Θηλυκή ταυτότητα γένους αρσενικού (της Αγγέλικας Ψαρρά)

🕔18/11/2016 09:42
Νίκος Σαραντάκος

Το σημερινό άρθρο είναι αναδημοσίευση ενός πρόσφατου άρθρου της Αγγέλικας Ψαρρά στην των Συντακτών, για ένα θέμα που μας έχει και εδώ απασχολήσει πολλές φορές -τους έμφυλους τύπους των επαγγελματικών θηλυκών και ειδικότερα τον τύπο «η βουλεύτρια».

Προκαταβολικά ζητώ συγνώμη από τους τακτικούς σχολιαστές, για τους οποίους το σημερινό θέμα είναι γνωστό -αλλά έχει και η μάθηση μάνα.

Όπως θα έχουν διαπιστώσει όσοι διαβάζουν συχνά το ιστολόγιο, είμαι ένθερμος οπαδός των έμφυλων τύπων και θεωρώ ότι η χρήση τους είναι ένα μικρό αλλά απαραίτητο βηματάκι στην κατεύθυνση της ισότητας των φύλων. Επειδή μέχρι πριν από καναδυό γενιές τόσα και τόσα επαγγέλματα, λειτουργήματα και αξιώματα ήταν άβατο για τις γυναίκες, τα αντίστοιχα επαγγελματικά θηλυκά ονόματα δεν υπάρχουν ή δεν έχουν τριφτεί στη χρήση, κι έτσι ξενίζουν. Χρησιμοποιούνται έτσι επίκοινοι τύποι (δηλαδή για το θηλυκό χρησιμοποιείται ο αρσενικός τύπος: η βουλευτής, η δικαστής κτλ.) οι οποίοι κατά τη γνώμη μου αποτελούν μιαν ωραιότατη μπούρκα που κρατάει τις γυναίκες αόρατες.

Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες, βέβαια. Στα ουσιαστικά σε -ος, όπου υπάρχουν θηλυκοί τύποι στη γλώσσα μας (π.χ. η μέθοδος) θα δεχτούμε τους επίκοινους τύπους (π.χ. η πρωθυπουργός, αν και θα το λέμε φοβάμαι για ξένες πρωθυπουργούς διότι με τη μαύρη καθυστέρηση που μας δέρνει θα αργήσουμε πολύ να αποκτήσουμε και εκλεγμένη ελληνίδα πρωθυπουργό πλάι στην υπηρεσιακή κυρία Θάνου) Στα ουσιαστικά σε -τής, αντίθετα, οι επίκοινοι τύποι είναι τελείως αδικαιολόγητοι.

Ποιον έμφυλο τύπο; Για την περίπτωση των γυναικών που εκλέγονται στη Βουλή υπάρχουν δυο δυνατότητες να δηλωθεί ο έμφυλος τύπος: υπάρχει ο τύπος βουλεύτρια, που είναι και ο ομαλός ελληνικός τύπος για τα ονόματα της κατηγοριας αυτής (ποιητής-ποιήτρια, νοσηλευτής-νοσηλεύτρια, εκπαιδευτής-εκπαιδεύτρια), αλλά υπάρχει και ο τύπος σε -ίνα, ένα επίθημα που έχει γενική χρήση. Παλιότερα είχα δείξει την προτίμησή μου στον τύπο «βουλευτίνα», τώρα χρησιμοποιώ και τους δύο περίπου αδιάφορα και εναλλάξ. Οι ενστάσεις για τον τύπο «βουλευτίνα» είναι ότι παλιότερα το -ίνα δήλωνε τη σύζυγο του (άντρα) βουλευτή (πρβλ. «να με λένε δημαρχίνα κι ας πεθαίνω από την πείνα»), ότι έχει μια μικρή δυσκολία στη γενική πληθυντικού και ότι κάποιοι θεωρούν υποτιμητικούς τους τύπους σε -ίνα. Οι αντιρρήσεις για τον τύπο «βουλεύτρια» είναι πως ακούγεται υπέρ το δέον λόγιος σε κάποιους και ότι ξενίζει επειδή δεν έχει χρησιμοποιηθεί πολύ -είναι όμως τύπος απολύτως ομαλός. Νομίζω ότι μπορούμε να χρησιμοποιούμε και τους δύο τύπους, σε επισημότερο ύφος τη ‘βουλεύτρια’, σε οικειότερο/προφορικό τη ‘βουλευτίνα’.

Το περίεργο είναι ότι ο τύπος «βουλεύτρια» προκαλεί οργισμένες αντιδράσεις σε διάφορους άντρες, και μάλιστα σε όλο το πολιτικό φάσμα. Οι ακροδεξιοί του Στόχου θεωρούν ένδειξη αγραμματοσύνης τον τύπο «βουλεύτρια» (είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που γράφουν: μήπως τις μπέρδεψαν με τις χορεύτριες; ), αλλά και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ πρόπερσι είχε εξαπολύσει δριμύτατη επίθεση στη βουλευτίνα του κόμματός του Αφροδίτη Σταμπουλή, επειδή χρησιμοποιούσε τον τύπο «βουλεύτρια». Αλλά και το πρόσφατο άρθρο της Αγγ. Ψαρρά προκάλεσε ρίγη ιερής αγανάκτησης σε κάποιους πολύ αριστερούς αγωνιστές του πληκτρολογίου, που έγραψαν για το άρθρο που θα διαβάσετε ότι «η ‘μπατσίνα’ της φασιστικής πολιτικής ορθότητας λίγο ως πολυ χαρακτηρίζει ως αναγνώστες του ‘΄Στόχου’ όσους δεν χρησιμοποιούν την λέξη ‘βουλεύτρια'».

Για να ενοχλεί τόσο αυτός ο τύπος, μάλλον αξίζει να τον χρησιμοποιήσουμε.

Μια τελευταία παρατήρηση: κακώς συνδέεται (από κάποιον που την άποψή του παραθέτει η Αγγ.Ψαρρά) ο τύπος «βουλεύτρια» με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Όπως θα θυμάστε ίσως, δεν είχε ποτέ της, όσο ήταν ΠτΒ, χρησιμοποιήσει τον έμφυλο τύπο, προτιμούσε -άστοχα, αν με ρωτήσετε- την άκομψη κατά τη γνώμη μου προσφώνηση «κυρίες βουλευτές και κύριοι βουλευτές» (ή αντίστροφα, δεν θυμάμαι).

ΘΗΛΥΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΓΕΝΟΥΣ ΑΡΣΕΝΙΚΟΥ (της Αγγ.Ψαρρά)

Δύο πρόσφατα γεγονότα -ψυχρολουσίες, καλύτερα- στάθηκαν αφορμή για το σημερινό σημείωμα: το πρώτο είναι ο ανασχηματισμός και τα όσα σιχαμερά ακούστηκαν και γράφτηκαν για τη νέα υπουργό Εργασίας, αν μάλιστα συγκριθούν με την ασυλία που φάνηκε πως απολαμβάνει ο νέος υφυπουργός Παιδείας.

Το δεύτερο είναι, προφανώς, η εκλογή Τραμπ: η πολιτική παραμένει διεθνώς προνομιακό πεδίο για την άνθηση ενός απροκάλυπτου σεξισμού.

Αλλά οι σεξιστικές συμπεριφορές που κραυγάζουν το όνομά τους τροφοδοτούν -και τροφοδοτούνται από- χαμηλόφωνες αντιστάσεις στην πολιτική παρουσία των γυναικών, αντιστάσεις ικανές να περνούν απαρατήρητες. Εύγλωττο παράδειγμα οι πρόσφατες τύχες μιας φαινομενικά ανώδυνης λέξης.

Η ιστορική διαδρομή της λέξης βουλεύτρια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Θυμίζω απλώς ότι, όταν η Βουλή των Ελλήνων υποδεχόταν το 1953 την πρώτη εκπρόσωπο του έθνους, για την ονομασία του αξιώματός της έριζαν εφτά προτάσεις (βουλευτής, βουλευτού, βουλευτίς, βούλευτις, βουλεύτρια, βουλεύτρα, βουλευτίνα).

Σε πείσμα όσων υποστήριζαν ως ορθό γραμματικά το βουλεύτρια και απέρριπταν ως ανδρωνυμικό το βουλευτίνα (η γυναίκα του βουλευτή), πολύ σύντομα θα ξεχώριζαν δύο: η βουλευτής και η βουλευτίνα.

Διόλου τυχαία, η βουλευτίνα έδειχνε να κερδίζει τη μάχη τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες. Ακόμη και συντηρητικές υποψήφιες δεν δίστασαν τότε να την υιοθετήσουν στα προεκλογικά τους φυλλάδια.

Είναι η εποχή που οι γυναίκες πολιτικοί πρόβαλλαν συστηματικά το φύλο τους και συχνά ζητούσαν να προτιμηθούν βάσει κάποιων έμφυλων αρετών τους.

Μόνο που η ανατροπή δεν θα αργούσε: η βουλευτίνα ανακτούσε σταδιακά τις υποτιμητικές συνδηλώσεις της, καθώς η βουλευτής, παρά τη γλωσσική δυσμορφία της, υποσχόταν να δωρίσει σε όσες ασχολούνται με την πολιτική το ανεύρετο κύρος τους.

Στις νέες συνθήκες, ο επίκοινος τύπος (ο/η βουλευτής) πρόσφερε στις ενδιαφερόμενες μια ψευδαίσθηση ισότητας. Κάθε άλλη επιλογή τούς υπενθύμιζε ότι η ιδιότητά τους διαφοροποιείται ύπουλα από εκείνη των συναδέλφων τους.

Στο κλίμα αυτό μπήκε η βουλεύτρια στη ζωή μας. Μπας και αποκτήσουν επιτέλους όνομα οι όλο και περισσότερες γυναίκες που αποκτούν πλέον τη βουλευτική ιδιότητα. Η ιδέα έμοιαζε καλή: ορθή γραμματικά, φρέσκια παρά τη σχετική παλαιότητά της, ικανοποιητική για κάθε γλωσσικό γούστο, η βουλεύτρια υποσχόταν να αποκαταστήσει την έλλειψη γοήτρου που κουβαλούσε εξαρχής η έρμη η βουλευτίνα.

Η πρόταση υιοθετήθηκε από ελάχιστες πολιτικούς, φεμινιστικές ομάδες και ιστότοπους, καθώς και τη Γενική Γραμματεία Ισότητας. Τα λεξικά, βέβαια, ακόμη και το πρόσφατο της Ακαδημίας, συνεχίζουν να την αγνοούν και να προκρίνουν το ο/η βουλευτής, υπονομεύοντας κάποτε -ως «λαϊκό»- το βουλευτίνα.

Αλλά και μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο υποδεικνύει την ηγεμονία της βουλευτού, την κατά πολύ σπανιότερη χρήση της βουλευτίνας και την ελάχιστη διάδοση της βουλεύτριας. Ούτως ή άλλως, στην περίπτωση της τελευταίας οι περισσότερες αναφορές οφείλονται στην επιθυμία καταγγελίας της.

Η εξέλιξη μοιάζει δυσεξήγητη. Γιατί τέτοια άρνηση για μια λέξη που, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να ικανοποιήσει και τον ψευτολογιοτατισμό των ημερών; Και είναι, πράγματι, κωμικό να αντιμετωπίζουν ως βαρβαρισμό τη βουλεύτρια εκείνοι που κοπιάζουν για τη νεκρανάσταση των απαρεμφάτων.

Αν, πάντως, επιχειρήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε τις αντιρρήσεις, εύκολα θα αντιληφθούμε ότι οι ενστάσεις εμφανίζονται προσχηματικά ως γλωσσικές, ενώ στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα πολιτικές: ο τύπος βουλεύτρια συνδέθηκε με τον φεμινισμό και την Αριστερά και ως φεμινιστικός ή/και αριστερός πολεμιέται.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σταθούμε στο εύρος -γιατί ποικιλία δεν θα βρούμε- των αντιδράσεων. Την ώρα, λοιπόν, που η Χρυσή Αυγή και ο «Στόχος» αντλούν από τη βουλεύτρια τρανή απόδειξη για το μορφωτικό έλλειμμα του ΣΥΡΙΖΑ, έγκριτοι σχολιαστές του απολύτως συνταγματικού τόξου δεν διστάζουν να μιλήσουν για «αδίκημα κατά της ελληνικής γλώσσας», ικανό να τρελάνει «ακόμη και τον διορθωτή του Word».

Αλλοι ειρωνεύονται την «άκομψη» λέξη προκειμένου να χλευάσουν τις εκ των πραγμάτων ομόλογές της αριστερές πολιτικούς. Κάποτε, μάλιστα, τη χρεώνουν σε εκείνη που βάζουν κατά καιρούς στο στόχαστρο: έτσι, για τη βουλεύτρια θεωρήθηκε υπεύθυνη και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, «ευτυχώς», όμως, «η αδυναμία της να επανεκλεγεί καταδίκασε τη λέξη σε αχρησία».

«Γύρισαν τα έντερά μας από τη βάναυση προσβολή του γλωσσικού μας αισθήματος», αποκάλυπτε προ καιρού φιλόλογος, μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, απευθυνόμενος σε συντρόφισσά του που τολμά να διεκδικεί τον τίτλο της βουλεύτριας.

Σίγουρος ότι «την ωθεί ένας πρωτόγονος έως ανόητος φεμινισμός», ο αηδιασμένος φιλόλογος της υπενθύμιζε ότι η στάση της είναι πράξη αντιδημοκρατική, καθώς ο σεβασμός στη γλώσσα της πλειοψηφίας είναι θέμα Δημοκρατίας.

Τόσο μένος για μια (σωστή) λέξη; Είναι θεμιτό, πιστεύω, να σκεφτούμε πως οι αντιστάσεις δεν αφορούν τη βουλεύτρια ως γραμματικό τύπο, αλλά τη βουλεύτρια ως ιδιότητα.

Εχοντας ούτως ή άλλως να αντιμετωπίσουν μιαν υπόρρητη όσο και διάχυτη καχυποψία, οι περισσότερες πολιτικοί αντιδρούν υπομένοντας αγόγγυστα -κάποτε κιόλας και διεκδικώντας- την αρσενική εκδοχή του αξιώματός τους. Και αδιαφορούν αν με τη στάση τους συνηγορούν στη διαιώνιση της αορατότητάς τους.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !