Τούρκικος καφές, καϊμακλής και μερακλίδικος (της Τέτης Σώλου)

🕔05/10/2016 09:50

Εμείς βέβαια από το 1974 τον λέμε ελληνικό, ονομασία που έπιασε απόλυτα, σε αντίθεση με την άλλη πρόταση για «βυζαντινό» που επιχείρησαν κάποιοι να τον αποκαλέσουν, εντελώς ανιστόρητα αφού, αν δεν πέφτω έξω, ο καφές έφτασε στα μέρη μας μετά την Άλωση.

Ο καφές, που είναι από εκείνα τα τουρκικά(*) δάνεια που κανένας λόγιος δεν πρότεινε απ’ όσο ξέρω να εξελληνιστούν, εκτός από τον… λογιότατο της Βαβυλωνίας, ο οποίος τον είχε πει «νηφοκοκκόζωμον» για να παρακούσει ο Ανατολίτης και να νομίζει πως γυρεύει νύφη και κοκόνα. Ίσως στην αποδοχή της τουρκικής ονομασίας από τους καθαρευουσιάνους να έπαιξε ρόλο και η διεθνοποίηση της λέξης, διότι αφού το café, caffé και δεν συμμαζεύεται ακουγόταν σε Παρίσια και Βερολίνα δεν πείραζε να ακούγεται και στην Αθήνα. Κάποιοι μάλιστα κοτσάρισαν κι ένα δεύτερο φ (είχα προλάβει ταμπέλες ΚΑΦΦΕΝΕΙΟΝ), εντελώς ανελλήνιστο κι αυτό αφού στα αρχαία ελληνικά ήταν αδύνατο να υπάρχει διπλό φι.

Αλλά πλατειάζω, διότι το θέμα μου δεν είναι ο καφές ειδικά. Θέλω να παρουσιάσω σήμερα ένα πολύ ωραίο κείμενο που έγραψε η διαδικτυακή φίλη Τέτη Σώλου, γνωστή και καλή σκιτσογράφος και όχι μόνο, στο οποίο αφηγείται ένα περιστατικό σε ένα καφενείο -αλλά το κείμενό της έχει μιαν ιδιαιτερότητα, ότι περιλαμβάνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 111 λέξεις τουρκικής προέλευσης που χρησιμοποιούμε συχνά.

Μου άρεσε πολύ το κείμενο και της ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω αφού το ιστολόγιό μας ασχολείται συχνά με τα γλωσσικά δάνεια. Θυμίζει κάπως την προσπάθεια του Ξεν. Ζολώτα να γράψει στα αγγλικά χρησιμοποιώντας λέξεις μόνο ελληνικής προέλευσης (παλιότερο άρθρο εδώ) Βέβαια, στο κείμενο της Τέτης οι τουρκικής προέλευσης λέξεις είναι μειοψηφία, αλλά από την άλλη το κείμενο διαβάζεται απολαυστικά και είναι γραμμένο σε στρωτά και υπαρκτά ελληνικά, κάτι που δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε για την ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη κατά τα άλλα προσπάθεια του Ζολώτα, που έδωσε κείμενα μάλλον ακατανόητα τόσο από Έλληνες όσο και από Άγγλους.

Επιπλέον, αξίζουν συγχαρητήρια στην Τ.Σ. διότι το κείμενό της ελάχιστες αστοχίες είχε από ετυμολογικής πλευράς (σε 2-3 περιπτώσεις μόνο δεν ήταν λέξεις τουρκικής προέλευσης). Βέβαια, υπάρχουν πάντοτε αμφισβητούμενες περιπτώσεις, αλλά με βάση τις ετυμολογίες του ΛΚΝ (του Πετρούνια δηλαδή) οι 111 λέξεις έχουν, αν δεν κάνω λάθος, τουρκική προέλευση.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο ιστολόγιο της Τέτης Σώλου, που έχει τον ευρηματικό τίτλο Hellas Special και που σας συνιστώ να το κοιτάξετε. Το αναδημοσιεύω εδώ, με μία αλλαγή που έκανα, ώστε οι λέξεις τουρκικής προέλευσης να είναι πάντοτε 111. Το κειμενο συνοδεύεται από σκίτσα, φυσικά της Τέτης Σώλου. Μπορείτε να βρείτε τις 111 λέξεις; Για τις απαντήσεις, δείτε στο τέλος.

(*) Τουρκικής προέλευσης σημαίνει ότι οι λέξεις μπήκαν στα ελληνικά από τα τουρκικά. Δεν ενδιαφέρει αν τα τουρκικά είχαν πάρει τη λέξη από τα περσικά ή τα αραβικά ή (σε μια-δυο περιπτώσεις) από τα ελληνικά (οπότε έχουμε αντιδάνειο).

Τούρκικος καϊμακλής και μερακλίδικος

Το κείμενο έχει 111 λέξεις τούρκικης προέλευσης που χρησιμοποιούμε συχνά. Μπορείτε να τις εντοπίσετε;


Η πρώτη μέρα των διακοπών μας άρχισε περίεργα. Τη Ματίνα την κυνηγούσαν απ’ το γραφείο και πήγε σ’ ένα ίντερνετ καφέ για να της εκτυπώσουν κάτι μέιλ. Εγώ με τον Μήτσο και τον Λεφτέρη μπήκαμε στο καφεζαχαροπλαστείο «Το μελτεμάκι». Πιάσαμε τραπέζι κοντά στο τζαμωτό για να βλέπουμε έξω. Είχε συννεφιάσει και ο ουρανός ήταν μαβής. Σε λίγο άρχισε να ρίχνει με το τουλούμι.

ts2

— Μπουρίνι είναι. Γρήγορα περνάει, είπε κεφάτα το γκαρσόνι. Τι να φέρω στα ;
Ο Λεφτέρης πήρε μία λουκουμάδες με μέλι. Εγώ ήθελα ασουρέ, αλλά δεν τον φτιάχνουν παντού, κι έτσι ζήτησα γλυκό του κουταλιού φιστίκι, που το πετυχαίνουν ωραία εδώ στο νησί. Ο Μήτσος παράγγειλε τούρκικο ναι και όχι, καϊμακλή και μερακλήδικο. Παγώσαμε. Έχει γούστο να γίνει κανας καβγάς πάλι «εμείς τον λέμε ελληνικό» και τα παρόμοια.
Το γκαρσόνι όμως τίποτα απ’ αυτά.
— Είναι και φρεσκοκαβουρντισμένος, είπε κι ύστερα ρώτησε: Λουκούμι θες;
— Ναι. Κι ένα τασάκι.
— Αμάν, ρε Μήτσο! Πάλι θα μας ντουμανιάσεις. Καπνίζεις κι αυτόν τον σέρτικο καπνό…, ωχού! γκρίνιαξε ο Λεφτέρης, που από το πρωί που αποφάσισε να κόψει το τσιγάρο είναι μες στην τσατίλα.
Πήγε το γκαρσόνι να φέρει την παραγγελία, έβγαλε ο Μήτσος απ’ την τσέπη τον καπνό, τα χαρτάκια κι εκείνο το μαραφέτι με το μακρύ φιτίλι –το τσακμάκι–, ετοίμασε δυο τσιγάρα σαν μπουριά και περίμενε τον καφέ. Έχει πάρει το κολάι και στρίβει γρήγορα.
Ήρθαν κι οι παραγγελίες. Ο καφές του Μήτσου σε χοντρό φλιτζάνι. Χύθηκε λίγος στο πιατάκι.
— Γούρι, γούρι! Λεφτά θα πάρεις.
Ο Μήτσος είναι ο πιο λεφτάς απ’ όλους μας. Είναι όμως πολύ κουβαρντάς και όλο ξεμένει. Αλλά δεν ζορίζεται. «Μασάει η κατσίκα ταραμά;», λέει. Κι ένα περίεργο πράγμα, σε λίγο του ’ρχονται λεφτά με το τσουβάλι. Και τα ξανασκορπάει. Σε γλέντια ναι, αλλά όχι σε σπατάλες. «Ο παράς πρέπει να κυκλοφορεί. Μασούρια θα τον κάνω σαν τις γριές ή θα τον κλείσω στο σεντούκι σαν τους τσιγγούνηδες;» Έχει βοηθήσει κόσμο και ντουνιά! Λεβεντιά ο Μήτσος!
Ήπιε νερό, τράβηξε δυο απανωτές γουλιές καφέ με τον χαρακτηριστικό ήχο για να το φχαριστηθεί και άναψε τσιγάρο.

ts3

— Βλέπω ότι σας αρέσει ο βυζαντινός, είπε ένας ηλικιωμένος από το διπλανό τραπέζι που έπινε ούζο με μεζέ φουντούκια και σταφίδες. Ήταν σαν κουμπαράς, φορούσε γιλέκο και παπιγιόν και είχε δύο τσουλούφια όλα κι όλα, ένα πάνω από κάθε αυτί, που τα κόλλαγε στην κορυφή του κεφαλιού για να σκεπάζει τη φαλάκρα. Είπαμε ότι δεν κρίνουμε τους ανθρώπους από το σουλούπι τους, αλλά ετούτος, βρε παιδί μου, είχε το χάλι του.
— Χρόνια και ζαμάνια είχα να τ’ ακούσω αυτό, πήγα να πω, αλλά μ’ έκοψε ο Μήτσος:
— Βρε ντουβάρι, δεν βλέπεις που τρέχει η συντηρητικούρα απ’ τα μπατζάκια του; Μην του μιλήσεις!
— Καλά, Μήτσο μου, σου χαλάω εγώ χατίρι; είπα όλο νάζι. Αλλά πάρε πίσω εκείνο το ντουβάρι και πες μου κάτι γλυκό.
— Μπακλαβάς.
Χαμογέλασα και μάζεψα με το κουταλάκι μου τα σιρόπια απ’ το πιατάκι.
Ο κύριος με το παπιγιόν άρχισε κάτι ελληνικούρες για τον αποτουρκισμό του καφέ και της ελληνικής γλώσσας. Δεν του μιλούσαμε, αλλά αυτός τον χαβά του. Καλά τον είχε κόψει ο Μήτσος τι σόι άνθρωπος είναι. Κακός μπελάς είναι!
Τα νεύρα του Λεφτέρη, που ήταν και τσιτωμένα, δεν άντεξαν και ξέσπασε:
— Εσείς που τον λέτε βυζαντινό τον καφέ, είσαστε οι ίδιοι που τα οθωμανικά μνημεία τα αποκαλείτε μεταβυζαντινά; Αλλά τι ρωτάω; Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει. Ήθελα να ’ξερα, εσείς τρώτε γιαούρτι; Τζατζίκι; Βάζετε μπόλικα μπαχαρικά στον κιμά; Σας αρέσει ο μαϊντανός στους κεφτέδες; Ντερλικώνετε σουτζουκάκια με πιλάφι; Μουσακά, γιουβέτσι, μπριάμ, μπάμιες, ντολμαδάκια, γιουβαρλάκια, σαρμαδάκια; Τρώτε καρπούζι και γιαρμάδες; Γλυκά ταψιού και παγωτό εκμέκ; Πίνετε τσάι και αριάνι; Ή τους έχετε αλλάξει τα ονόματα και δεν μπορείτε να τα παραγγείλετε γιατί δεν σας καταλαβαίνει κανείς;
Ο ηλικιωμένος με το παπιγιόν, που δεν περίμενε τέτοια αντίδραση, τα ’χασε και κοκκίνισε σαν παντζάρι. Τον φουκαρά, τον λυπήθηκα λιγάκι. Φοβήθηκα μην του ’ρθει κανας ταμπλάς. Ο Λεφτέρης όμως είχε ξεσπαθώσει και δεν χαμπάριαζε τίποτα. Άντε να τον κάνεις ζάφτι!
— Βρήκατε μπόσικο τον κόσμο το καλοκαίρι του ’74 και σηκώσατε μπαϊράκι να μην λέμε τον καφέ τούρκικο. Μες στο νταβαντούρι, το μπουλούκι που ’χει το κουσούρι να μπαίνει σ’ όποιο καλούπι το βάλουν, άρχισε να τον λέει ελληνικό και αποπάνω να στραβοκοιτάει όποιον τον έλεγε τούρκικο. Τι χαϊβάνια! Στους ντελβέδες νομίσατε ότι βρίσκεται ο πατριωτισμός; Αλλά δεν είσαστε μόνο χαζοί, είσαστε και αμαθείς. Δεν ξέρατε ότι τούρκικος λέγεται ο καφές λόγω του τρόπου παρασκευής του; Τζάμπα όμως ο σαματάς που κάνατε. Στράφι πήγε. Ρώτα με να σου πω τι έκανε η Unesco στο Αζερμπαϊτζάν. Όχι, ρώτα με. Ρώτα με, ντε!
Ο κύριος με το παπιγιόν στην αρχή κοίταζε τα παπούτσια του, ύστερα τους σοβάδες στο ταβάνι και τέλος κοίταξε τον Λεφτέρη.
— Εντάξει, να ρωτήσω, ψέλλισε. Τι έκανε;
— Αποφάσισε ότι ο τούρκικος καφές είναι άυλη πολιτιστική κληρονομιά της Τουρκίας και τον έχει περιλάβει στη λίστα της. Και το όνομά του είναι τούρκικος. Τούρκικος! Ούτε βυζαντινός ούτε ελληνικός ούτε δεν ξέρω τι άλλο. Κατάλαβες τι χουνέρι πάθατε;
— Μάλιστα!
— Άμα βαστάνε τα κότσια σου πήγαινε να τα βάλεις με κοτζάμ Unesco να δούμε το μπόι σου. Σταμάτα όμως το ψαλτήρι σ’ εμάς, γιατί μας μπάφιασες! Νισάφι πια! Καζάνι το κεφάλι μας! Σιχτίρ από κει!
— Συγγνώμη!
— Α μπράβο, είπε ο Λεφτέρης και ξαπλώθηκε στην καρέκλα του. Τον είχε φέρει καπάκι τον κύριο με το παπιγιόν. Χτύπησε δυο φορές παλαμάκια και φώναξε:
— Καφετζή, φέρε μου έναν τούρκικο πολλά βαρύγλυκο, αλλά πρόσεξε μην τον κάνεις πετιμέζι. Κι ένα νερό. Μπούζι να ’ναι. Μήτσο, στρίψε μου ένα σέρτικο να φύγουν τα σεκλέτια!
— Έτοιμο το ’χω, είπε ο Μήτσος και του έδωσε το άλλο τσιγάρο που είχε στρίψει.
Κι έτσι ο Λεφτέρης που είχε μετανιώσει κι έψαχνε ευκαιρία να καπνίσει, ξανάρχισε τις φούμες.

Τέτη Σώλου
Αύγουστος 2016

Σας άρεσε η άσκηση; Μπορείτε να ελέγξετε πώς τα πήγατε κοιτάζοντας τον κατάλογο των 111 λέξεων από τη σελίδα της Τέτης Σώλου. Δεν τον μετέφερα εδώ, για να μη σας βάλω σε πειρασμό να κρυφοκοιτάξετε. Πάρτε όμως υπόψη σας ότι υπάρχει μια αλλαγή, η λέξη 104 του καταλόγου δεν είναι τουρκικής προέλευσης, και αντί γι’ αυτήν πρόσθεσα στο κείμενο τη λέξη «μαϊντανό» που είναι τουρκικό δάνειο (και πιθανό αντιδάνειο, δείτε εδώ την ιστορία της λέξης). Επίσης, η λέξη «κότσι»του καταλόγου δεν είναι τουρκικής προέλευσης, είναι όμως η λέξη «μελτεμάκι» (δηλαδή η λέξη ‘μελτέμι’) που μας είχε ξεφύγει κι έτσι ο αριθμός μένει σταθερός στις 111.

Και εδώ μπορείτε να δείτε ξανά το κείμενο με τις τουρκικής προέλευσης λέξεις τυπωμένες με έντονα στοιχεία (χωρίς την τροποποίηση της τελευταίας στιγμής). Αν διαφωνείτε με τον χαρακτηρισμό κάποιας λέξης ως τουρκικής προέλευσης, ευχαρίστως να το συζητήσουμε στα σχόλια. Μη μου πείτε όμως ότι το ρεζίλι προέρχεται από το αίσυλα ρέζειν και άλλα τέτοια τζιροπουλικά!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !