Τα έπη των Αριμασπών – 9 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔13/09/2016 09:46

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Βρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Σε εκδρομή στις Σπέτσες, ο Νίκος και ο Χρήστος με τις γυναίκες τους συναντούν τυχαία τον Δημήτρη, ο οποίος έχει σπίτι στο νησί. Τους προσκαλεί στο σπίτι του και η βραδιά τελειώνει με γλέντι.

Την Κυριακή το απόγεμα πήραμε το πλοίο για τον Πειραιά. Κατά την επιστροφή συζητούσαμε φυσικά για το Δημήτρη, τη γυναίκα του και το χτήμα τους. Πραγματικά όλοι τον ζηλεύαμε, ο καθένας με τον τρόπο του. Εγώ για την πολυσχιδή δραστηριότητά του, η Μαργαρίτα για το ότι ζούσανε δίπλα στη γη, η Ρούλα για την ανοιχτοκαρδοσύνη και τις παρέες του κι ο Χρήστος για την οικονομική του άνεση, μ΄όλο που κατά την άποψή του η περιουσία αυτή χαραμιζόταν.

“Τόσα στρέμματα σε τέτοιο μέρος και τι κερδίζει; το λάδι και το κρασί της χρονιάς του, άντε και λίγα κιλά τυρί και γάλα, ενώ αν το έκανε ξενοδοχείο με μπάγκαλοους θα έβγαζε εκατομμύρια”

“Και τι ανάγκη έχει; Τα παιδιά του είναι ανεξάρτητα, μεγάλωσαν, σπούδασαν και τώρα δουλεύουν. Αυτός με τη γυναίκα του με δύο μισθούς, τους φτάνουν και τους περισσεύουν, γιατί να βάλουν σκοτούρες στο κεφάλι τους; Εγώ τους ζηλεύω γιατί κάθε Σαββατοκύριακο ζούνε μέσα στη φύση”. Η Μαργαρίτα ήταν κατηγορημαική. Η Ρούλα συμφώνησε μαζί της.

Ο Χρήστος δεν πειθόταν. Καθώς τον άκουγα να επιχειρηματολογεί για τις χαραμιζόμενες οικονομικές δυνατότητες του Δημήτρη, θυμήθηκα πως από το Γυμνάσιο ακόμα είχε εκδηλώσει τη ροπή του προς τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Τότε στην Κατοχή πολλοί πουλούσαν κι αγόραζαν τα πάντα. Τα λεφτά ήταν πληθωριστικά κι έπρεπε αμέσως να ξοδευτούν, αλλοιώς χάναν την αξία τους. Ο Χρήστος είχε βρει μιαν αποθήκη με τετράδια, μολύβια και άλλα είδη χαρτοπωλείου και μας τα πουλούσε πολύ πιο φτηνά από τον κυρ Παντελή τον βιβλιοχαρτοπώλη της γειτονιάς μας.

Δεν ήταν από τους καλούς . Στα μαθηματικά τη φυσική και τη χημεία ήταν σκράπας, αλλά έγραφε πολύ ωραίες εκθέσεις, ήταν φίλαθλος και είχε το χάρισμα να καταχτά την εμπιστοσύνη των άλλων. Γρήγορα έγινε ο αρχηγός της παρέας μας. Με δικιά του πρωτοβουλία φτιάξαμε ομάδα βόλεϋ στο γυμνάσιο και στην εβδόμη, όταν πολλοί μας οργανωθήκαμε στην ΕΠΟΝ, έγινε γραμματέας της ομάδας μας.

Ήταν και ο γαμπρός της παρέας. Τότε όλοι μιλούσαμε για κορίτσια αλλά η σχετική εμπειρία μας ήταν μόνο θεωρητική. Ο Χρήστος όμως από τότε που πηγαίναμε στην πέμπτη είχε πάει με γυναίκα. Ο ίδιος βέβαια μας πουλούσε φιγούρα, αφήνοντας να εννοηθεί πως γνώρισε τον έρωτα από την κυρία Δανάη, μια πολύ όμορφη χήρα, που η κόρη της, η Λούλα, ήταν το ωραιότερο κορίτσι στο Θηλέων. Ο Μητσάρας εντούτοις ισχυριζόταν πως την παρθενιά του ο Χρήστος την έχασε σε ένα “σπίτι” της οδού Αναξαγόρα, στην Ομόνοια κοντά.

Το γεγονός πάντως ήταν πως ο Χρήστος στην εβδόμη είχε κανονικό κορίτσι, τη Μάντη, ένα μελανούρι, που πήγαινε κι αυτή στην ίδια τάξη, στο Θηλέων φυσικά. Όταν σχολούσαμε, μόλο που το σπίτι του, όπως και το δικό μου και του Τάκη ήταν δυο στενά από το Γυμνάσιο, εκείνος έκανε ολόκληρον ανάγυρο για να περάσει μπροστά από το Γυμνάσιο Θηλέων που ήτανε στην πλατεία και να συνοδέψει τη Μάντη ως το σπίτι της, που ήταν στην άλλη άκρη της Νέας Σμύρνης, κοντά στη λεωφόρο Συγγρού. Όταν οργανωθήκαμε στην ΕΠΟΝ αυτά κοπήκανε. Στην οργάνωση επικρατούσε πνεύμα πουριτανικής αυστηρότητας. Άσε που η οικογένεια της Μάντης ήταν γερμανόφιλοι και αντιδραστικοί. Τότε τα έφτιαξε με τη Λούλα της κυρίας Δανάης, γεγονός που σχολιάστηκε πολύ, λόγω των θρυλούμενων σχέσεων που ισχυριζόταν πως είχε με τη μαμά.

Μεγάλο μέρος της επιρροής που είχε ο Χρήστος πάνω μας οφειλόταν στο γεγονός πως ήταν μέγας καλαμπουριτζής και αδιόρθωτος φαρσέρ. Στην καζούρα ήταν πρώτος αλλά την έκανε διατηρώντας απόλυτη φλεγματικότητα κι έτσι ο υφιστάμενος την καζούρα καθηγητής δεν τον υποπτευόταν. Συνήθως την πλήρωνε ο Μπάμπης, ο πρίγκηπας της γρουσουζιάς όπως τον λέγαμε. Είχαμε τότε στα θρησκευτικά καθηγητή τον Δημόπουλο, έναν ευσεβέστατο πλην αφελή θεολόγο, τον οποίο μια μέρα ο Χρήστος ρώτησε, σοβαρά σοβαρά, ποιό ήταν το όνομα του τέταρτου γιου του Νώε.

“Μα δεν είχε τέσσερις γιους ο Νώε, παιδί μου, αλλά μόνο τρεις, τον Σήμ, τον Χαμ και τον Ιάφεθ».

“Και όμως κύριε καθηγητά, υπήρχε και τέταρτος, το μνημονεύει μάλιστα ο Ωριγένης, χωρίς να αναφέρει το όνομά του. Λέει μόνο πως αυτός ο γιος ήταν πολύ κουτός και όταν πρότεινε στον πατέρα του να φτιάξουν μέσα στην Κιβωτό και ενυδρεία για να σώσουν και τα ψάρια από τον Κατακλυσμό, ο Νώε οργίστηκε και τον άφησε απέξω και έτσι πνίγηκε. Έλεγα λοιπόν μήπως εσείς ξέρατε το όνομα του…”

“Μα σε ποιο βιβλίο του Ωριγένη αναφέρεται αυτό;” ρώτησε κάπως πελαγωμένος ο Δημόπουλος, χωρίς να πάρει χαμπάρι το δούλεμα, παρά τα γέλια που σάρωσαν την τάξη.

“Δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή κύριε καθηγητά, αλλά θα σας φέρω αύριο τη σχετική περικοπή και την πηγή της”.

“Να μου τη φέρεις οπωσδήποτε. Μου κάνει όμως εντύπωση. Δεν το ’χω ξανακούσει…”

Το βράδι μαζευτήκαμε όλη η παρέα στου Τάκη, που ο πατέρας του, ζούσε ακόμα, ήταν σπουδαίος ελληνιστής. Γέλασε πολύ με το αστείο και μας βοήθησε να σκαρώσουμε μια περικοπή από τρεις αράδες, σε γλώσσα που θύμιζε βέβαια περισσότερο Λουκιανό παρά Ωριγένη, η οποία έλεγε περί του τετάρτου γιου του Νώε. Μας συμβούλεψε δε να μνημονεύσουμε ως πηγή το έργο του Ωριγένη Κατά Κέλσου.

“Δεν πιστεύω να το βρει στη βιβλιοθήκη του Γυμνασίου, για να το επαληθεύσει. Ίσως ούτε σε μεγάλες βιβλιοθήκες να υπάρχει”.

Ξαναθυμήθηκα εκείνα τα χρόνια και βυθίστηκα σε ρεμβασμούς, ενώ οι άλλοι συνέχιζαν τη συζήτησή τους. Τελικά η Κατοχή, με όλη την πείνα, την τρομοκρατία, τους καθημερινούς σκοτωμούς, δεν ήταν ζοφερή εποχή. Είχαμε ελπίδες και οράματα. Όλοι, όχι μόνο οι οργανωμένοι στην Αντίσταση. Ύστερα, γλεντούσαμε, έστω με πενιχρότατα μέσα. Με ψιχία οργανώναμε πάρτι, που μόνο η ώρα που απαγορευόταν η κυκλοφορία τα σταματούσε, αν και καμιά φορά τα τραβούσαμε ως το πρωί, αλλά και εκδρομές με τα πόδια, σε αποστάσεις που φαίνονται απίστευτες στα παιδιά μου, όταν τους μιλάω για κείνη την εποχή.

Ακόμα και η μετά τη Βάρκιζα περίοδος, τουλάχιστον ως το τέλος του ΄47 είχε κάποια ομορφιά, παρά τους σκοτωμούς και την τρομοκρατία των χιτών. Ίσως γιατί ήμασταν τόσο νέοι. Ίσως γιατί περιμέναμε πως θα νικούσαμε. Γαμώτο! Δεν έπρεπε να γίνει ο Εμφύλιος. Με μια πιο διορατική ηγεσία της Αριστεράς και μια λιγότερο ξενόδουλη ηγεσία της Δεξιάς, ίσως να γλιτώναμε την αλληλοσφαγή, που μας έριξε είκοσι χρόνια πίσω και χάθηκαν άδικα τόσο σπουδαίοι άνθρωποι. Όπως τα κατάφερε η Ιταλία, να πούμε.

Οι σκέψεις αυτές με μελαγχόλησαν.

Μετά το ταξίδι στις Σπέτσες οι σχέσεις μας, όχι μόνο εμένα και του Χρήστου αλλά και των δυο μας με το Δημήτρη, έγιναν πολύ στενότερες. Η Μαργαρίτα ταίριασε απόλυτα με τη Λασκαρίνα, τη γυναίκα του Δημήτρη. Σε λίγες βδομάδες είχαν γίνει φιλενάδες σα να γνωρίζονταν χρόνια. Καθώς δε από καταβολής του θεσμού του γάμου η γυναίκα τελικά ρυθμίζει τις γνωριμίες και τις παρέες της οικογένειας, οι σχέσεις μου με το Δημήτρη εξελίχθηκαν σε οικογενειακές. Το γεγονός ότι σ΄ αυτή την ηλικία, όταν τα μαλλιά, τα δόντια και οι γνωστοί αραιώνουν, εγώ απόχτησα έναν ή μάλλον (αν λογαριάσουμε και τη Λασκαρίνα) δύο νέους φίλους, μου γέννησε το αισιόδοξο συναίσθημα πως εξακολουθώ να παραμένω, εσωτερικά τουλάχιστον, νέος.

Βέβαια την παλιά και ανανεωθείσα φιλία μου με το Χρήστο τη σκοτείνιαζαν ορισμένες σκιές: Η φιλοχρηματία του ή μάλλον η τάση του να τα αποτιμά όλα σε λεφτά. Γνώριζα βέβαια πως από μικρός είχε μια τέτοια τάση αλλά πίστευα πως τόσα χρόνια στη Σοβιετική Ένωση θα είχε εξασθενήσει. Με έκπληξη διαπίστωσα πως αντιθέτως έγινε ισχυρότερη. Το απέδωσα στην παραμονή του τόσα χρόνια στην Αγγλία. Θυμήθηκα τη φράση του Βελή, την πρώτη φορά που συναντήθηκα με το Χρήστο, εκείνο το Σαββατόβραδο: “Ανανήψας κατόπιν πολυετούς παραμονής σε καπιταλιστική χώρα”. Μια μέρα δεν κρατήθηκα και τον ρώτησα.

“Δε μου λες τώρα βρε Χρήστο, στη Σοβιετική Ένωση λογαριάζουν το ίδιο τα λεφτά, όπως στην Αγγλία ή εδώ;”

“Δε μπορούμε να συγκρίνουμε τις δύο κοινωνίες, ιδίως με βάση τη δικιά μου εμπειρία. Στην Τασκένδη, να πούμε, παρά την παρουσία μεγάλου ποσοστού Ευρωπαίων, Ρώσων, Ουκρανών και λοιπών, το ανατολίτικο στοιχείο είναι πολύ ισχυρό και σε πολλά σημεία είναι αυτό που διαμορφώνει μιαν άλλη νοοτροπία”.

“Ναι αλλά και στο Λονδίνο υπάρχουν ένα σωρό Πακιστανοί, Νέγροι από τις Αντίλλες, Νιγηριανοί…”

“Καμία σύγκριση. Αναλογικά είναι πολύ λιγότεροι και επί πλέον είναι φερτοί απ΄ έξω, μετανάστες, οπότε η θέση τους είναι εξ αρχής μειονεκτική. Στην Κεντρική Ασία, με εξαίρεση το Καζαχστάν, οι Ρώσοι μειοψηφούν και επί πλέον δεν είναι ντόπιοι αλλά έποικοι. Πάντως, αναφορικά με τα λεφτά που ρωτάς, να ξέρεις πως μπορεί με την Επανάσταση να εξαφανίστηκε η αστική τάξη, θριάμβευσε όμως η μικροαστική. Όχι η τάξη αλλά η νοοτροπία. Τα λογαριάζουν κι εκεί τα λεφτά, μόνο που οι δυνατότητες των ιδιωτών να τα χρησιμοποιήσουν σαν κεφάλαιο είναι πολύ μικρές και κατά κάποιον τρόπο παράνομες”.

Είχαμε με τη Μαργαρίτα επισκεφθεί πριν ένα χρόνο τη Σοβιετική Ένωση, με τα συνηθισμένα τουριστικά ταξίδια και γυρίσαμε γοητευμένοι. Όταν όμως του μίλησα σχετικά, ο Χρήστος στην αρχή δεν αντέδρασε καθόλου, κατόπιν όμως μίλησε για την εκεί κατάσταση με φανερή ειρωνεία, που με πείραξε, αν και δεν του το ΄δειξα. Από την πλευρά της η Ρούλα μιλάει για τη Ρωσία (δεν τη λέει ποτέ Σοβιετική Ένωση) με απροκάλυπτη εχθρότητα.

Μιαν άλλη φορά μας έκανε τραπέζι ο Δημήτρης σπίτι του, στην Αθήνα. Όπως ήταν επόμενο μεταξύ άλλων συζητήσαμε και πολιτικά αλλά ο Χρήστος έδειξε παγερή αδιαφορία σε ό,τι είχε σχέση με την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Πράγματα δηλαδή περίεργα και ανεξήγητα για πολιτικό πρόσφυγα, πρώην μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού και παλιόν επονίτη και για μας, που είμαστε από το ΄75 μέλη ή οπαδοί του Κόμματος, περίπου απαράδεκτα.

Άκουγε όσα λέγαμε οι άλλοι χωρίς να κάνει το παραμικρό σχόλιο και ευκαιρίας δοθείσης γύρισε την κουβέντα στα εφηβικά μας χρόνια, παρασύροντας σ΄ αυτήν και μένα. Θυμηθήκαμε την καζούρα που κάναμε στους καθηγητές μας και ειδικότερα στο Δημόπουλο. Με την ευκαιρία αφηγήθηκα στους άλλους τα περί τετάρτου γιου του Νώε.

“Θυμάσαι τα μούτρα του Δημόπουλου”, συμπλήρωσε γελώντας ο Χρήστος “όταν του πήγα την “περικοπή” του Ωριγένη, που μας έφτιασε ο πατέρας του Τάκη; Διάβαζε και ξαναδιάβαζε και δεν πίστευε τα μάτια του. Αμ το αγγελτήριο της κηδείας του;”

“Ναι μωρέ. Αυτό το είχα ξεχάσει, μ’ όλο που έγινε πάταγος, μέχρι και η ασφάλεια από το ΚΣΤ΄ αστυνομικό τμήμα ανακατεύτηκε”, λέω εγώ γελώντας και εξήγησα την ιστορία στο Δημήτρη και τις γυναίκες.

“Ήμασταν στην ογδόη και ο Χρήστος από δω τύπωσε, σε τρία και μοναδικά αντίτυπα, αγγελτήριο κηδείας του Δημόπουλου. Να δεις, θυμάμαι τι έγραφε:

Τον πεφιλημένον συνάδελφον
Απόστολον Δημόπουλον
θεολόγον
θανόντα αιφνιδίως κηδεύομεν σήμερον
εκ του ιερού ναού της Αγίας Παρασκευής
Οι συνάδελφοί του

“Κόλλησα ένα στο γυμνάσιο, ένα έξω από το σπίτι του Δημόπουλου, στην οδό Μυκάλης έμενε, κι ένα έδωσα της Λούλας και το κόλλησε στο γυμνάσιο θηλέων, συνέχισε ο Χρήστος γελώντας. Βγαίνει ο Δημόπουλος το πρωί από το σπίτι του και βλέπει την αγγελία της κηδείας του! Τού ΄ρθε νταμπλάς. Έρχεται κατασυγχισμένος στο Γυμνάσιο, όπου είχε ήδη γίνει σούσουρο και οι μαθητές μόλις τον είδανε βάλανε τις φωνές: Φάντασμαααα! Σκέψου τώρα τι έγινε”

“Καλά, πού το τύπωσες;” ρώτησε ο Δημήτρης

“Είχα ένα φιλαράκο, τον Αριστείδη, που είχε ένα μικρό τυπογραφείο εκεί κοντά, στην Ομήρου και ο οποίος δέχτηκε να κάνουμε την πλάκα. Αργότερα κάναμε άλλη μία, που δεν κοινολογήθηκε. Με τη Φανουρία, τη θυμάσαι;” γυρνάει σε μένα

“Πώς δεν τη θυμάμαι, τη γεροντοκόρη, τη θεούσα δε λες; Έμενε Συληβρίας και Αγνώστων Μαρτύρων”.

“Αυτή, Δημήτρη, ήταν άλλη περίπτωση. Σεμνότυφη, θρησκόληπτη και πλούσια, είχε τάξει να δωρίσει ένα οικόπεδο για να χτιστεί εκκλησία στον Άγιο Φανούριο, αν ο άγιος της φανέρωνε γαμπρό. Εξ ού και το παρατσούκλι Φανουρία που της κολλήσαμε. Λοιπόν αυτή ήταν συνδρομήτρια σε μια εφημεριδούλα, ένα τετρασέλιδο μικρού σχήματος ήταν, πού ΄βγαζε η αδελφότης θεολόγων “ο Σωτήρ”. Μου πέφτει λοιπόν στο χέρι ένα αντίτυπο αυτουνού του “Σωτήρα” που, άγνωστο για ποιο λόγο, δεν είχαν τυπωθεί οι εσωτερικές σελίδες. Ήταν λευκές. Το πάω λοιπόν στου Αριστείδη και κάτσαμε και στοιχειοθετήσαμε με παρόμοια μικρά στοιχεία, των 8, να σκεφτείς, τις δύο σελίδες που λείπανε, αλλά γράψαμε ότι γαμοσταυρίδια και χριστοπαναγίες μας ήρθαν στο μυαλό. Τις τυπώσαμε στο εσωτερικό του φύλλου του Σωτήρα, όχι σε πιεστήριο φυσικά αλλά εκεί στο μάρμαρο και σα στέγνωσε το μελάνι, το δίπλωσα και το έριξα στο γραμματοκιβώτιο της Φανουρίας. Όπως μάθαμε, από μια γυναίκα που της βαστούσε το σπίτι, η Φανουρία κόντεψε να πάθει αποπληξία διαβάζοντας το”.

“Λοιπόν αυτή τη φάρσα δεν την ήξερα”, του λέω

“Ο Αριστείδης με όρκισε να μην το πω πουθενά. Φοβόταν βλέπεις, γιατί μετά το αγγελτήριο της κηδείας του Δημόπουλου, κάποιοι μπάτσοι είχαν πάει και ρωτούσαν. ΄Ηταν και αριστερός κι όσο να ’ναι…”

Ο Χρήστος, από όσα κατάλαβα από τις συζητήσεις που είχαμε μαζί του και με τη γυναίκα του, στην Αγγλία είχε καταπιαστεί με διάφορες επιχειρήσεις, οι οποίες όπως φαίνεται δεν πήγαν καλά. Τώρα στην Ελλάδα προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί οικονομικά. Αυτά φυσικά ποτέ δε μου τα είπε καθαρά. Ήταν δικά μου συμπεράσματα από τα συμφραζόμενα των συζητήσεων μας. Πάντως και η επιμονή του να μεσολαβήσω στον Βελή, ώστε να αγοράσει τα κείμενα των Επών, εκεί εντάσσεται. Αυτό με ενοχλούσε πολύ. Εγώ ήθελα να δημοσιευτούν σε κάποιο σοβαρό περιοδικό ή να δοθούν στην Ακαδημία ή έστω να εκδοθούν αλλά όχι να γίνουν βορά στις “αρχές” του Βελή, που μπροστά στην επιθυμία του να προβάλει την ανωτερότητα των Ελλήνων δε θα δίσταζε να τα αλλοιώσει μέχρι και να τα πλαστογραφήσει ακόμα.

Μετά την εκδρομή και με το θάρρος που αποχτήσαμε, ο Χρήστος δανείστηκε από μένα και το Δημήτρη από σαράντα χιλιάδες δραχμές, για να καλύψει κάτι επείγουσες υποχρεώσεις του, όπως μας είπε. Θα μας τις επέστρεφε σε τρεις μήνες. Του δώσαμε φυσικά τα λεφτά ασυζητητί. Οι φίλοι γι΄ αυτές τις ώρες είναι. Ομολογώ ότι θέλησα να επωφεληθώ από αυτή την εκδούλευση και του ζήτησα να μπάσουμε και το Δημήτρη στην υπόθεση των Επών. Δέχτηκε, με κάποιαν αδιόρατη δυσφορία είναι η αλήθεια. Όμως για πολύν καιρό εξακολούθησε να μη μας δίνει κανένα επί πλέον στοιχείο για τα Έπη.

Από την άλλη μεριά προχωρούσε ομαλά η δουλειά της ομάδας πάνω στο κύριο αντικείμενό της Το άλας της Γης (γιατί παρά τις αντιρρήσεις μας ο Βελής υιοθέτησε αυτόν τον υπερφίαλο τίτλο). Είχαμε κάνει το περίγραμμα του τόμου, καταλήξαμε στη βιβλιογραφία που θα χρησιμοποιούσαμε, επιλέξαμε τους κυριότερους συνεργάτες και χρεωθήκαμε με τα κεφάλαια που θα γράφαμε οι ίδιοι. Εγώ ανέλαβα να γράψω για τις ελληνικές παροικίες του 19ου αιώνα, ο Δημήτρης για τον αποικισμό της αρχαϊκής εποχής κι ο Χρήστος φυσικά για τον Ελληνισμό της Κεντρικής Ασίας και των Ινδιών.

(συνεχίζεται)

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !