Τα έπη των Αριμασπών – 8 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔06/09/2016 09:50

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Με τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Η πρώτη γεύση από τα Αριμάσπεια» -αλλά για τη γεύση αυτή θα περιμένετε, βρίσκεται στο τέλος του κεφαλαίου.

ΤΡΙΑ
Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΙΜΑΣΠΕΙΑ

Ύστερα από τη δεύτερη συνάντησή μου με το Χρήστο, αποφάσισα να αποκαταστήσω και να αναβαθμίσω τις ψυχραμένες, πλην φιλικές, σχέσεις μας, οργανώνοντας τον Δεκαπενταύγουστο, που συνέπεσε Παρασκευή και συνεπώς είχαμε τριήμερη αργία, μιαν εκδρομή στις Σπέτσες. Θά ΄μασταν οι δυό μας κι οι γυναίκες μας μόνο. Έκλεισα δυο δίκλινα δωμάτια σ’ ένα ξενοδοχείο στο Παλιό Λιμάνι.

Πέμπτη μεσημέρι πήραμε το καράβι από τον Πειραιά κι αφού πιάσαμε Αίγινα, Μέθανα, Πόρο, Ύδρα και Ερμιόνη, φτάσαμε καμιά φορά στις Σπέτσες. Στις έξι ώρες του ταξιδιού, μας δόθηκε η ευκαιρία σε μένα και την Μαργαρίτα να γνωρίσουμε τη γυναίκα του Χρήστου. Ήταν μια παχουλή, μελαχρινή, νόστιμη γυναίκα, γύρω στα σαρανταπέντε. Δεν ήταν φυσικά πολιτικός , ούτε και παιδί πολιτικών προσφύγων, παρά Κυπρία γεννημένη στο Λονδίνο, που ο Χρήστος γνώρισε και παντρεύτηκε εκεί.

Η Μαργαρίτα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού φερόταν από την αρχή στη Ρούλα (έτσι τη λέγανε τη γυναίκα του Χρήστου) με ευγένεια και εγκαρδιότητα, αλλά και με άκραν επιφυλακτικότητα, όπως κάνει πάντοτε όταν μια νέα γνωριμία δεν της πάει. Αντίθετα όταν συμπαθήσει κάποιον το εκδηλώνει αμέσως, έτσι ζεστός άνθρωπος και πολιτισμένος άνθρωπος που είναι. Εμπιστεύομαι απόλυτα την κρίση της.

Η Ρούλα μας μίλησε με καμάρι για το γιο τους, που τελειώνει το γυμνάσιο στην Αγγλία και μένει κοντά στους δικούς της και ενδιαφέρθηκε να μάθει για τα παιδιά μας

“Εχετε τρία παιδιά και εργάζεστε; Μπράβο, σας θαυμάζω”, είπε στην Μαργαρίτα.

Φτάσαμε στις Σπέτσες αργά το απόγεμα. Στην πλατεία, τη στρωμένη με περίτεχνα ψηφιδωτά από στρογγυλά θαλασσινά βότσαλα, την προσοχή μας τράβηξε η αγγελία για το ίδιο βράδι μιας παράστασης με μονόπρακτα του Τσέχωφ, από τον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο!

“Για σκέψου, Τσέχωφ στις Σπέτσες”, σχολίασε παραξενεμένος ο Χρήστος

“Πάμε;” πρότεινε η Μαργαρίτα

“Και δεν πάμε, αξίζει τον κόπο, εκτός πια κι άν είναι καμιά σχολική παράσταση της συμφοράς”, είπα εγώ

“Αν είν’ έτσι σηκωνόμαστε και φεύγουμε”

“Σωστά”

Ανελπίστως η παράσταση ήταν όχι απλώς υποφερτή αλλά καλή. Φαινόταν μια φιλότιμη και προσεγμένη δουλειά. Ομως η έκπληξή μας δεν ήταν η απροσδόκητα καλή παράσταση όσο ένας από τους ηθοποιούς που έπαιξε πολύ καλά τον Σμυρνώφ στην Αρκούδα κι έδωσε πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας στις Βλαβερές συνέπειες του καπνού. Γιατί ο ηθοποιός αυτός δεν ήταν άλλος από το φίλο μου το Δημήτρη, για τον οποίον, ως εκείνη τη στιγμή, αγνοούσα αν είχε κάν δεσμούς με το νησί!

Όπως ήταν φυσικό, μετά το τέλος της παράστασης, πήγαμε στα παρασκήνια να τον συγχαρούμε. Δέχτηκε τους επαίνους μας χαρούμενος και ταραγμένος ταυτόχρονα, σα να τον είχαμε συλλάβει παρανομούντα.

“Βρε μπαγάσα δεν είσαι μόνο μηχανικός και γλωσσολόγος, είσαι και ηθοποιός. Όλο κρυφά ταλέντα σου ανακαλύπτω”.

Καθώς άκουγα όλους τους άλλους ερασιτέχνες και παράγοντες της παράστασης να τον αποκαλούν συνεχώς “Πρόεδρε” ανακάλυψα πως δεν ήταν μόνο ηθοποιός αλλά και Πρόεδρος του Εκπολιτιστικού Συλλόγου και στη μικρή κοινωνία του νησιού απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης.

“Καλά βρε, πότε προλαβαίνεις και τα καταφέρνεις όλα αυτά”;

“Έ τί καταφέρνω, τον καιρό μας να περνάμε όσο καλύτερα μπορούμε..”

Ο Δημήτρης πρότεινε ν’ αφήσουμε το ξενοδοχείο και να μεταφερθούμε σπίτι του.

“Είναι κρίμα να μένετε σε ξενοδοχείο όταν σπίτι έχουμε άφθονο χώρο. Άσε που εκεί θα μπορούσαμε αν το θέλατε να δουλέψουμε πάνω στο θέμα μας, μόλο που δε θα ήρθατε εδώ για δουλειά”

“Ποιά δουλειά; Ως αυτή τη στιγμή αγνοούσα πως είχες κάποια σχέση με τις Σπέτσες. Ήρθαμε έτσι, για μιαν εκδρομή”.

“Τότε ας μη δουλέψουμε, ελάτε μόνο για να τα πούμε πιο άνετα”.

Εμείς στην αρχή αρνιόμασταν. Δε θέλαμε να του επιβάλουμε τη φιλοξενία τεσσάρων ανθρώπων, αυτός όμως επέμενε σχεδόν φορτικά και έτσι υποχωρήσαμε.

Περάσαμε αυτή τη νύχτα στο ξενοδοχείο και την άλλη μέρα ήρθε και μας πήρε με το αμάξι του και μας πήγε στο σπίτι του, κάπου δυο χιλιόμετρα από την πόλη, όπου πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε. Το σπίτι ήταν μεγάλο, διώροφο, χτισμένο σ’ αιγαιοπελαγίτικο ρυθμό και τριγυρισμένο από ένα μεγάλο χτήμα με ελιές, οπωροφόρα και κλήματα. Μικρότερα κτίσματα, σπιτόπουλα και αποθήκες δημιουργούσαν με το κυρίως σπίτι έναν κλειστό κήπο γεμάτον με πεύκα, κυπαρίσσια, δάφνες και λεύκες.

“Βρε, εσύ είσαι γνήσιος αστοτσιφλικάς”, τον πείραξε ο Χρήστος, που μετά την τελευταία μας συνάντηση του μιλούσε με θάρρος και στον ενικό.

“Μόνος σου καλλιεργείς αυτό το χτήμα ή παίρνεις εργάτες;” τον ρώτησα.

“Στην αρχή τα καταφέρναμε μόνοι μας με τα παιδιά, αλλά τελικά η φύση μας νίκησε και τώρα το καλλιεργώ κολληγικά. Είναι ένα άκληρο ζευγάρι, αυτός συνταξιούχος ναυτικός, που μένουν σε κείνο κει το σπιτάκι. Έναντι στέγης, φυλάν το χτήμα όταν λείπουμε, και από την εσοδεία, μετά την αφαίρεση των εξόδων, κρατούν το μισό. Έχουμε έτσι το λάδι και το κρασί της χρονιάς μας, αυγά από τις κότες, γάλα και τυρί από τις κατσίκες και κρέας από τα κουνέλια…”

“Λοιπόν, ειλικρινά σε ζηλεύω, αλλά εξακολουθώ να απορώ πώς τα καταφέρνεις”.

“Ο Δημήτρης έχει ταλέντο στην αξιοποίηση των υπηρεσιών άλλων ανθρώπων και το κάνει με τέτοιον τρόπο, που αισθάνονται και υποχρεωμένοι. Αν μείνετε μερικές μέρες θα βρεθείτε χωρίς να το καταλάβετε να ποτίζετε και να κλαδεύετε. Και θα σας αρέσει κιόλας”, είπε γελώντας η γυναίκα του.

Διότι, βεβαίως, ο Δημήτρης δεν ήταν καθόλου γεροντοπαλίκαρο, όπως υπέθετα ως τότε, αλλά παντρεμένος και με δυο, μεγάλα πια, παιδιά. Η γυναίκα του, που τη λέγαν Λασκαρίνα, ντόπια Σπετσιώτισσα, μας κατάχτησε με την πρώτη. Ήταν άνθρωπος απλός και ζεστός, όμως με ανεπιτήδευτη νησιώτικη αρχοντιά. Αργότερα διαπιστώσαμε πως κάτω από την απλή και ζεστή της συμπεριφορά κρυβόταν μεγάλη εξυπνάδα, καλλιέργεια και πανεπιστημιακή μόρφωση. Ήταν γιατρός, ψυχίατρος και δούλευε στο Αιγινήτειο. Οι εκπλήξεις συνεχίζονταν.

Όταν εγκατασταθήκαμε στου Δημήτρη, η γυναίκα του πήρε τις δικές μας για να τις ξεναγήσει με το αυτοκίνητο στο νησί κι εμείς αφοσιωθήκαμε στη δουλειά μας, μόλο που εμείς δεν είχαμε φέρει μαζί μας τίποτα. Ο Δημήτρης μας παρουσίασε τη βιβλιογραφία που συγκέντρωσε, γερμανόγλωσση και ρωσόγλωσση κυρίως. Εδώ που τα λέμε λίγο δουλέψαμε και πιο πολύ φλυαρήσαμε, καθισμένοι σε πάνινες πολυθρόνες στη βεράντα του από όπου φαινόταν μέσα από τα δέντρα η θάλασσα. Αισθανόμουν τόσο άνετα, όσο αν βρισκόμουν στο σπίτι μου. Ο Χρήστος πάλι περιεργαζόταν το σπίτι και το χτήμα με μάτι εφοριακού ή πραγματογνώμονα που κάνει απογραφή. Κάθε τόσο ρωτούσε το Δημήτρη για την αξία της γης, για την ακριβή έκταση του χτήματος, την παραγωγή και τα έσοδα που αποφέρει. Κατόπιν γύρισαν κι οι γυναίκες, που φαίνεται πως τα βρήκαν, γιατί ήταν πολύ φιλικές μεταξύ τους και από κοινού στρώσανε το τραπέζι και φάγαμε για μεσημέρι.

Πήραμε τον απογευματινό μας ύπνο, ενώ από τα ανοιχτά παράθυρα μαζί με την ευωδιά του πεύκου και της δάφνης μας ερχόταν το τερέτισμα τετέρισμα των τζιτζικιών, εκκωφαντικό σα θόρυβος κάποιου πριονιστήριου, αλλά καθόλου ενοχλητικό, που τελικά κατάληξε να μας νανουρίσει. Μετά τον καφέ, πήγαμε όλοι με τα πόδια για μπάνιο, σε μια κοντινή αμμουδιά.

Το βράδυ ήρθανε να δούνε τον Δημήτρη δυο ντόπιοι φίλοι του και το τραπέζι για το δείπνο, στο οποίο συμμετείχε ισοτίμως και το ζευγάρι των κολλήγων του, στρώθηκε στον κήπο του σπιτιού, ανάμεσα σε δάφνες, λεύκες και άλλα δέντρα και θάμνους. Ήμασταν όλοι στην κατάλληλη διάθεση και το δείπνο εξελίχθηκε σε απρογραμμάτιστο και γι΄ αυτό ωραιότατο γλέντι.

Όπως συμβαίνει σε παρέες σιτεμένες από το χρόνο, ο Δημήτρης, η Λασκαρίνα και οι φίλοι τους είχανε ο καθένας τους κάποιον προκαθορισμένο ρόλο στο γλέντι και διαθέτανε ένα γνωστό εκ των προτέρων ρεπερτόριο τραγουδιών, χορών ή ανεκδότων. Αυτά βέβαια θα επαναλαμβάνονταν στερεοτύπως σε κάθε γλέντι, αλλά όπως φαίνεται η εκάστοτε παρουσία καινούργιων συμποσιαστών, εμπόδιζε τη μετατροπή τους σε πληκτική ρουτίνα. Έτσι και τώρα. Η παρουσία της Μαργαρίτας, του Χρήστου και της Ρούλας κι εμένα, γέννησε στους άλλους ανανεωμένη την όρεξη να παίξουν το ρόλο τους ο καθείς.

Την αρχή την έκαναν ο Δημήτρης με τη Λασκαρίνα, ξεκινώντας με χαμηλή φωνή, σαν είδος προθέρμανσης, τραγούδια του Χατζιδάκι. Αμέσως πήρε τη σκυτάλη ένας από τους φίλους του Δημήτρη, ονόματι Παυλής, που αποδείχτηκε άσσος στο παίξιμο των κουταλιών. Είχε καταπληκτική αίσθηση του ρυθμού και στα χέρια του τα ταπεινά κουζινικά λειτουργούσαν σαν καστανιέτες. Δεν κρατήθηκα. Από τον καιρό που πήγαινα στο γυμνάσιο έπαιζα φυσαρμόνικα, το μόνο μουσικό όργανο που κατέχω, και πάντα κουβαλάω μαζί μου, δια παν ενδεχόμενον, δυο φυσαρμόνικες Χόνερ, σε ρε ματζόρε και σε ρε μινόρε, που συχνά δίνουν τον τόνο στα Σάββατα εργασίας του Βελή.

Όταν λοιπόν η παρέα, επηρεασμένη από το εξαιρετικό κρασί, έπιασε το τραγούδι με υπόκρουση τον ήχο των κουταλιών του Παυλή, τις έβγαλα κι άρχισα να συνοδεύω τα άσματα, υπό την επιδοκιμασία των άλλων. Η δόξα μου όμως δεν κράτησε για πολύ, γιατί ο Αντρέας, ο άλλος φίλος του Δημήτρη, πήγε κι έφερε από το αμάξι του ένα μπουζούκι, ενώ ο οικοδεσπότης μας, με τη βοήθεια του κολλήγα του, κουβάλησαν μέσα από το σπίτι ολόκληρο σαντούρι με τη βάση του. Έτσι συνοδεία λαϊκών οργάνων πήραν κι έδωσαν το “Μινόρε της αυγής”, η “Φραγκοσυριανή” ο “Καπετάν Αντρέας Ζέπος” το “Χωρίσαμε ένα δειλινό” και πλείστα όσα δημοτικά, κυρίως νησιώτικα.

Παρατηρούσα τον Δημήτρη την ώρα που έπαιζε σαντούρι και τραγουδούσε. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος, ξέγνοιαστος, εκδηλωτικός, γεμάτος κέφι και διάθεση για γλέντι. Άσε που έπινε ασταμάτητα κρασί, χωρίς όμως να μεθάει, μόνο που κάποτε σταμάτησε να παίζει και σηκώθηκε με τον κολήγα του και χορέψανε χασάπικο. Ήμασταν όλοι σε φόρμα. Οι θερμίδες του κρασιού, που το τιμήσαμε δεόντως, έπρεπε να καταναλωθούν με κίνηση. Ο Αντρέας έπιασε στο μπουζούκι του το χασαποσέρβικο “Μικρός αρραβωνιάστηκα”, που το χορέψαμε όλοι. Ύστερα οι γυναίκες ή μάλλον η Μαργαρίτα κι η Λασκαρίνα, ζήτησαν μπάλλο. Ο Δημήτρης ξανάκατσε στο σαντούρι κι έπαιξε το “Μάτια σαν και τα δικά σου”. Ο μπάλλος είναι ζευγαρωτός και καθαρά ερωτικός χορός. Ο άντρας κινείται σα να θέλει να στριμώξει τη γυναίκα, που με κατάλληλες κινήσεις ξεγλυστρά και του ξεφεύγει. Χορέψαμε η Μαργαρίτα με μένα κι η Λασκαρίνα με τον Αντρέα, με τέτοιο κέφι, που στο τέλος μας χειροκρότησαν. Ο Χρήστος με τη Ρούλα είχαν μαγευτεί με το γλέντι και την παρέα.

“Ειλικρινά είναι η ωραιότερη βραδιά που πέρασα ως τώρα. Εμείς οι Έλληνες της Αγγλίας, τα ΄χουμε ξεχάσει πια αυτά. Ενσωματωθήκαμε στον αγγλικό καθωσπρεπισμό και τη βρετανική κρυομάρα”, είπε η Ρούλα με τέτοιο παράπονο που τη συμπάθησα. Κι η Μαργαρίτα, όπως φαίνεται, γιατί πήγε κοντά της και τη χάϊδεψε.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !