Το πονηρό φρούτο

🕔17/08/2016 22:33

Είναι η εποχή τους και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω δημοσιεύσει, τόσα χρόνια, άρθρο για τον πανάρχαιο αυτόν καρπό -εννοώ τα σύκα. Βέβαια, έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο άρθρα για την προέλευση της λέξης ‘συκοφάντης’ ή για την ετυμολογία του συκωτιού ή για την έκφραση ‘λέω τα σύκα σύκα’, αλλά σε αυτό καθαυτό το σύκο δεν έχω βάλει άρθρο.

Οπότε επανορθώνω σήμερα, παίρνοντας το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» -προσθέτω μερικά λινκ και ορισμένες λεπτομέρειες.

Τα σύκα είναι από τους πρώτους καρπούς που μάζεψε και λίγο αργότερα καλλιέργησε ο άνθρωπος και ανήκει, μαζί με την ελιά και το σταφύλι, στην τριάδα των μεσογειακών καρπών. Η παρουσία του στο διαιτολόγιο και γενικά στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων ήταν εντονότατη, πολύ περισσότερο που οι αρχαίοι δεν γνώριζαν μια σειρά από τροφές που σήμερα θεωρούνται αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής κουζίνας. Το σύκο ήταν πολύτιμο και για έναν ακόμη λόγο: διατηρείται καλά και πολύ όταν ξεραθεί. Συχνά το δείπνο των αρχαίων Αθηναίων ήταν ένα πιάτο ξερά σύκα, που επειδή περιέχουν πολλά ζάχαρα έχουν μεγάλη θερμιδική αξία.

Συκιές υπάρχουν κιόλας στον Όμηρο: στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, όταν ο Λαέρτης ζητάει σημάδι από τον Οδυσσέα ότι είναι γιος του, αυτός του θυμίζει πως του είχε χαρίσει, σαν ήταν παιδί, δεκατρείς αχλαδιές, δέκα μηλιές και σαράντα συκιές. Νωρίτερα, στη χώρα των Φαιάκων, ανάμεσα στα άλλα οπωροφόρα υπάρχουν και «συκέαι γλυκεραί». Τα αττικά σύκα εθεωρούντο περιζήτητα και τη φήμη τους αντανακλά η (αναληθής, όπως φαίνεται) ιστορία που οι περισσότεροι από εμάς μάθαμε στο σχολείο, για τον νόμο που απαγόρευε την εξαγωγή τους και τους συκοφάντες που, υποτίθεται, κατέδιδαν όσους τα έβγαζαν από την Αττική παράνομα.

Τέτοιος νόμος ή ψήφισμα δεν έχει βρεθεί πουθενά, και δεν θα είχε και πολύ νόημα, αφού σύκα είχε σε αφθονία όλη η Ελλάδα. Πώς όμως προέκυψε η λέξη συκοφάντης; Έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες, αλλά η πιο πειστική φαίνεται να είναι ότι συκοφάντες ονομάζονταν αυτοί που αποκάλυπταν όσους είχαν σύκα κρυμμένα στα ρούχα τους, δηλαδή μια ασήμαντη μικροκλοπή, και κατ’ επέκταση όσοι κατέδιδαν ασήμαντες πράξεις και στη συνέχεια έκαναν ψευδείς καταγγελίες. Η εκδοχή αυτή δεν είναι απίθανη· πράγματι, στα συμπόσια πολλοί παράσιτοι θα έφευγαν έχοντας κρύψει ξερά σύκα και άλλα τραγήματα στο ιμάτιό τους. (Για μια επισκόπηση των θεωριών σχετικά με την προέλευση της λέξης, δείτε το παλιότερο άρθρο μας -όμως και τα σχόλια είναι σημαντικά).

Η λέξη σύκο θεωρείται δάνειο από μεσογειακή γλώσσα του υποστρώματος, το ίδιο όπως και το λατινικό ficus, το οποίο έδωσε τις λέξεις των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών (fig, figue, fico κτλ.) Στην αρχαία ελληνική, υπάρχουν πολλές παρoιμιακές εκφράσεις για το σύκο, όπως π.χ. «όσo διαφέρει σύκα καρδάμων» (για δυo εντελώς ανόμoια πράγματα) ή «σύκoν χειμώνoς αιτώ» για άκαιρες επιχειρήσεις. Επειδή τo ξύλo της συκιάς oύτε γερό είναι oύτε καίγεται καλά, βγήκε τo επίθετo σύκινoς πoυ σήμαινε «άχρηστoς, ανώφελoς». Για τα σύκα και τη σκάφη θα πούμε πιο κάτω.

Και βέβαια, τo σύκo είχε από την αρχαιότητα και ερωτική σημασία, μια και σήμαινε τo γυναικείo γεννητικό όργανo ή ίσως και το αντρικό. Οι γνώμες διίστανται εδώ· το πιο γνωστό απόσπασμα είναι από την Ειρήνη του Αριστοφάνη, όπου ο χορός αναφωνεί «του μεν μέγα και παχύ, της δε ηδύ το σύκον» (στίχοι 1351-2)· άλλοι διαβάζουν εδώ ότι εννοεί μόνο το γυναικείο όργανο, άλλοι ότι εννοεί και το αντρικό, και μάλλον δίκιο έχουν. Ο Αρχίλοχος πειράζει την εταίρα Πασιφίλη με τους στίχους: συκή πετραίη πολλάς βόσκουσα κορώνας ευήθης ξείνων δέκτρια Πασιφίλη· τα σύκα της τα τρύγησαν πολλές κουρούνες. Αλλού, στον πληθυντικό, σύκα, νοούνται οι όρχεις. Θα μπορούσα να συνεχίσω με τα άσεμνα των αρχαίων και το σύκο, αλλά σταματώ εδώ.

Ωστόσο, η παρομοίωση του σύκου με τα γεννητικά όργανα πάντως υπάρχει και σε άλλες γλώσσες (σήμερα στα ιταλικά fico είναι το σύκο αλλά fica, θηλυκό, είναι το μουνί) και αυτή είναι η αρχή του υβριστικού σχήματος που οι Ιταλοί αποκαλούν far le fiche, φαρ λε φίκε, με το χέρι σε γροθιά και τον αντίχειρα να προεξέχει ανάμεσα σε δείκτη και μέσο· το σχήμα αυτό στα νέα ελληνικά δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερο όνομα. Και βέβαια, στα νέα ελληνικά «συκιά» είναι ελαφρώς παλιωμένη ονομασία για τον θηλυπρεπή ομοφυλόφιλο, και «καλέ σύκα» επίσης παλιωμένο κράξιμο σε θηλυπρεπή ομοφυλόφιλο, που «ευγενέστερα» γινόταν με την ερώτηση «Τι φρούτα βγάζει η Καλαμάτα;» -«μούσμουλα» είχε μνημειωδώς απαντήσει ο Χρόνης Εξαρχάκος σε μια ταινία (αν και οι ίδιοι οι Καλαματιανοί, όπως μου λένε, απαντούν: «φραγκόσυκα»). Από πού προέρχεται ο χαρακτηρισμός «συκιά» δεν είναι σαφές· ο Ζάχος στο Λεξικό της Πιάτσας λέει πως οφείλεται στο ότι η συκιά είναι δέντρο ερμαφρόδιτο -δεν με πείθει και πολύ.

Πολλές είναι και οι λογοτεχνικές αναφορές στα σύκα και στις συκιές. Στην Οδύσεια του Καζαντζάκη, Γυάλισε η ρώγα του αμπελιού, χρουσοκοντύλιασε το στάρι, τα σύκα ουρμάσαν κι έσταξαν στη γης, μεσημερού, το μέλι· ο Θοδωρής Γκόνης έχει δώσει το θαυμάσιο σύντομο διήγημα Το τραγούδι της συκιάς, ούτε 600 λέξεις, ενώ ο Οδυσσέας Ελύτης έχει γράψει αρκετά για τη συκιά, μεταξύ άλλων Μια συνταγή για συκιά στη Σύρο ή στη Σίκινο.

Η αρχαιότητα της συκιάς φαίνεται και από το ότι είναι το πρώτο δέντρο που κατονομάζεται στη Βίβλο, όταν ο Αδάμ και η Εύα, μόλις έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό, συνειδητοποίησαν ότι ήταν γυμνοί και «έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα» (Γένεσις 3.7) Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο απαγορευμένος καρπός ήταν σύκο –άλλωστε δεν κατονομάζεται πουθενά, αλλά η νεότερη παράδοση, όπως ξέρουμε, θεώρησε ότι ήταν μήλο. Στον Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση πολλοί βάλθηκαν να προσθέτουν φύλλα συκιάς (ή, για μεγαλύτερη κάλυψη, κληματαριάς) στα επίμαχα σημεία σε πίνακες και γλυπτά.

FigleafvaΠάντως, η έκφραση «φύλλο συκής» έχει γίνει παροιμιακή για το πρόσχημα που χρησιμοποιείται για τη συγκάλυψη μιας κακής κατάστασης. Και όταν πέσουν όλα τα προσχήματα, λέμε ότι «έπεσε και το τελευταίο φύλλο συκής». Οι αρχαίοι Έλληνες τα φύλλα συκής, που τα έλεγαν θρία, τα χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική, όπως περίπου εμείς τα αμπελόφυλλα στους ντολμάδες. Ο Dalby (στα «Σειρήνεια δείπνα») λέει ότι τα έκαναν πρώτα τουρσί για να μετριάσουν την πικράδα τους.

Πέρα από το φύλλο συκής, η συκιά, ως δέντρο, δεν έχει καλή μεταχείριση στο Ευαγγέλιο. Διάσημο είναι το επεισόδιο με την «ξηρανθείσα συκή»· ο Ιησούς, την επομένη της θριαμβευτικής εισόδου του στα Ιεροσόλυμα, καθώς βάδιζε πλάι σε συστοιχίες οπωροφόρων δέντρων πείνασε και πλησίασε μια συκιά, αλλά δεν βρήκε καρπούς· τότε είπε: «Μηκέτι εκ σού γένηται καρπός εις τον αιώνα». Και εξηράνθη παραχρήμα η συκή (Ματθ. 21:19· το περιστατικό υπάρχει και στο κατά Μάρκον). Το επεισόδιο φέρνει σε αμηχανία τους Χριστιανούς, καθώς παρουσιάζει τον γλυκό Ιησού να οργίζεται, και μάλιστα παράλογα -αφού η συκιά δεν θα μπορούσε να έχει καρπούς την εποχή εκείνη (ήταν άνοιξη). Η απάντηση των θεολόγων είναι ότι η άκαρπη συκιά αποτελεί συμβολισμό. Ούτως ή άλλως, το κακό όνομα συνεχίζεται στον θρύλο ότι το δέντρο στο οποίο κρεμάστηκε ο Ιούδας ήταν συκιά· αυτό δεν προκύπτει από πουθενά στο Ευαγγέλιο, είναι μεταγενέστερος θρύλος. Πάντως, η συκιά πράγματι κάνει βαρύν ίσκιο.

Και στη σύγχρονη φρασεολογία το σύκο έχει εξέχουσα θέση. Καταρχάς έχουμε την έκφραση «λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη» στην οποία αξίζει να σταθούμε. Είναι αρχαία και αρχικά τη βρίσκουμε χωρίς τα σύκα, σε απόσπασμα έργου του Αριστοφάνη: «Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων». Η πρώτη εμφάνιση των σύκων στη φράση έρχεται στον Λουκιανό, ο οποίος στο έργο Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν, περιγράφει πώς είναι κατά τη γνώμη του ο ιδανικός ιστορικός συγγραφέας: «Τοιούτος ουν μοι ο συγγραφεύς έστω -άφοβος, αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος, ως ο κωμικός φησι, τα σύκα σύκα, την σκάφην δε σκάφην ονομάσων…». Να προσέξουμε όμως ότι ο Λουκιανός το αποδίδει σε παλιότερον κωμικό, άρα η προσθήκη των σύκων στην εικόνα πιθανότατα δεν είναι δικό του εύρημα.

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Μάλιστα, επειδή είναι δυσνόητη η σχέση των σύκων και της σκάφης, οι σημερινοί χρήστες προσπαθούν να την εκλογικεύσουν. Έτσι, κάποιοι φαντάζονται ότι η αρχική μορφή της φράσης είναι «τα σύκα σύκα και τη σκάρφη σκάρφη», όπου σκάρφη είναι κοινή ονομασία φυτών του γένους ελλέβορος (και ετυμολογείται από το κάρφος). Φυσικά αυτό είναι αβάσιμο, αφού η φράση παραδίδεται από την αρχαιότητα, ενώ η σκάρφη είναι λέξη νεοελληνική. Όμως, ποια είναι η προέλευση της φράσης «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη;» Δυστυχώς, δεν έχω βρει κάποια πειστικήν εξήγηση, οπότε θα σας πω μια δική μου.

Προσωπικά, η υποψία μου είναι ότι εδώ έχουμε σεξουαλικό υπονοούμενο. Δηλαδή, θέλω να πω, ο Αθηναίος της καλής κοινωνίας ίσως να μη χρησιμοποιούσε μπροστά σε κόσμο τις λέξεις «σύκα» και «σκάφη», επειδή στην καθομιλουμένη της εποχής οι λέξεις αυτές είχαν και άσεμνη σημασία, όπως σήμερα στους κύκλους της καλής κοινωνίας μπορεί να διστάσει κάποιος να πει, ξερωγώ, «πουλί» ή «τρύπα» ή κάποια άλλη λέξη με ενδεχομένως διφορούμενη σημασία.

Για το σύκο ξέρουμε ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε (και συμβαίνει ως τα σήμερα, άλλωστε), μόλις παρουσιάσαμε αναλυτικά τις πολλές πονηρές του σημασίες. Ίσως και η σκάφη να είχε μη κόσμιες σημασίες, π.χ. σκάφιον έλεγαν το καθίκι. Μπορούμε λοιπόν δοκιμαστικά να προτείνουμε την ιδέα ότι ο καθωσπρέπει Αθηναίος μπροστά σε αγνώστους θα προτιμούσε να αποφύγει να πει «σύκα» και «σκάφη» και θα χρησιμοποιούσε, ας πούμε, ένα συνώνυμο, όπως «κάρδοπος» για τη σκάφη. Αντίθετα, ο αγροίκος, που ήταν από χωριό και δεν χαμπάριαζε από λεπτότητες, ο αριστοφανικός Στρεψιάδης λογουχάρη, θα έλεγε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Ξαναλέω, πρόκειται για εικασία.

Η έκφραση πάντως είναι ολοζώντανη και σήμερα, και σε λογοτεχνικά κείμενα, από τα οποία το γνωστότερο ίσως είναι το Καπνισμένο τσουκάλι του Ρίτσου, με τον στίχο που έγινε πασίγνωστος χάρη στη φωνή του Νίκου Ξυλούρη:

Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη
Έτσι, να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη

Θα προσθέσω και έναν στίχο του Σουρή, που λέει ότι στην εποχή του δεν ήταν της μόδας η θαρρετή και απερίφραστη ομιλία: τη σκάφη τέντζερε να λες και τζάνερα τα σύκα. (Όλα αυτά και περισσότερα για την έκφραση θα τα βρείτε επίσης στο ειδικό άρθρο που είχα γράψει).

Έχουμε επίσης την έκφραση «βαστάει από τα σύκα ως τα σταφύλια» που λέγεται για μικρή διάρκεια και ιδίως για ρούχο μικρής αντοχής· τα σύκα και τα σταφύλια ωριμάζουν περίπου ταυτόχρονα. Υπάρχει επίσης η φράση «έπεσε σαν ώριμο σύκο» ή «σαν γινωμένο σύκο», αν και τα τελευταία χρόνια λέμε συνήθως «σαν ώριμο φρούτο», για μια ευνοϊκή εξέλιξη που γίνεται μόνη της, χωρίς εμείς να κοπιάσουμε, συχνά στην πολιτική για την πτώση μιας κυβέρνησης που καταρρέει από τα δικά της λάθη. Πάντως τα σύκα είναι από τα φρούτα που κατεξοχήν πέφτουν σαν ωριμάσουν, όπως έχει διαπιστώσει όποιος βρεθεί την κατάλληλη εποχή σε συκιά ατρύγητη. Παλιότερη φράση, που δεν νομίζω να λέγεται πια, είναι η «τον κακό του τον καιρό και τα μαύρα του τα σύκα», ενώ όταν κάποιος γλυκαθεί με κάποιο χατίρι που του κάνουμε και το ζητάει ξανά, λέμε «καλόμαθε η γριά στα σύκα».

Μια άλλη έκφραση, που ακόμα ακούγεται, είναι «από της συκιάς το γάλα», σαν απάντηση στην ερώτηση αν είναι συγγενείς δυο άνθρωποι. Όταν είναι «συγγενείς από της συκιάς το γάλα» σημαίνει ότι έχουν πολύ μακρινή συγγένεια ή και καθόλου. Ο Πολίτης που την παραθέτει δεν την επεξηγεί. Το γάλα της συκιάς, που τόσο μας έτσουζε όταν μαζεύαμε σύκα μικροί, όσους μάζευαν δηλαδή, έχει την ιδιότητα να πήζει το κανονικό γάλα και να το κάνει τυρί. Μια ακόμα παροιμία είναι ότι τα καλά τα σύκα τα τρώνε οι κουρούνες, όταν κάτι εκλεκτό πέσει σε κακά χέρια –λέγεται πάντως και με άλλα οπωρικά.

Υπάρχει επίσης η ευτράπελη διήγηση για τους δυο χωριάτες (συνήθως προσδιορίζεται ο τόπος καταγωγής) που ο ένας είχε ανέβει σε μια συκιά και έριχνε σύκα στον άλλον που τα έβαζε στο κοφίνι, αλλά έτρωγε κιόλας.

— Έχει ο σύκος άντερα; ρωτάει ο αποκάτω -έχοντας μόλις φάει έναν βάτραχο που έπεσε μαζί με τα σύκα. Στον «Αγάθο» του Ν. Βασιλειάδη ο αφηγητής περιγράφει πολύ ωραία πόσο γοητευόταν, όταν ήταν παιδί, από τη διήγηση αυτή.

Από το σύκο προέρχεται και το συκώτι. Οι αρχαίοι τάιζαν ορισμένα ζώα (ιδίως χήνες και γουρούνια) με σύκα, ώστε το συκώτι τους να νοστιμίσει. Αυτό το έδεσμα, κάτι ανάλογο με το σημερινό φουα-γκρα, το ονόμαζαν, πολύ λογικά, «συκωτόν ήπαρ» και σιγά-σιγά έμεινε μόνο η λέξη «συκωτόν», που έδωσε το συκώτιον και το συκώτι. Τις σημερινές χήνες δεν ξέρω αν τις ταΐζουν με σύκα για να φτιάξουν φουα-γκρα, πάντως το έδεσμα αυτό συχνά συνοδεύεται με μαρμελάδα σύκο. (Περισσότερα για σύκο και συκώτι, εδώ).

Είπαμε πιο πάνω ότι τα σύκα οι αρχαίοι τα ξέραιναν και τα είχαν όλο το χρόνο, είτε για κυρίως φαγητό οι φτωχοί είτε, μαζί με άλλους ξηρούς καρπούς, ως τραγήματα, στο τέλος των συμποσίων. Τα έλεγαν ισχάδες. Τα αρωμάτιζαν με ιδιαίτερη τέχνη και είχαν διάφορους τρόπους να τα ξεραίνουν, τρόπους άλλωστε που πέρασαν και στα νεότερα χρόνια. Σε πολλά μέρη φτιάχνουν πίτες από σύκα, τις συκομαΐδες, λέξη που πρώτη φορά (ως συκομαγίς) εμφανίζεται στον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης τον 12ο αιώνα. Στη Χίο και σε άλλα νησιά φτιάχνουν την παστελαρία, από ξερά σύκα γεμιστά με αμύγδαλα και καρύδια. Τα ξερά σύκα, που σε πολλά μέρη τα λένε «ασκάδια», που είναι επιβίωση του αρχαίου ισχάς, τα συνταιριάζουν σε αρμαθιές με δαχτυλιδωτό σχήμα, που τις λένε τσαπέλες (ιταλικής αρχής η λέξη). Οι αρχαίοι είχαν την παλάθη.

Παρόλο που ήταν τόσο πολύτιμος καρπός, σε άλλες γλώσσες το σύκο το υποτιμούν λίγο, αν κρίνουμε από την αγγλική έκφραση I don’t give / care a fig, που υπάρχει παρόμοια και στα ισπανικά, no dar un higo για κάτι μικρής αξίας, πoυ δεν τoυς ενδιαφέρει καθόλoυ, ενώ οι Ιταλοί λένε non vale un fico secco, δηλαδή δεν αξίζει ένα ξερό σύκo, για κάτι πoυ δεν αξίζει δεκάρα. Όμως, στον oδηγό της εφημερίδας El País για τo καλό στυλ (στα ισπανικά), είχα διαβάσει πριν από μερικά χρόνια μια σύσταση προς τoυς συντάκτες να απoφεύγoυν διάφoρες αγγλoσαξωνικές λέξεις, μεταξύ των oπoίων και τη λέξη sexy, αντί της oπoίας πρoτείνoνται δύo λύσεις: η λέξη erótico και η λέξη sicalíptico. Η πρώτη δεν θέλει εξήγηση βέβαια, η δεύτερη όμως πρoέρχεται από τo γνωστό μας σύκo και από τo «άλειψις», δηλαδή χάιδεμα, τρίψιμo, διέγερση σαν να λέμε. Να πρoσθέσoυμε ότι ανάλογη λέξη (π.χ. συκαλειπτικός) δεν μαρτυρείται στα αρχαία ελληνικά: πλάστηκε στα ισπανικά τέλη τoυ προπερασμένoυ αιώνα. Και, είχα δεν είχα, πάλι στο πονηρό το έφερα!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !