῦΧριστιανισμοῦ πού ἐκπολίτισε τόν κόσμο καί ἰδιαίτερα στήν χώρα μας, μᾶς διαφύλαξε διά νά μήν εἴμαστε τό ὑπόλοιπο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας σήμερα, ἐξισλαμισμένοι καί Τουρκοποιημένοι.

ὉΧριστιανισμός συνεπῶς κρινόμενος μόνο μέ κοσμικά κριτήρια εἶναι μιά παγκόσμια θρησκεία πού δέν μπορεῖ νά τεθεῖ στό κοινωνικό περιθώριο, οὔτε νά ἀγνοηθεῖ καί ἀσφαλῶς δέν εἶναι δυνατό νά καταπολεμηθεῖ γιατί εἶναι θεοσύστατος ὀργανισμός, ὅπως ἀπέδειξαν τά δύο χιλιάδες χρόνια τῆς ἐπί γῆς παρουσίας Του καί τά πολυεκατομμύρια τῶν μαρτύρων Του.

ἩἙλληνική κοινωνία εἶναι μιά ὁμόδοξη κοινωνία ζυμωμένη μέ τό χριστιανικό πνεῦμα. Ἡπροστατευομένη ἀπό τό Σύνταγμα ἔννοια τοῦἜθνους σύγκειται ἀπό τό ὁμόθρησκον, τό ὅμαιμον, τό ὁμόγλωσσον καί τό ὁμότροπον. (Ἡρόδοτος)

Ἡ πρόταση τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν σχέσεων, περνᾶ καί ἀπό τήν θύρα τῆς εἰδικῆς ἐπιστήμης τῆς κοινωνιολογίας. Ἡἐφαρμογή τῆς ἀρχῆς «ἡ θρησκεία εἶναι μία ἰδιωτική ὑπόθεση» κατέληξε πάντοτε στήν καταδίωξη καί καταπίεση τῆς θρησκευτικῆς πίστεως. Ἄμεσες συνέπειες τῆς τακτικῆς αὐτῆς εἶναι ὁπροοδευτικός ἐκφυλισμός τῆς προσωπικῆς καί κοινωνικῆς ἠθικῆς, ἡ σχετικοποίηση τῆς ἐθνικῆς παραδόσεως καί ἡ εἰσβολή ξένων ἰδεολογιῶν μέ ἐπικίνδυνο γιά τήν ἐθνική ἐπιβίωση περιεχόμενο. Ἡ συλλειτουργία τῶν θεσμῶν τοῦἜθνους καί τῆς Ἐκκλησίας στήν ἱστορική πορεία μας, ἔχει ὡς συνέπεια νά εἶναι ἀδύνατον νά αὐτονομηθοῦν οἱ θεσμοί αὐτοί καί νά παύσουν νά συλλειτουργοῦν χωρίς τό ἄμεσο ἐνδεχόμενο ἀρνητικῶν συνεπειῶν στήν ἐθνική πορεία καί ἐπιβίωση. Ὁὁμ. Καθηγητής τοῦ Α.Π.Θ. κ. Β. Γιούλτσης παρουσίασε ἐναργέστατα τήν θεωρία τοῦ φονξιοναλισμοῦ (fonctionnalisme) δηλ. τῆς συλλειτουργίας τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν. Ὅταν στήν ἀθεϊστική Γαλλία συνομολογήθηκαν «κονκορδάτα» ἀμοιβαιοτήτων πού ὁδήγησαν προοδευτικά στά διατάγματα 91/1955, 654/1968 καί 1024/1983 μέ τά ὁποῖα οὐσιαστικά ἡἐθνική Ρωμαιοκαθολική «Ἐκκλησία» τῆς Γαλλίας ἐπέστρεψε στά ἐπίπεδα συλλειτουργίας μέ τούς πολιτικούς θεσμούς καί ὅταν ἐπίσης στήν ἄλλοτε κραταιά Σοβιετική Ἕνωση τό διάταγμα τῆς 5/2/1918 μέ τό ὁποῖο ἐπεβλήθη ὁ χωρισμός Ἐκκλησίας καί Κράτους ἀντικατεστάθη μέ μιά σειρά διαταγμάτων ὅπως 1102/1972, 69/1973, 85/1973 καί μέ τήν γνωστή ἡμισυνταγματική ἀναθεώρηση τοῦ 1972 μέ τά ὁποῖα ἀναγνωρίστηκε ὡς «ἀνεπίσημη θρησκευτική ἐπισημότητα» ἡὈρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀποτελεῖἤὄχι ἀνεπίτρεπτη συνθηματολογία τό δῆθεν προοδευτικό πρόταγμα στήν Ἑλλάδα, ὅπου ἡὈρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ συστατικό τοῦἜθνους;

Τά κόμματα πού μιλᾶνε γιά ἐπαναδιατύπωση τῶν σχέσεων στήν οὐσία στοχεύουν στόν θρησκευτικό ἀποχρωματισμό τῶν Ἑλλήνων, θέλουν νά πάψουν οἱ πολίτες νά εἶναι θρησκεύοντα μέλη τοῦ σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διότι εἶναι ἀντίθετοι πρός τήν χριστιανική πίστη. Τήν ἀπουσία ὅμως τοῦθρησκευτικοῦ στοιχείου ἀπό τόν πολίτη θά τήν ὑποκαταστήσει ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τό ὁποῖο ἔχει καί αὐτό θρησκευτικό χαρακτῆρα, γιατί δέν μπορεῖ νά γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦἀπό τόν ἄνθρωπο κατά τόν θεωρητικό τῶν Σοβιέτς Λουνατσάρσκι «τρία πράγματα δέν μπορεῖς νά ἀφαιρέσης τήν ἐλευθερία, τήν ἰδιοκτησία καί τήν μεταφυσική ἀγωνία» καί αὐτό τό στοιχεῖο ὀνομάζεται ἀντιχριστιανός ἤἀντιθρησκευτικός πολίτης ἤἄθεος πού στρατεύτεται στήν «θρησκεία» τῆς ἀθεΐας. Αὐτό εἶναι τό πρότυπο τοῦ πολίτου αὐτῶν πού θέλουν καί προβάλλουν τόν λεγόμενο χωρισμό. Τόν ἀποκαλοῦν μέ πολλά ὀνόματα, φιλικό ἤἔντιμο χωρισμό ἤ βελούδινο διαζύγιο ἤἀναθεώρηση σχέσεων ἤἀναστοχασμό ἤἐπαναπλαισίωση, ἤδιακριτότητα δέν ἔχει σημασία. Μέ αὐτόν τόν τρόπο λένε ὅτι τό κράτος θά εἶναι οὐδέτερο πρός τήν θρησκεία καί αὐτό θά εἶναι δῆθεν καλύτερο γιά τήν κοινωνία. Τεχνητός ὅμως χωρισμός τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας στήν κοινωνική της διάσταση καί λειτουργία μπορεῖ νά εἶναι ἀπό νομοθετικῆς πλευρᾶς δυνατός, θά ἀποτελεῖὅμως κατ’ οὐσίαν κατασκευή ἑνός «ἀνθρωπίνου τέρατος», ἑνός «κοινωνικοῦ θηρίου». Οἱ κοινωνίες δέν ὀργανώνονται μόνο μέ Νόμους ἤ Συντάγματα, ὀργανώνονται καί μέ ἐξωνομικούς κανόνες πού ἀπό πλευρᾶς ἀξίας καί πρακτικοῦ κοινωνικοῦἀποτελέσματος εἶναι οἱ σημαντικότεροι.

ἩἙλληνική κοινωνία εἶναι ὀργανωμένη μέ τέτοιους κανόνες, πού εἶναι οἱχριστιανικοί κανόνες καί ἑπομένως εἶναι λάθος ἡ πολιτική βούληση πού θέλει νά ὁδηγήσει σέ θρησκευτικό ἀποχρωματισμό τήν ἑλληνική κοινωνία στό ὄνομα τῆς δῆθεν προόδου, γιατί στήν ἑλληνική κοινωνία οἱ θεσμοί συλλειτουργοῦν ἐπειδή συλλειτουργοῦν οἱἀνθρώπινες προσωπικότητες. Βέβαια στίς κοινωνίες ὑπάρχουν πολίτες μέ θρησκευτική συνείδηση καί πολίτες χωρίς αὐτήν ἀλλά αὐτό ἀποτελεῖἐπιλογή καί ἀνάγεται σέ ἀτομικό δικαίωμα προστατευόμενο συνταγματικά. Ἡ καθιέρωση ὅμως πολιτειακά τοῦ χωρισμοῦ τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν εἶναι τραγικά ἀγεφύρωτη ἔκπτωση.

Ὁ λεγόμενος χωρισμός χωρίς νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἡ συλλειτουργία τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν, ἡἰδιομορφία τοῦπολιτιστικοῦ καί Ἐθνικοῦ παρελθόντος, οἱἀντιλήψεις καί ἡἰδιοσυγκρασία τοῦἙλληνικοῦ λαοῦ εἶναι μία ἀφελής συνθηματολογία πού περιέχει μόνο ἄγνοια καί προκατάληψη.

Τό σύστημα τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας πού ἰσχύει σήμερα μέ τό Σύνταγμα τοῦ 1975 παράλληλα μέ τόν οὐδετερόθρησκο χαρακτήρα τοῦ Κράτους πού εἰσάγει τό ἄρθρο 13 τοῦΣυντάγματος εἶναι καθεστώς διακριτῶν ρόλων ἀφοῦἘκκλησία καί Πολιτεία εἶναι κοινωνίες διάφορες, συναφεῖς ὅμως καί συνεχόμενες μέ συνεργασία κοινωνικά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη. Ἡἱστορική ἐμπειρία ἐφαρμογῆς τοῦσυστήματος τόσο στήν χιλιόχρονη βυζαντική περίοδο καί τήν ὀθωμανική κατοχή, ὅσον καί στήν περίοδο τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ νομική αὐτή κατάσταση δέν ἔβλαψε οὔτε τήν Ἑλληνική κοινωνία, οὔτε τά δικαιώματα τῶν ἄλλων θρησκευτικῶν Κοινοτήτων καί ἐπί τέλους θέτει τό ἐρώτημα, ἡ μετατροπή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν ὁποία πολυειδῶς ὀφείλει τό Ἔθνος ἀπό Ν.Π.Δ.Δ. σέ ἁπλό Σωματεῖο ἤἝνωση προσώπων θά συμπαρασύρει καί τό ὑφιστάμενο νομικό καθεστώς τῶν Μουφτειῶν τῆς Μουσουλμανικῆς θρησκευτικῆς παραδοχῆς καί τοῦ ΚεντρικοῦἸσραηλιτικοῦΣυμβουλίου καί τῶν Ἰσραηλιτικῶν Κοινοτήτων; Γιατί κάτι τέτοιο δέν προαναγγέλεται.

Τό ἄρθρο 110 τοῦΣυντάγματος ἐπιτρέπει ἀποκλειστικῶς καί μόνο τήν ἀναθεώρηση ὄχι ὅλων ἀλλά μόνον ὁρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καί μάλιστα μετά παρέλευση πενταετίας ἀπό τῆς τελευταίας. Τί σημαίνει ἡ ρύθμιση αὐτή; Ἁπλούστατα δύο πράγματα:

Α. Ὅτι ὁΣυνταγματικός Νομοθέτης δυσπιστεῖὡς πρός τήν εἰλικρίνεια τῶν ἐπιχειρούντων τήν ἀναθεώρηση καί

Β. Ὅτι ἡὡς ἄνω συνταγματική διάταξη εἰσάγει «ἐξαιρετικό δίκαιο» οἱ διατάξεις τοῦὁποίου ἑρμηνεύονται στενῶς ἀπαγορευομένης κάθε διευρύνσεως τῆς ἐννοίας καί ἐφαρμογῆς του.

Δεύτερο στοιχεῖο τοῦἄρθρου 110 παρ. 2 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι ἡἀναθεώρηση τοῦΣυντάγματος καὶ μετὰ τὴν παρέλευση τῆς 5ετίας δὲν ἐπιτρέπεται ἀορίστως καὶὁποτεδήποτε, ἀλλὰ μόνο ἐφ’ὅσον διαπιστωθεῖἀνάγκη ἀναθεωρήσεως καὶ μάλιστα ὅταν τὸἀποφασίσει ἡ Βουλή, τὴν δὲἀναθεώρηση θὰ τὴν ἐκτελέση ὄχι ἡ Βουλὴ ποὺδιεπίστωσε τὴν ἀνάγκη ἀλλὰἡἑπομένη. Τὰἴδια ἀκριβῶς γίνονται δεκτὰ καί ἀπό τήν ἀλλοδαπή νομική θεωρία καί ἐάν ἡἀρχή αὐτή δέν γίνει σεβαστή ἔχουμε τήν δημιουργία «παρασυντάγματος». Ἐπιπρόσθετο χαρακτηριστικό τῆς δυσπιστίας καὶ τοῦἐξαιρετικοῦ δικαίου εἶναι ἡ παρ. 5 τοῦἄρθρου 110 τοῦΣυντάγματος ἡὁποία ἀναφέρει ὅτι ἡἀναθεώρηση τοῦΣυντάγματος ἀφ’ἧς ἀποφασισθῆ καὶ δημοσιευθῆ στὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τίθεται ἐν ἰσχύι ἀλλὰἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο «εἰδικὸ ψήφισμα» τῆς Βουλῆς.

Στὴν Ἑλληνικὴἔννομη τάξη ὅπως ἀναφέραμε ΝΠΔΔ εἶναι δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 2345/3.7.1920 (ΦΕΚ 148Α) ὡς τίθεται καί ἰσχύει μέ τόν Νόμο 3069/31.3.1924 (ΦΕΚ 71Α) καί τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 1920/4.2.1991 (ΦΕΚ 11Α) οἱΜουσουλμανικές Μουφτεῖες οἱὁποῖες εἶναι δημόσιες ὑπηρεσίες μέ τήν διάταξη τοῦἄρθρου 7 τοῦ Ν. 1920/4.2.1991 καί οἱ Μουφτῆδες μέ τήν διάταξη τοῦἄρθ. 1 παρ. 7 τοῦἴδιου Νόμου διορίζονται καί παύονται μέ Προεδρικό Διάταγμα ἐκδιδόμενο μετά ἀπό πρόταση τοῦὙπουργοῦ Παιδείας καί Θρησκευμάτων καί δυνάμει τῶν ἄρθ. 4 καί 5 τοῦἴδιου νόμου «οἱδιοριζόμενοι Μουφτῆδες καί οἱ τοποτηρητές εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατέχουν θέση Γενικοῦ Διευθυντή καί λαμβάνουν ἀποδοχές Γενικοῦ Διευθυντή μέ βασικό μισθό τόν προβλεπόμενο γιά τό ἀνώτερο μισθολογικό κλιμάκιο (1ο) τοῦ Ν. 1505/1984», «Ὁ Μουφτής ἀσκεῖ δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων Ἑλλήνων πολιτῶν τῆς περιφερείας του ἐπί γάμων, διαζυγίων, διατροφῶν, ἐπιτροπειῶν, κηδεμονιῶν, χειραφεσείας ἀνηλίκων, ἰσλαμικῶν διαθηκῶν καί τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς ἐφ’ ὅσον οἱ σχέσεις αὐτές διέπονται ἀπό τόν ἱερό μουσουλμανικό νόμο».

Ἴδιες ρυθμίσεις ἰσχύουν στήν Ἑλληνική ἔννομη τάξη καί γιά τίς Ἰσραηλιτικές κοινότητες μέ τούς Ν. 2456/2.8.1920 (ΦΕΚ 173Α), Ν. 1657/15.1.1951 (ΦΕΚ 20Α) καί Ν. 3817/7.3.1958 (ΦΕΚ 36Α) στούς ὁποίους ὁρίζεται στό ἄρθρο 1 τοῦ Ν. 2456 «Εἰς ἅς πόλεις κατοικοῦσι μονίμως πλείονες τῶν 20 Ἰσραηλιτικῶν οἰκογενειῶν καί λειτουργεῖ Συναγωγή δύναται νά ἱδρυθῆ διά Β. Διατάγματος Ἰσραηλιτική Κοινότης ἀναγνωριζομένη ὡς ΝΠΔΔ», στό ἄρθ. 9 τοῦἴδιου Νόμου «Ἑκάστης κοινότητος προΐσταται θρησκευτικῶς εἷς Ἀρχιραβῖνος, διοριζόμενος καί ἀπολυόμενος διά Β. Διατάγματος προτάσει τῆς κοινότητος». Στό ἄρθ. 12 διαλαμβάνεται «Θρησκευτικό Δικαστήριο φέρον τόν τίτλον Μπεθ-ντίν» καί διοριζόμενον ὑπό τοῦ ΡαββινικοῦΣυμβουλίου ἀποφαίνεται ἐπί…τῶν περιπτώσεων τῆς συστάσεως καί διαλύσεως τοῦ γάμου μεταξύ Ἰσραηλιτῶν, τῶν προσωπικῶν σχέσεων τῶν συζύγων συνεστῶτος τοῦ γάμου, περί διατροφῆς συζύγων καί τέκνων, περί ἀποδόσεως τῆς προικός καί τῶν παραφέρνων συνεπείᾳ διαζυγίου ἐφ’ ὅσον αἱ σχετικαί ἀξιώσεις ἀπορρέουν ἐκ τοῦἱεροῦἸουδαϊκοῦ νόμου».

Στόν Α.Ν. 367/7.6.1945 (ΦΕΚ 143Α) στά ἄρθ. 5 καί 6 «συνιστᾶται Κεντρικόν Ἰσραηλιτικόν Συμβούλιον τοῦὁποίου τά μέλη διορίζονται δι’ ἀποφάσεως τοῦὙπουργείου Θρησκευμάτων καί Παιδείας» καί στόν Ν. 1657/1951 διαλαμβάνεται στό ἄρθ. 3 παρ. 2 «Ὁ γενικός Ἀρχιραββῖνος Ἑλλάδος … διορίζεται καί ἀπολύεται προτάσει τοῦἄνω συνεδρίου διά Β.Δ. προκαλουμένου ὑπό τοῦὙπουργοῦ Θρησκευμάτων καί Ἐθνικῆς Παιδείας».

Μέ τόν Ν. 590/16.3.1977 «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» (ΦΕΚ 146Α) στό ἄρθ. 1 ἐδ. 4 διαλαμβάνεται «Κατά τάς νομικάς αὐτῶν σχέσεις ἡἘκκλησία τῆς Ἑλλάδος, αἱ Μητροπόλεις, αἱἘνορίαι μετά τῶν Ἐνοριακῶν αὐτῶν Ναῶν, αἱ Μοναί, ἡἈποστολική Διακονία, ὁ ΟΔΕΠ, τό ΤΑΚΕ, τό Διορθόδοξο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι ΝΠΔΔ», στό ἄρθ. 26 ὁρίζεται στήν παρ. 1 διά τούς Μητροπολίτας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅτι «Μετά τήν πρός τό Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων γνωστοποίηση ὑπό τῆς ΙΣΙ τῆς ἐκλογῆς, τῆς τελέσεως τοῦ μηνύματος καί τῆς χειροτονίας τοῦἐκλεγέντος…ἐκδίδεται ἐντός 10 ἡμερῶν προτάσει τοῦἀσκοῦντος μόνον ἔλεγχον νομιμότητος ὙπουργοῦἘθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων Προεδρικόν Διάταγμα περί ἀναγνωρίσεως καί καταστάσεως τοῦἐκλεγέντος δημοσιευόμενον διά τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Μέ τόν Ν. 4301/7.10.2014 (ΦΕΚ 223Α) παρέχεται ἡ Νομική Προσωπικότης ΘρησκευτικοῦΠροσώπου σέ ὅλες τίς γνωστές ἐν Ἑλλάδι Θρησκευτικές Κοινότητες.

Ἀπό τίς ἀνωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις ἀποδεικνύονται οἱὑφιστάμενοι διακριτοί ρόλοι Ἐκκλησίας Πολιτείας καί τό οὐδετερόθρησκο τοῦ Κράτους.

Μέ τό ἄρθρο 13 παρ. 1 τοῦἰσχύοντος Συντάγματος ἔχει κατοχυρωθεῖθεσμικῶς ἡἐλευθερία θρησκευτικῆς συνειδήσεως κάθε Ἕλληνος πολίτου καί ἡἀπρόσκοπτος λατρεία τῶν γνωστῶν θρησκειῶν (τῶν μή ἐχόντων κρύφια δόγματα καί λατρεία ἀντικειμένη στά χρηστά ἤθη καί τήν ἔννομη τάξη).

Ὡσαύτως μέ τίς παραπάνω παρατιθέμενες νομικές διατάξεις καί οἱ Μουσουλμανικές Μουφτεῖες-δημόσιες ὑπηρεσίες καί οἱἸσραηλιτικές Κοινότητες-ΝΠΔΔ ἀσκοῦν δικαιοδοτική ἁρμοδιότητα τοῦ Κράτους ἐπί Ἑλλήνων πολιτῶν Μουσουλμανικῆς ἤἙβραϊκῆς θρησκευτικῆς παραδοχῆς. Τό δικαίωμα αὐτό δέν ἀναγνωρίζεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡὁποία καί δέν τό διεκδικεῖ.

ἩἈρχή τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, πού διέπει τόν θεμελιώδη Νόμο τοῦ Κράτους, τό Σύνταγμά μας (ἀρ. 13) πηγάζει ὄχι μόνο ἀπό τήν ἰδιοπροσωπεία μας ἀλλά κυρίως ἀπό τήν θρησκευτική μας πίστη καί τίς Εὐαγγελικές Ἀρχές τῆς θεοσδότου ἐλευθερίας τοῦἀνθρώπου καί ἀσφαλῶς ἀπό τήν αἰώνια διακήρυξη τοῦ Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» (Μαρκ. 8, 34). Ἡ εὐλογημένη χώρα μας εἶναι μία χώρα στήν ὁποία οἱ πάντες ἀπολαμβάνουν τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καί ἡἉγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος οὐδέν πλεονέκτημα ἔχει πέραν τῆς διά τούς γνωστούς ἱστορικούς λόγους ἀναγνωρίσεως ὅτι τά Νομικά Αὐτῆς Πρόσωπα κατά τάς νομικάς των σχέσεις εἶναι εἰδικά Ν.Π.Δ.Δ. (ἄρθρ. 1 Ν. 590/1977 ΦΕΚ τ. Α 146) πού συνεπιφέρει ὅμως καί τήν ἐποπτεία καί τόν δημοσιονομικό ἔλεγχο ὑπό τῶν ἐλεγκτικῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους! Ὅπως εὐστόχως ἀναφέρει ἡ αἰτιολογική ἔκθεση ὑπό τό ἄρθρ. 68 παρ. 1 παρ. 3 τοῦ Ν. 435/2014 : «Τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο τῶν Δικαιωμάτων τοῦἈνθρώπου ἔχει ἀποσαφηνίσει καί σέ Ἑλληνική ὑπόθεση (ΕΔΔΑ HolyMonasteriescGreece) καί σέ ὑποθέσεις μεταξύ ἄλλων εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν καί Ἐκκλησιῶν μέ νομική μορφή Ν.Π.Δ.Δ., ὅτι, παρότι στά κράτη αὐτά οἱἘκκλησίες εἶναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εἶναι «μή κυβερνητικοί ὀργανισμοί» καί ἔχουν πλήρως δικαίωμα αὐτοδιοίκησης τῶν ὑποθέσεων τους ἔναντι τοῦ Κράτους μέ ἀποφάσεις τῶν διοικητικῶν ὀργάνων τους (ΕΔΔΑ HolySynodoftheBulgarianOrthodoxChurchc. Bulgaria, ΕΔΔΑ Siebenhaarc. Allemagne, ΕΔΔΑ Reuterc. Allemagne, ΕΔΔΑ Mullerc. Allemagne,ΕΔΔΑ FernandezMartinezv. Spain, ΕΔΔΑ Schuthc. Allemagne, ΕΔΔΑ Obstc. Allemagne). Ἔτσι,εἰσάγεται μία γενική ρύθμιση γιά αὐτά τά εἰδικά νομικά πρόσωπα, ἦτοι τά νομικά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Δωδεκανήσου καί Ἐξαρχίας Πάτμου, τῶν Ἰσραηλιτικῶν Κοινοτήτων, τοῦ ΚεντρικοῦἸσραηλιτικοῦ Συμβουλίου, τοῦὈργανισμοῦΠεριθάλψεως καί Ἀποκαταστάσεως Ἰσραηλιτῶν Ἑλλάδος, προκειμένου νά διευκρινιστεῖ ότι αυτά δεν ταυτίζονται με τα κρατικά ν.π.δ.δ. και δεν ὑπάγονται στίς διατάξεις δημοσίου δικαίου, που ἀφοροῦν τή Γενική Κυβέρνηση καί τό δημόσιο τομέα -στενό ἤ εὐρύτερο- ἐκτός ἐάν τό ὁρίζει ρητά κάποια συγκεκριμένη διάταξη. Ὡστόσο, συνεχίζουν νά ἰσχύουν οἱ τυχόν μέχρι σήμερα ἐφαρμοζόμενες σ’ αὐτά διατάξεις, ποῦἀφοροῦν στήν ἐποπτεία τους καί τόν δημοσιονομικό ἔλεγχό τους καθώς καί τήν πρόσληψη καί τήν κατάσταση τοῦ προσωπικοῦ τους (π.χ. τό ἄρθρο 45 παρ. 4 τοῦ ν. 590/1977 γιά τόν διαχειριστικό ἔλεγχο τοῦ κράτους στίς ἐκκλησιαστικές διαχειρίσεις ἤτό ἄρθρο 1 τοῦ ν. 3812/2009 γιά τήν πρόσληψη ἐκκλησιαστικῶν ὑπαλλήλων μέσω Α.Σ.Ε.Π.). Διευκρινίζεται ἐπίσης ὅτι σέ ὅσες περιπτώσεις τά παραπάνω θρησκευτικά νομικά πρόσωπα λαμβάνουν ἐπιχορηγήσεις καί κάθε εἴδους χρηματοδοτήσεις ἀπό τό Κράτος ἤεὐρωπαϊκούς πόρους ὑποχρεοῦνται νά ἀκολουθοῦν τήν κείμενη νομοθεσία δημοσίου δικαίου κατά τήν διαχείριση αὐτῶν τῶν χρηματικῶν ποσῶν (π.χ, ἀνάθεση συμβάσεων ἔργων) καί ὅτι ὑπάγονται στόν ἴδιο δημοσιονομικό ἔλεγχο, ποῦὑπάγονται καί τά ἐπιχορηγούμενα κρατικά Ν.Π.Δ.Δ.». Τήν αὐτή ὅμως νομική προσωπικότητα μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, πάλι δι’ ἱστορικούς λόγους ἔχουν ὅπως προαναφέραμε καί τό Κεντρικό Ἰσραηλιτικό Συμβούλιο τῆς Ἑλλάδος καί οἱἸσραηλιτικές κοινότητες Ν. 2456/1920 (ΦΕΚ Α΄ 173) ΑΝ2544/1940 (ΦΕΚ Α΄287), ΑΝ 846/1946 (ΦΕΚ Α΄144), ΝΔ 301/1869 (ΦΕΚ 195), ΠΔ 182/1978 (ΦΕΚ Α΄40) ἐνῶ οἱ 3 Μουσουλμανικές Μουφτεῖες Ξάνθης, Κομοτηνῆς καί Διδυμοτείχου εἶναι «δημόσιες ὑπηρεσίες τοῦ Κράτους». Κατά ταῦτα μέ ποῖο νόμιμο τρόπο θά ὑποβιβασθεῖἡἘκκλησία τῆς Ἑλλάδος σέ Νομικό Πρόσωπο ἰδιωτικοῦ δικαίου ἤἰδίου δικαίου (Θρησκευτικό Πρόσωπο) τοῦ Ν. 4301/2014 (ΦΕΚ Α΄ 223/17.1.2014) τήν στιγμή πού θά παραμείνουν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου τό Κεντρικό Ἰσραηλιτικό Συμβούλιο τῆς Ἑλλάδος καί οἱἸσραηλιτικές Κοινότητες καί δημόσιες ὑπηρεσίες τοῦ Κράτους οἱΜουσουλμανικές Μουφτεῖες; Καί μέ ποῖο νομικό τρόπο κατ’ ἐπιταγή τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τοῦΣυντάγματος θά ὑποβιβασθοῦν οἱ Μουσουλμανικές Μουφτεῖες σέ Ν.Π.Ι.Δ. καί οἱἸσραηλιτικές Κοινότητες γιά νά παρακολουθήσουν τήν ὑποβάθμιση τῆς νομικῆς προσωπικότητος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος; Κι ἀκόμη ὑφίσταται σήμερα πολιτική δυνατότης ὑποβαθμίσεως τῆς νομικῆς προσωπικότητος τῶν Μουφτειῶν τῆς Ἑλλάδος ὅταν ληφθῆὑπ’ ὄψιν ὅτι τότε ἡΜουσουλμανική μειονότητα δικαίως θά διεκδικήση τήν ἐκλογή ἀπό αὐτήν ἀντί τοῦ διορισμοῦἀπό τό κράτος τῶν Μουφτήδων; Σήμερα τό Ἑλληνικό Δημόσιο ἀντιμετωπίζει διεθνῶς τό πολύ εὐαίσθητο νομικό θέμα τοῦ διορισμοῦἀντί τῆς ἐκλογῆς ἀπό τήν Μουσουλμανική μειονότητα, στηριζόμενο στό γεγονός ὅτι οἱ Μουσουλμανικές Μουφτεῖες εἶναι δημόσιες ὑπηρεσίες τοῦ Κράτους καί ἔχει τό Δημόσιο τήν ἁρμοδιότητα τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀσκούντων τήν σχετική δικαιοδοσία. Ἐάν ἡ Κυβέρνηση δέν ἔχει πρόβλημα μέ τήν «ἐκλογή» τῶν Μουφτήδων ἀπό τό Τουρκικό Προξενεῖο τῆς Κομοτηνῆς ἡ «Κοσοβοποίηση» τῆς Θράκης θά εἶναι θέμα ὀλίγων μηνῶν.

Μέ τήν πρόταση ἀναθεωρήσεως τῶν σχέσεων μέ ἕνα λόγο ἐπιδιώκεται ἡπεριθωριοποίηση τῆς Ἐκκλησίας ἡὁποία γιά τούς ἐπιθυμοῦντας τόν λεγόμενο χωρισμό εἶναι ἄχρηστη μέσα στήν κοινωνία καί συνεπῶς ἕνας χωρισμός θά ὑποκρύπτει «κρυφό διωγμό» καί θά συνδράμει μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ὥστε ἡἘκκλησία νά ὁδηγηθῆ κατά τή γνώμη τους σέ μαρασμό. Οἱ «καλοί» ὅμως αὐτοί «πόθοι» στεροῦνται σοβαρότητος γιατί ἀγνοοῦν τό πασίδηλο γεγονός ὅτι οἱ πολίτες εἶναι συγχρόνως καί θρησκευτικές προσωπικότητες καί δέν μποροῦν νά χωρισθοῦν στά δύο ὥστε τό Κράτος νά πάρει τόν «πολίτη» καί ἡ θρησκεία τόν «θρησκευτικό πολίτη».

Τό αἴτημα τοῦ λεγομένου χωρισμοῦ χωρίς νά λαμβάνεται ἐπιπροσθέτως ὑπ’ ὄψι ἡὀργάνωση τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, τά μεγάλα γεωστρατηγικά καί γεωπολιτικά προβλήματα τῆς περιοχῆς μας, ὁτρομακτικός φονταμενταλισμός τοῦἸσλάμ, εἶναι τελικά ὅπως εἴπαμε μιά ἀφελής συνθηματολογία πού περιέχει μόνο ἄγνοια καί προκατάληψι. Τό μεγάλο ἐκσυγχρονιστικό καί μεταρρυθμιστικό θέμα τῆς Πολιτείας δέν εἶναι ὁ χωρισμός τοῦἜθνους ἀπό τήν Ἐκκλησία γιατί ὅπως προαναφέραμε μέ τό Σύνταγμα τοῦ 1975 ἔχουν καθορισθῆ οἱ διακριτότατοι ρόλοι Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στά ὅρια τῆς ἐκκοσμίκευσης, ἀλλά ἡἀντιμετώπισις τοῦ τέρατος τῆς Γραφειοκρατίας, τῆς ἀσυνέχειας τοῦ Κράτους, τῆς εὐνοιοκρατίας καί κομματοκρατίας καί τῆς σοβούσης ἠθικῆς σήψεως καί διαφθορᾶς.

Ἀδαῶς φερόμενοι οἱ θέτοντες τό λελυμένο αὐτό ζήτημα ἐδῶ καί 43 χρόνια ἀπό τό ἰσχῦον Σύνταγμα ἐπιζητοῦντες τόν χωρισμό ἰσχυρίζονται ὅτι θά ἀπαλλαγῆ δι’ αὐτοῦἡ Πολιτεία καί ἀπό τήν μισθοδοσία τοῦ κλήρου καί θά ἰδιοποιηθῆ τήν Ἐκκλησιαστική λεγόμενη περιουσία, λησμονοῦν ὅμως ἀπαράδεκτα ὅτι ἀκόμη ἡἙλλάδα ἀποτελεῖ Κράτος Δικαίου καί ὅτι τήν ἀπάντησι στούς «εὐσεβεῖς πόθους» τους ἔδωσε τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ) πού ὑποχρέωσε τήν Ἑλληνική Πολιτεία νά ἄρει τίς συνέπειες τῶν Νόμων 1700/1987 καί 1811/1988. Μέ τήν ἀπόφασι 10/1993/305/483-484/9.12.1994 τοῦ ΕὐρωπαϊκοῦΔικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων ἐπιλύεται ὁριστικά ἡ νομική θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέσα στήν Ἑλληνική Πολιτεία καί ἀναγνωρίζεται ἡ δικαιϊκή ἀρχή τοὺἄρθρου 51 τοῦ εἰσαγωγικοῦ νόμου τοῦἈστικοῦ Κώδικος «Ἡἀπόκτηση κυριότητας ἤἄλλου ἐμπράγματου δικαιώματος πρίν ἀπό τήν εἰσαγωγή τοῦἈστικοῦ Κώδικα κρίνεται κατά τό δίκαιο πού ἴσχυε ὅταν ἔγιναν τά πραγματικά περιστατικά γιά τήν ἀπόκτησή τους» καί δι’ αὐτῶν οὐσίᾳἡ Σύμβασις τοῦἔτους 1952 μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Ἑπομένως μέ τόν τυχόν χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ἐφ’ ὅσον ἡ χώρα ἐπιθυμεῖ νά βρίσκεται ἐντός τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως καί νά εἶναι ὑποκείμενο τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ νομικοῦ πολιτισμοῦ καί Δικαίου θά πρέπει νά συνεχισθῆἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου κατά τίς συμβατικές ὑποχρεώσεις τῆς Χώρας ὡς ἀντίδοσι γιά τό 96% τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας πού κατά καιρούς ἀπό τοῦἔτους 1833 μέ διαφόρους τρόπους προσέλαβε, ἤ νά διακοπῆἡμισθοδοσία τοῦ κλήρου καί νά ἐπιστραφῆ τό σύνολο τῆς περιουσίαςἀπό τοῦἔτους 1833, διά τήν νομικήν καί ἱστορικήν κατοχύρωσιν ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ Ἱερώνυμος μέ τό περισπούδαστο Ἱστορικό πόνημά Του «Ἡἀπάντησι τῆς Ἐκκλησίας στά μυθεύματα τοῦἈντικληρικαλιστικοῦ Λαϊκισμοῦ» (Ἀθήνα 2016) ἀπέδειξε τήν ἀλήθεια, ἤ νά ἀποζημιωθῆ δι’ αὐτήν ἡἘκκλησία. Συνεπῶς ὁμιλοῦμε γιά τρισεκατομμύρια Εὐρώ πού καθιστᾶ τό γεγονός τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου ἐν συνδυασμῷ πρός τήν οἰκονομική πραγματικότητα, πλήρως ἀνεδαφικό καί ἀνόητο.

Παρεμπιπτόντως ἡσυγκεκριμένη ἀπόφασι τοῦ Ε.Δ.Α.Δ. ἀποτελεῖ νομολογία καί πρόκριμα γιά ὁμοειδεῖς ὑποθέσεις στό μέλλον, διότι τό Ε.Δ.Α.Δ. εἶναι τό μόνο ἁρμόδιο νά κρίνη γιά τήν παραβίαση τῆς συμβάσεως τῆς Ρώμης καί ὑπερτερεῖ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί τοῦἈρείου Πάγου, τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων τῆς Ἑλληνικῆς ἐννόμου τάξεως. Μέ τήν ἀπόφασι αὐτή ἐκρίθη ὁριστικά καί ἀμετάκλητα τό κεφάλαιο τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό συστάσεως τοῦἙλληνικοῦ Κράτους ἕως σήμερα.

ἩἘκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οἱἹερές Μητροπόλεις μέ τά ἐκκλησιαστικά τους ἱδρύματα, οἱἹερές Μονές καί οἱἘνορίες, οἱὁποῖες εἶναι ξεχωριστά μεταξύ τους νομικά πρόσωπα, καταβάλλουν κάθε χρόνο στίς κατά τόπους Δ.Ο.Υ. τίς παρακάτω νομοθετημένες φορολογικές ὑποχρεώσεις τους:

·Φόρο ἐπί τῶν κατ’ ἔτος μισθωμάτων, πού εἰσπράττουν ἀπό ἀκίνητα, μέ συντελεστή 20% ἐπί τῆς ἀξίας τους,

·Συμπληρωματικό φόρο ἐπί τῶν εἰσοδημάτων τους ἀπό οἰκοδομές καί ἐκμισθώσεις γαιῶν μέ συντελεστή 3%,

·Προκαταβολή τοῦ φόρου (γιά τό ἑπόμενο ἔτος) μέ συντελεστή 55% ἐπί τῆς ἀξίας τοῦ παραπάνω συμπληρωματικοῦ φόρου,

·Φόρο ἐπί τῆς ἀκινήτης περιουσίας τους μέ συντελεστή 3‰ ἐπί τῆς ἀντικειμενικῆς ἀξίας τους (ἐκτός ἐάν πρόκειται γιά οἰκοδομήματα λατρευτικῆς, ἐκπαιδευτικῆς, θρησκευτικῆς ἤ κοινωφελοῦς χρήσεως π.χ. Ἱ. Ναοί, γηροκομεῖα, χῶροι συσσιτίων),

·Φόρο ἐπί τῶν κληρονομιῶν καί δωρεῶν μέ συντελεστή 0,5% ἐπί τῆς ἀξίας τους,

·Τέλος χαρτοσήμου καί δικαιώματα ΟΓΑ συνολικοῦποσοστοῦ 2,40% ἐπί κάθε χρηματικῆς παροχῆς πιστῶν πρός τούς Ἱ. Ναούς λόγῳἱεροπραξιῶν.

 

Ἐπίσης τά παραπάνω νομικά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας παρακρατοῦν καί ἀποδίδουν στίς Δ.Ο.Υ. τά παρακάτω φορολογικά ἔσοδα :

·Φόρο μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν γιά τούς ἐκκλησιαστικούς ὑπαλλήλους καί συνεργάτες τους, πού ἀμείβονται ἀπό τόν προϋπολογισμό τους,

·Φ.Π.Α. μέ τούς προβλεπομένους συντελεστές γιά ὑπηρεσίες καί ἀγαθά,

·Φόρο εἰσοδήματος μέ συντελεστή 8% σέ ὅλα τά τιμολόγια παροχῆς ὑπηρεσιῶν,

·Φόρο εἰσοδήματος μέ συντελεστή 4% σέ ὅλα τά δελτία ἀποστολῆς ἀγαθῶν καί μέ συντελεστή 1% γιά τά ὑγρά καύσιμα.

 

ἩἘκκλησία τῆς Ἑλλάδος σέ δήλωσή Της τόνισε ὅτι ἀφ’ ἑνός ἡἀπαλλαγή ἀπό τόν φόρο ἀκινήτης περιουσίας γιά τά ἀκίνητα λατρευτικῆς, θρησκευτικῆς καί κοινωφελοῦς χρήσεως ἰσχύει ἀπό τό ἔτος 2008 γιά ὅλα τά θρησκεύματα καί δόγματα, πού ἔχουν ἀκίνητη περιουσία ἐντός Ἑλλάδος καί ἀφ’ ἑτέρου ὅτι, παρότι τά ἔσοδά Της προέρχονται μέχρι σήμερα ἀπό τό ὑστέρημα πιστῶν καί χρησιμοποιοῦνται γιά τήν συντήρηση τῶν θρησκευτικῶν καί κοινωφελῶν Της ἱδρυμάτων, οὐδέποτε ζήτησε κάποια ἄνιση φορολογική μεταχειρίση σέ σχέση μέ τούς ὑπολοίπους φορολογούμενους μή κερδοσκοπικούς ὀργανισμούς τῆς Χώρας.

Αὐτό πού χρησιμοποιεῖται ὡς πολιτική «καραμέλα» τῆς δῆθεν ἀναγκαιότητος ἀναθεωρήσεως τοῦἄρθρου 3 τοῦἰσχύοντος Συντάγματος γιάνά συνάδει δῆθεν μέ τίς διατάξεις τοῦἄρθρου 13 καθώς καί ἡ κατάργηση τοῦπροοιμίου, σκοπίμως καί ἐπικινδύνως καί ἀντεθνικῶς παραβλέπει τήν πρόδηλη causaτῶν διατάξεων τοῦἄρθρου 3 γιά τήν διακράτηση καί διασφάλιση της κοινωνικῆς συνοχῆς ἀπό σχισματικές καταστάσεις πού ἀναπόδραστα θά ἀπομειώσουν τήν ἐθνική ἑνότητα. Ὁσυνταγματικός νομοθέτης μέ τίς διατάξεις τοῦἄρθρου 3 περιβάλλει μέ συνταγματικό κῦρος τά καταστατικά κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τόμο Αὐτοκεφαλίας 1850 καί τήν Πράξη παραχωρήσεως ἐπιτροπικῶς τῆς διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν τοῦ 1928, ἀναγνωρίζοντάς την κανονιστικῶς καί διαπιστωτικῶς ὡς ἐπικρατοῦσα Θρησκεία καί ἀπαγορεύοντας τήν ἀλλοίωση τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά νά διασφαλίση τήν κοινωνική συνοχή καί ἑνότητα τοῦἙλληνικοῦἜθνους, πού εἶναι ὁμοιογενές θρησκευτικά σέ μεγάλη πλειονοψηφία. Ὅσον ἀφορᾶ στό προοίμιο τοῦ Συντάγματος πού ἀναφέρεται σέ ὅλα τά Συντάγματα τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἐκτός τοῦ Συντάγματος τοῦ1927 ἀποτελεῖ συμπεριλαμβανόμενο στό Σύνταγμα τῆς Χώρας καί τό σχετικό ΦΕΚ τήν σφραγίδα ἑνότητος τοῦἙλληνικοῦἔθνους καί τήν αἰώνια ἱστορική διακήρυξη της παλιγγενεσίας του μετά ἀπό τέσσερις αἰῶνες ἀφορήτου δουλείας.

Μετά τά ἀνωτέρῳ καί ἡ δῆθεν νομιμοποίησις τοῦ «χωρισμοῦ» μέσῳ «συμβουλευτικοῦ» δημοψηφίσματος πού δέν προβλέπει βεβαίως τό Σύνταγμα θά πρέπει νά ἐξηγήσῃ στούς ἀδαεῖς τί ἀκριβῶς νομικά ὑποδηλώνει ὁ πολλά (!!) ψευδοϋποσχόμενος αὐτός ὅρος, ὅτι δηλαδή χωρισμός σημαίνει τήν μετατροπή οὐσίᾳ τοῦ νομικοῦ χαρακτῆρος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Νομικῶν Προσώπων ἀπό Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου σέ Ἰδιωτικοῦ Δικαίου τήν ἴδια στιγμή πού οἱΜουσουλμανικές Μουφτεῖες εἶναι Δημόσιες Ὑπηρεσίες καί οἱἸσραηλιτικές Κοινότητες Ν.Π.Δ.Δ.

Τίθεται δέ τό ἐρώτημα στούς δημοσιολογούντας γιά τό ζήτημα, ἐάν ἔχουν σκεφθεῖ σοβαρῶς τήν μεταλλαγή τῶν Κληρικῶν μέ τόν λεγόμενο «χωρισμό», σέ ἁπλούς ἰδιῶτες πού ἀποκτοῦν τό δικαίωμα καί τοῦἐκλέγεσθαι, πού σήμερα τό στεροῦνται, ἕνεκεν τῆς ἰδιότητός των ὡς προεχόντως θρησκευτικῶν λειτουργῶν, θρησκευτικῆς ὀντότητος πού ἀναγνωρίζεται ὡς ΝΠΔΔ, ἐάν θά εἶναι δυσχερές διά τούς 82 Μητροπολίτας τῆς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά ἐπιτύχουν τήν ἐκλογή τους μέ ὁποιαδήποτε κόμματα στό Κοινοβούλιο καί νά συγκροτοῦν μία ἄτυπη ὁμάδα 82 Βουλευτῶν ἀπό τούς 300 στό Ἑλληνικό Κοινοβούλιο; Τότε ἀσφαλῶς θά δικαιοῦνται νά ὁμιλοῦν γιά θεοκρατική Πολιτεία. Καί μήν ἐπικαλεσθεῖ κάποιος τίς γνωστές διατάξεις τοῦ 7οΚανόνος τῆς ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού ἀπαγορεύουν τήν ἐμπλοκή σέ κοσμικά ἀξιώματα, γιατί θά κατισχύσει ἡἀρχή lexsuprimussalviaeEcclesiae.

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Loading...
  • ΤΕΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

    europalso

    ideascentral