Το «ξεβράκωτο τάγμα» – Πώς οι Μανιάτες ξεφτέλισαν τους Βαυαρούς

🕔28/10/2016 12:18

Στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος με την έλευση του Όθωνα και την εγκατάσταση σε όλα τα πόστα πουλημένων και προσκυνημένων Ελλήνων, η αντιβασιλεία προχώρησε στην υλοποίηση των σχεδίων τόσον των Βαυαρών, όσο και των προστάτιδων.Με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα καταδικασμένους ήδη σε θάνατο δια γκιλοτίνας, με την λίστα των τριακοσίων και πλέον καπεταναίων που θα έπαιρναν σειρά, με τον στρατό του ’21 να έχει παραδώσει τα όπλα μετά από βασιλικό διάταγμα αλλά και με την παρουσία συνταγμάτων βαυαρικού στρατού προχωρούσαν άνευ αντιστάσεως από κανέναν.

Σημειώνει ο Γούδας στο έργο του Βίοι παράλληλοι- Όθωνας: «ο Μάουερ και ο Εϊδέκος, ηκολούθησαν κατά γράμμα τας εκ Βαυαρίας διαταγάς, αίτινες απέβλεπον εις το να καταστήσωσι όσον τάχιον την Ελλάδα βαυαρικήν αποικίαν».
Επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν τα ελληνικά και τα γερμανικά. Όλα τα έγραφαν και στα γερμανικά για να αρχίσουν και οι υπήκοοι να μαθαίνουν. Όμως ήταν κάποιοι θύλακες που δεν μπόρεσαν να ακουμπήσουν ακόμη και έπρεπε να εξαλειφθούν. Ένας από αυτούς ήταν και οι Μανιάτες. Στα μέρη τους δεν είχε πατήσει ούτε Τούρκος, πώς να τους εξαφανίσουν;

Οι Μανιάτες ζυμωμένοι με φτώχεια, πέτρα και πόλεμο μέχρι εκείνη την στιγμή δεν ενόχλησαν κανέναν από την νέα τάξη πραγμάτων. Τότε η αντιβασιλεία σκέφτηκε πως άμα τους ξεσπιτώσουμε θα πάρουν των ομμάτιών τους και θα εξαφανιστούν. Έτσι έβαλαν μπροστά το σχέδιο «γκρέμισμα των πύργων». Θέλησαν να γκρεμίσουν αυτά τα απόρθητα χτίσματα της Μάνης, έτσι απλά.
Έστειλαν τον λοχαγό Φέντερ με ένα λόχο να κάνει την δουλειά. Ο Φέντερ μόλις κατάλαβε με ποιους έχει να κάνει τους παζάρεψε για να τους κοροϊδέψει αλλά οι Μανιάτες δεν τσίμπησαν. Έτσι ο Φέντερ έκανε αναφορά και έλεγε πως με πόλεμο δεν θα βγει τίποτε αλλά έπρεπε να τους πάρουν με το καλό.

Οι αντιβασιλιάδες εκνευρίστηκαν και διέταξαν τον στρατηγό Χέρτλιγκ να στείλει δυο λόχους τώρα, για να τους ξεκάνουν.
Μέχρι να φτάσουν οι λόχοι στη Μάνη τούς είχε προλάβει η είδηση της καταδίκης των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα εις θάνατον. «Ορέ βάλθηκαν να μας ξεκάνουν ούλους», αναφώνησαν. Την ίδια στιγμή φάνηκαν οι δυο λόχοι με τις στολές τις πολύχρωμες και τις γυαλισμένες μπαγιονέτες, με τα λάβαρα και τα ταμπούρλα.

***

Τα βόλια ήταν χρυσά

Μετά το κάζο που έπαθαν οι Βαυαροί στη Μάνη, τον εξευτελισμό αλλά και τις απώλειες, έγιναν κυριολεκτικά «Τούρκοι» από το κακό τους. Από το «ξεβράκωτο τάγμα» που ήταν τριάντα έξι νοματαίοι και κίνησε να επιστρέψει ολοτσίτσιδο, οι δεκατρείς δεν άντεξαν τις κακουχίες και πέθαναν. Όλα αυτά έκαναν την αντιβασιλεία να «βράζει» στο Ναύπλιο. Μάλιστα εκείνες τις μέρες περίμεναν τέσσερα καινούρια Γερμανικά τάγματα στην Πάτρα. Έστειλαν μήνυμα να πάνε κατ’ ευθείαν στην Μάνη και να τσακίσουν τους άγριους.
Όταν κατέβηκαν στο Μαραθονήσι ο αρχηγός της χωροφυλακής τους προειδοποίησε πως θα τους τσακίσουν οι Μανιάτες γιατί είναι καλά ταμπουρωμένοι και έχουν εφόδια, ενώ αυτοί ήταν απροετοίμαστοι. Γι’ αυτό καλό θα ήταν να ρωτήσουν το Ναύπλιο πριν επιτεθούν. Ο Γερμανός διοικητής, ο συνταγματάρχης Σαούτινερ αυτά δεν τα μάσαγε και αποφάσισε να βαρέσει αλύπητα τους ταραξίες, γκρεμίζοντας τους πύργους.
Ξεκίνησαν από το Μαραθονήσι (Γύθειο) και με μεγάλες προφυλάξεις φτάνοντας κατέλαβαν και δυο πύργους που βρήκαν έρημους. Τη νύχτα ξεκουράστηκαν και με την αυγή βάρεσαν σάλπιγγες και ταμπούρλα για να ξεκινήσουν. Προχωρώντας συνάντησαν το στενό του Πασαβά. Κοίταξαν με το κιάλι οι αξιωματικοί και δεν είδαν ψυχή ζώσα. Ωραία σκέφτηκαν, «οι Μανιάτες το έβαλαν στα πόδια» και προχώρησαν να περάσουν το στενό.
Μόλις όλη η φάλαγγα μπήκε μέσα άνοιξαν οι πύλες της κολάσεως. Το καυτό μολύβι που ξέρναγε το βουνό τούς έκανε κομμάτια. Θρήνος και αλαλαγμός, σχεδόν οι μισοί πήγαν στον τόπο. Όπως μαρτυρά ο Νέζερ αν ήθελαν οι Μανιάτες τους καθάριζαν όλους, ένα τάγμα παραδόθηκε, οι λίγοι που γλύτωσαν έφτασαν κακήν κακώς στο Μαραθονήσι.
Το μαντάτο που έστειλαν οι Μανιάτες ήταν πως «πούλαγαν στρατιώτες». Μαρτυρά ο Κρέμος : «δέκα στρατιώτας ανθ’ ενός γηραλέου όνου, αλλ’ ουδείς ευρίσκετο ο ανταλάσσων«. Μέσα σε όλα είχαν χιούμορ οι ταλαίπωροι Μανιάτες.
Όταν έφτασαν και τα καινούρια μαντάτα στο Ναύπλιο, οι αντιβασιλιάδες αλλά και όλοι οι βαυαροκαταχτητές έγιναν δέκα φορές «Τούρκοι». Να τους σκίσουμε, να φέρουμε τη Γερμανία ολάκερη, να ισοπεδώσουμε τη Μάνη, ούρλιαζαν και χτυπιόνταν. Τότε η κατάσταση άλλαξε. Φάνηκε ο Έλληνας(;) πρωθυπουργός. Φάνηκε ο άνθρωπος που η Ελλάδα του χρωστάει τέσσερις εμφυλίους πολέμους με ποτάμια αίματος. Εμφανίστηκε να κάνει κουμάντο πάλι για το προσωπικό του συμφέρον πάντα, το οποίο πήγαινε ανάλογα με τα θέλω των αφεντάδων του Γάλλων. Φάνηκε ο τουρκοπροσκυνημένος Κωλέττης.
«Για να νικήσετε τους Μανιάτες δεν φτάνουν τα μολυβένια βόλια, τα βόλια πρέπει να είναι χρυσά«. Απόρησαν οι Βαυαροί και ζήτησαν εξηγήσεις.
«Με τα ντουφέκια δεν γίνεται τίποτε, μόνο με τον παρά θα τους νικήσουμε. Ας βάλουμε λοιπόν χρυσάφι στ’ αγκίστρι μας να πιάσουμε τα πιο μεγάλα και δυνατά ψάρια τους«. Τους ορμήνεψε το άλλοτε τσιράκι του Μουχτάρ πασά.
Η ψαριά ήταν πολύ καλή. Οι Μαυρομιχάληδες, ο Κατσάκος, οι Τζανετάκηδες, δεν είπαν όχι στα φράγκα. Έτσι διάταξαν όλον τον βαυαρέζικο στρατό να πάει να βαρέσει τους Μανιάτες με αρχιστράτηγο τον βαρόνο Σμάλτς. Εκτός από τα γερμανικά τάγματα έφτιαξαν στο τσάκα-τσάκα και κάμποσα τάγματα από Έλληνες μαθημένους σε βουνίσιους πολέμους. Έδωσαν στον Σμάλτς και μια ίλη έφιππης χωροφυλακής αλλά και δυο ορειβατικές πυροβολαρχίες. Από κοντά και τον Θανάση Βαλτινό να συμβουλεύει τον αρχιστράτηγο. Μαζεύτηκαν χοντρικά πάνω από έξη χιλιάδες και κίνησαν.
Φτάνοντας στο Μαραθονήσι τους περίμεναν να ενωθούν μαζί τους οι πουλημένοι Κατσάκος και Τζανετάκηδες με πεντακόσιους Μανιάτες που ενώθηκαν με τους Γερμανούς να πάνε να βαρέσουν τα αδέρφια τους. Ήταν πρώτη Ιουλίου όταν έφτασαν κοντά στον τόπο που θα πολεμούσαν και στρατοπέδευσαν στο χωριό Ασλάν Αγά. Ένα μέρος κοντά σε ρεματιά με νεράκι δροσερό και αφού έφαγαν και ήπιαν είπαν να βγάλουν την νύχτα. Ανάμεσα στα ροχαλητά των Γερμανών οι πουλημένοι Μανιάτες στους Γερμανούς, με εξασκημένο το αυτί άκουσαν πέτρες να κυλάνε και κατάλαβαν. Ο Κατσάκος ξύπνησε τον Σμάλτς και ετοίμασαν για μάχη τον στρατό.
Μια περίπολος που έστειλε ο Σμάλτς γύρισε άρον άρον γιατί βάραγαν αλύπητα από τα ταμπούρια οι Μανιάτες. Από τα νεύρα του ο αρχιστράτηγος απολύει τον επικεφαλής συνταγματάρχη Σονιέ και διατάζει δυο λόχους Ελβετών να επιτεθούν. Είχαν έρθει να καζαντίσουν κι αυτοί στην Ελλάδα. Η ρεματιά γέμισε Ελβετικά κουφάρια, όσοι γλύτωσαν ακόμη τρέχουν γιατί άλλη ζωή είχαν ονειρευτεί.
Λύσσαξε ο Σμάλτς και καλεί στρατιωτικό συμβούλιο. Ο διοικητής των ορεινών πυροβολαρχιών Βόθμαρ, προτείνει να ανεβάσει τα κανόνια στην κορυφή του αντικρινού βουνού και να βομβαρδίσει τα ταμπούρια από εκεί. Ζήτησε μάλιστα να βοηθήσουν οι Έλληνες γιατί ήξεραν από βουνά. Έτσι και έγινε.
Τα ταμπούρια δέχτηκαν καταιγισμό φωτιάς και μπόμπες που ήταν αδύνατον να κρατήσουν οι πέτρες. Οι Γερμανοί με τους Έλληνες σημάδευαν από πλεονεκτική θέση αναγκάζοντας τους Μανιάτες να βγουν από τα ταμπούρια. Ανέβηκαν πιο ψηλά στο βουνό ακάλυπτοι πια ενώ γύρω στους τετρακόσιους δεν πρόλαβαν και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια του Ασλάν Αγά.
Η μάχη λυσσαλέα. Οι απώλειες των Γερμανών ανέβαιναν επικίνδυνα. Τότε, ο από μηχανής θεός τους έσωσε. Τέλειωσαν τα μπαρουτόβολα και οι Μανιάτες παραδόθηκαν.
Τους μάντρωσαν κοντά στο απόκρημνο φαράγγι και τους φύλαγαν ενώ άλλοι έψαχναν στα σπίτια να βρουν κρυμμένους. Εκεί όμως βρήκαν πολλά πιθάρια κρασί και για να γιορτάσουν την νίκη τους κατανάλωσαν τεράστιες ποσότητες. Μέθυσαν και οι υπόλοιποι φοβήθηκαν μη το εκμεταλλευτούν οι αιχμάλωτοι Μανιάτες. Οι οποίοι φυσικά έκαναν ντου και τους άρπαξαν τα όπλα. Δεν πρόλαβαν όμως, άλλοι σκοτώθηκαν άλλοι πήδηξαν στον γκρεμό αφού ξάπλωσαν κάμποσους Γερμανούς και οι υπόλοιποι πιάστηκαν ξανά.
Οι Γερμανοί έκαναν πλιάτσικο στο χωριό και θεώρησαν πως πέτυχαν μια μεγάλη νίκη. Βέβαια οι περισσότεροι από τους Μανιάτες είχαν ανέβει ψηλά στα βουνά και από εκεί άρχισε η μετανάστευσή τους. Όσους έμειναν μαζί με τους πουλημένους τους διόριζαν στην χωροφυλακή και άλλες υπηρεσίες για να τους εξαγοράζουν. Από τότε και μετά η πλειοψηφία τους έγινε βασιλικότερη του βασιλέως με βασιλικά φρονήματα που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.

Του Γιάννη Λαζάρου

Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !