Τι έφαγε ο παπάς ο παχύς;

🕔03/11/2016 09:58
Νίκος Σαραντάκος

Παχιά φακή βεβαίως έφαγε, δεν θέλει και ρώτημα -ή τουλάχιστον έτσι θέλει ένας από τους γνωστότερους ελληνικούς γλωσσοδέτες: ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή λέει ο πρώτος στίχος, και ο δεύτερος στίχος ρωτάει: γιατί παπά παχύ έφαγες παχιά φακή;

-όχι για να το εμπεδώσουμε, ούτε για να πάρει απάντηση, αλλά, απλώς, για να επιτείνει το γλωσσοδετικό αποτέλεσμα της φράσης, να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο όποιον επιχειρήσει να αρθρώσει γρήγορα τις φράσεις αυτές.

Τις προάλλες επικοινώνησε μαζί μου ο σκηνοθέτης Σίμος Κορεξενίδης, που ετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τους γλωσσοδέτες, και ζήτησε να κάνουμε μια συζήτηση για το θέμα -πράγματι, βρεθήκαμε, τα είπαμε, με κινηματογράφησε το συνεργείο να λέω κάποια πράγματα για τους γλωσσοδέτες, και τη συνέχεια θα τη δούμε επί της οθόνης, που λέει το κλισέ, όταν με το καλό τελειώσει το ντοκιμαντέρ και όταν προβληθεί.

Προς το παρόν, θα αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο στους γλωσσοδέτες, με αφετηρία μερικά από όσα είπα στο γύρισμα και στη συζήτηση με τον Σ. Κορεξενίδη.

Και να ξεκινήσουμε από τους ορισμούς. Σύμφωνα με τα λεξικά, ο γλωσσοδέτης είναι λεκτικό παιχνίδι που συνίσταται στη γρήγορη και σωστή άρθρωση δυσκολοπρόφερτων λέξεων: Nα σου πω ένα γλωσσοδέτη; «Άσπρη πέτρα ξέξασπρη κι απ΄ τον ήλιο ξεξασπρότερη». Λέμε όμως γλωσσοδέτη και την παροδική απώλεια της ικανότητας της ομιλίας από φόβο, συστολή ή έκπληξη -για παράδειγμα, μπορεί να πει κάποιος Μόλις βρέθηκα μπροστά στην εξεταστική επιτροπή με έπιασε γλωσσοδέτης και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Υπάρχει όμως και πιο κυριολεκτικός γλωσσοδέτης, αφού έτσι λέγεται μια ανωμαλία στην ανατομία της γλώσσας που προκαλείται από το πολύ μικρό μέγεθος του χαλινού -κι έτσι η γλώσσα έχει μικρότερη ελευθερία κινήσεων.

Στο υπόλοιπο άρθρο, θα εννοήσουμε τους γλωσσοδέτες με την πρώτη σημασία, του λεκτικού παιχνιδιού.

Αφού η επίτηδες κατασκευασμένη φράση που μας δυσκολεύει να την αρθρώσουμε λέγεται γλωσσοδέτης, επόμενο είναι κάθε τι το δυσκολοπρόφερτο να το λέμε επίσης γλωσσοδέτη, ιδίως ξένα ονόματα -ας πούμε, κάνοντας λόγο για έναν Ισλανδό θα μπορούσαμε να πούμε: «Λέγεται Στάινγκρίμουρ Φινμπόγκασον – όλα τα ονόματα σ’ αυτή τη χώρα είναι γλωσσοδέτες».

Φυσικά, για τους Ισλανδούς το όνομα αυτό είναι ευκολοπρόφερτο, επειδή είναι εξοικειωμένοι, ενώ ένα ελληνικό –Θεοδωρόπουλος, ας πούμε- θα τους φαινόταν πολύ δύσκολο. Τα ελληνικά επώνυμα είναι πολυσύλλαβα, σε αντίθεση με τα επώνυμα πολλών ευρωπαϊκών χωρών, γι’ αυτό και παλιότερα οι τα έκοβαν -ενώ και πρόσφατα, η φανέλα του Παπασταθόπουλου δεν γράφει το επώνυμό του αλλά το πολύ πιο μαντζόβολο μικρό του όνομα, Sokratis. Βέβαια, εδώ δεν έχουμε τόσο ή μόνο προβλημα δυσκολίας στην προφορά όσο και χώρου στη φανέλα.

Πάντως, δεν είναι μόνο ο αριθμός των συλλαβών που κάνει δυσκολοπρόφερτη μια λέξη: ο ευπρόφερτος δεν είναι ευκολοπρόφερτος. Θέλω να πω, η λέξη «ευπρόφερτος» είναι, για μένα τουλάχιστον, πιο δύσκολη στην προφορά από τη λέξη «ευκολοπρόφερτος» παρόλο που η δεύτερη λέξη έχει δυο συλλαβές παραπάνω.

Όλοι ξέρουμε τους πατροπαράδοτους γλωσσοδέτες. Εξετάζοντάς τους, μπορούμε να τους διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες. Έχουμε, από την μια, γλωσσοδέτες που απαρτίζονται από μικρές λέξεις, η δε δυσκολία έγκειται στη συνάφεια των φθόγγων, π.χ. ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή. Από την άλλη, έχουμε γλωσσοδέτες με μεγάλες λέξεις, σιδηρόδρομους, που φτιάχνονται επί τούτου προσθέτοντας υλικά: εκκλησιά μολυβωτή, μολυβοκοντυλοπελεκητή, ποιος σε μολυβοκοντυλοπελέκησε; κτλ.

Στην πρώτη περίπτωση η δυσκολία της προφοράς δεν προκαλείται από το μέγεθος των λέξεων: όταν λέμε, για παράδειγμα, «ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή», καμιά από αυτές τις λέξεις δεν είναι δύσκολη στην προφορά από μόνη της. Μόνο σε συνδυασμό προκαλούν πρόβλημα επειδή πρέπει η γλώσσα να μετατοπίζεται σε διαφορετικές αλλά παρεμφερείς θέσεις μέσα στο στόμα και αυτή η εναλλαγή των θέσεων του μηχανισμού παραγωγής της φωνής προκαλεί το πρόβλημα. Και πάλι, το πρόβλημα εμφανίζεται κυρίως στην προσπάθεια γρήγορης άρθρωσης της φράσης: αν την πεις αργά, θα την αρθρώσεις σωστά.

Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε δομικά στοιχεία λέξεων που είναι εύκολα στην προφορά, π.χ. «μολυβο-κοντυλο-πελεκητή», αλλά που όταν συνδυάζονται σε μια μεγάλη λέξη προκαλούν πρόβλημα και μόνο από το μήκος της λέξης, που δεν μπορείς να την πεις γρήγορα επειδή σού τελειώνει η ανάσα. Κι έπειτα, επειδή έχουν επαναλαμβανόμενα στοιχεία (ο γιος του μολυβο-κοντυλο-πελεκητή, τα τζίτζιρα τα μίτζιρα τα χότζιρα) υπάρχει η επιπρόσθετη δυσκολία της μνήμης δηλαδή υπάρχει φόβος να ξεχάσεις ένα συστατικό ή να το πεις ανάποδα –και αυτό προκαλεί και γέλιο.

Σε παρέες, οπου το γέλιο είναι μεταδοτικό, και ιδίως σε παιδικές συντροφιές, αυτοί οι γλωσσοδέτες βγάζουν πολύ γέλιο, ιδίως αν κατά τύχη ο απαγγέλτης κάνει κάποιο λάθος που θυμίζει κάποια «κακιά λέξη» (π.χ. αν πει «μολυβοκολοπελεκητή» αντί «»μολυβοκοντυλοπελεκητή».

Τα ελληνικά είναι γλώσσα με ευκολία δημιουργίας σύνθετων λέξεων, οπότε διακρίνονται στους γλωσσοδέτες της δεύτερης κατηγορίας. Να πούμε εδώ ότι στα αγγλικά (όπου λέγονται tongue-twisters, γλωσσοστρίφτες) και στα γαλλικά οι γλωσσοδέτες είναι κυρίως της πρώτης κατηγορίας, με παρεμφερείς φθόγγους. Για παράδειγμα, ένας από τους γνωστότερους γαλλικούς γλωσσοδέτες είναι ο Un chasseur sachant chasser sait chasser sans son chien (ένας κυνηγός που ξέρει να κυνηγάει, μπορεί να κυνηγήσει χωρίς τον σκύλο του), όπου το παιχνίδι είναι η συνεχής εναλλαγή του παχιού s (ch) και του κανονικού s.

Στα στάνταρ νέα ελληνικά δεν υπάρχει παχύ σίγμα -στα Κυπριακά όμως, όπου υπάρχει, το εκμεταλλεύεται ένας γνωστός γλωσσοδέτης: Η αθασιά της Αϊσιές αν έσιει αθάσια ας έσιει, όπου το «σι» είναι το παχύ σ. Αθάσια είναι τα μύγδαλα, τα θάσια κάρυα των αρχαίων.

Είχαν οι αρχαίοι Έλληνες γλωσσοδέτες; Οι Βυζαντινοί; Ομολογώ ότι δεν έχω βρει τίποτα, αν και φαίνεται παράξενο να μην είχαν. Πάντως, ο Κουκουλές στο Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, πλάι στα άλλα μνημεία του λόγου, δεν αναφέρει τίποτα για γλωσσοδέτες, εκτός αν μου ξέφυγε η σχετική αναφορά.

Οι γλωσσοδέτες είναι ένα από τα μνημεία του λόγου του λαϊκού πολιτισμού, πλάι στις παροιμίες, τις παγιωμένες φράσεις, τα τραγούδια, τα στιχουργήματα, τις ευτράπελες διηγήσεις ή τα αινίγματα. Είναι στοιχείο ενός πολιτισμού που βασιζόταν πολύ περισσότερο στην προφορικότητα απ’ ό,τι ο σημερινός και όπου τα παιδιά δεν είχαν ευκαιρίες για εγκύκλια μόρφωση. Τότε, οι γλωσσοδέτες, πέρα από την ψυχαγωγικήν αξία τους έπαιζαν και ρόλο εκπαιδευτικό, βοηθούσαν το παιδί να κατακτήσει τη σωστή άρθρωση, την ταχεία και ευκρινή εκφορά του λόγου. Ενδεικτική είναι η ονομασία με την οποία βρίσκαμε παλιότερα τους γλωσσοδέτες στα λαογραφικά συγγράμματα: καθαρογλωσσήματα. Θα μπορούσαμε να τους πούμε και γλωσσολύτες, αφού σκοπός τους είναι να λύσουν τη γλώσσα του παιδιού.

Στη σημερινή δυτική κοινωνία η προφορικότητα έχει υποχωρήσει, γράφουμε ή διαβάζουμε κάτι χωρίς να το ακούμε, οπότε και οι γλωσσοδέτες έχουν κάπως υποχωρήσει -ή κάνω λάθος; Πολύ συχνά άλλωστε η προφορική μας επικοινωνία γίνεται… γραπτά, με εσεμές ή τσατ. Όλοι μας έχουμε κάποιες λέξεις που μας δυσκολεύουν στην πληκτρολόγηση και συχνά τις κάνουμε λάθος. Να μιλήσουμε για δαχτυλοδέτες;

Στα σχόλια μπορείτε να προσθέσετε τους αγαπημένους σας γλωσσοδέτες, ιδίως αν δεν είναι από τους πασίγνωστους.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !