Το δεσποτάκι δεν είναι του δεσπότη

🕔10/08/2016 11:58
Νίκος Σαραντάκος

Το σημερινό αρθράκι (καλοκαίρι είναι, ας μην έχουμε απαιτήσεις για σεντόνια) προέκυψε από ένα σχόλιο του φίλου μας του Σπύρου σε ένα πρόσφατο άρθρο.

Επειδή τα σχόλια δεν προσέχονται όσο πρέπει, αλλά και το θέμα δεν μου φάνηκε και τόσο γνωστό, είπα να αναβαθμίσω το σχόλιο σε άρθρο.

Έγραφα λοιπόν, πριν από μερικές μέρες, μιλώντας για τη δύσχρηστη γενική πληθυντικού της λέξης «πόρτα», ότι «τον παλιό καιρό, τότε πολύ παλιά, που ο κόσμος έχτιζε σπίτια, είχα ακούσει αρκετές φορές τη φράση «το ξύλο στις πόρτες είναι δεσποτάκι»», εννοώντας ότι δεν άκουσα ποτέ τη δύσχρηστη γενική «το ξύλο των πορτών είναι δεσποτάκι».

Ρώτησε λοιπόν μια φίλη μήπως το «ξύλο δεσποτάκι» είναι στην πραγματικότητα Δεσποτάκη, δηλαδή μήπως προέρχεται από κάποιο επώνυμο. όπως λέμε βερίκοκα Μπεμπέκου ή Διαμαντοπούλου.

Τη βρήκα εύλογη αυτή την εικασία. Θα μπορούσε, είπα, να είναι κι έτσι. Ομολογώ πως όταν είχα πρωτοσυναντήσει τη λέξη (τα παλιά χρόνια που ο κόσμος έχτιζε σπίτια) δεν με είχε προβληματίσει η ετυμολογία της, αλλά την είχα γενικά κι αόριστα συνδέσει με τον δεσπότη. Τότε δεν είχα τόσο αναπτυγμένη την πετριά της αναζήτησης των λέξεων, βλέπετε.

Όταν έκανε την ερώτησή της η φίλη, έψαξα στο ΛΚΝ και στο Ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, και δεν βρήκα τη λέξη. Όμως λίγο αργότερα ο φίλος μας ο Σπύρος έδωσε την απάντηση. (Το κανονικό λεξικό του Μπαμπινιώτη έχει τη λέξη, και την ετυμολογεί σωστά, αλλά δεν το είχα πρόχειρο).

Όχι, το δεσποτάκι δεν έχει καμιά σχέση με τον δεσπότη, είναι τούρκικο δάνειο, από τη λέξη dişbudak, λέξη που σημαίνει αυτό ακριβώς το δέντρο.

Ποιο δέντρο; Κάποιο δέντρο ή κάποια δέντρα της οικογένειας Fraxinus -δίνω την επιστημονική ονομασία μήπως και βγάλουμε άκρη μέσα στην πολυωνυμία. Στα ελληνικά το λέμε μελία ή φράξο ή φλαμουριά. Το ξύλο του είναι σκληρό και ανοιχτόχρωμο. Χρησιμοποιείται και σε έπιπλα ή κουφώματα και στην οργανοποιία.

Στα αγγλικά λέγεται ash, αλλά δεν έχει σχέση με τη στάχτη που κι αυτή έτσι γράφεται.

Το ντισμπουντάκ έγινε δεσποτάκι με παρετυμολογία. Αρχικά, η λέξη μπηκε στα ελληνικά ως ντισπουτάκι ή ντεσπουτάκι (έτσι την καταχωρεί ο Ζήσιμος Τζάρτζανος στο λεξικό των λαϊκών τεχνικών όρων της οικοδομικής) ενώ την παρετυμολογική μετατροπή σε δεσποτάκι την αναφέρει ο Τριανταφυλλίδης ως παράδειγμα σε ένα μεταπολεμικό του άρθρο, πλάι στη μετατροπή του σλίπιν μπαγκ σε σουλουμπάμια (όχι τουριστική αλλά στρατιωτική). Το λεξικό του Δημητράκου δεν έχει σχετικό λήμμα.

Για άλλη μια φορά, ο λαός έφτιαξε μια «λαθεμένη» λέξη -λαθεμένη (πάντα σε εισαγωγικά) επειδή το συγκεκριμένο ξύλο δεν έχει καμιά σχέση με τον δεσπότη, και πού ακούστηκε άλλωστε Τούρκος και δεσπότης (αν και υπήρξε ο Παπα-Εφτύμ που επιδίωξε να φτιαξει τουρκορθόδοξο πατριαρχείο). Το ντισπουτάκι, που είναι η ακριβής μεταφορά της τουρκικής λέξης στην ελληνική, δεν είχε καμιά ετυμολογική διαφάνεια. Η παρετυμολογία το συμμόρφωσε, το έκανε δικό μας, οικείο: δεσποτάκι -και δεν πειράζει αν φανταζόμαστε έναν δεσπότη, ας πούμε να έχει ράβδο πατερική φτιαγμένη από τέτοιο ξύλο.

Είναι αγία η παρετυμολογία -και οι αρχαίοι άλλωστε παρετυμολογούσαν. Παράδειγμα τον χουρμά, από το σημιτικό το ντάτελ ή κάπως έτσι, το είπαν «δάκτυλο», επειδή μοιάζει με δάχτυλο.

Κλείνοντας, να πούμε πως το δεσποτάκι ανήκει σε μιαν οικογένεια λέξεων, όχι ιδιαίτερα πολυμελή, που έχουν την κατάληξη -άκι, που είναι στα ελληνικά συνηθισμένη στα υποκοριστικά, επειδή τη δανείστηκαν από τα τούρκικα (-ak) ή από τα αραβικά (-aq).

Σε αυτά τα «τουρκογενή -άκια» ανήκουν λέξεις όπως: σοκάκι, καϊμάκι, τσακμάκι, κονάκι, χαντάκι, όλες τους δάνεια από τα τουρκικά ή τα αραβικά. Επίσης ο μπιτσάκος, που δεν λέγεται και πολύ πια, το μαχαίρι. Υπήρχε γειτονιά στα Χανιά, με μαγαζιά που φτιάχναν κρητικά μαχαίρια, που λεγόταν «Μπιτσαξίδικα» -το 1974 μετονομάστηκε μέσα σε μια νύχτα σε «Μαχαιράδικα».

Προσθήκη: ο φίλος μας ο Κόρτο βρήκε και κάμποσα ακόμα ανατολίτικα -άκια: μπατζάκι, γιατάκι, μπερντάκι, καβάκι (ένα είδος δένδρου και αυτό), μεράκι, σαντζάκι. Το μπερντάκι το λέμε και μπερντάχι.

Κάποιες τις λέξεις της κατηγορίας αυτής τις θεωρήσαμε υποκοριστικά (χωρίς να είναι) κι έτσι πλάσαμε, υποχωρητικά, «ακέραιες», «ασμίκρυντες» λέξεις: από το τσαρδάκι φτιάξαμε το τσαρδί (διότι πού να ξέρουμε το τουρκικό çardak, και τι ακριβώς σημαίνει) κι από το πασουμάκι (pasmak) φτιάξαμε το πασούμι.

Δεσπότη δεν φτιάξαμε από το δεσποτάκι, είχαμε.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !