Τα έπη των Αριμασπών – 6 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔23/08/2016 09:54

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίσαμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη (ένα δεύτερο αλτερέγκο του πατέρα μου, πλάι στον αφηγητή).

Την εβδομάδα που ακολούθησε ο Χρήστος έπιασε κανονικά δουλειά στην Εγκυκλοπαίδεια. Ερχόταν στην ώρα του, δούλευε χωρίς να σηκώσει κεφάλι και μόνο κατά το μεσημέρι, όταν χαλάρωνε κάπως η δουλειά, αντάλλασσε καμιά κουβέντα με τους άλλους συντάκτες ή με τους εξωτερικούς συνεργάτες, που έρχονταν στα γραφεία φέρνοντας συνεργασία. Γρήγορα έπιασε φιλίες με τον κύριο Αντώνη Χείλαρη, (τον συγγραφέα της παράλληλης ιστορίας, όπως τον λέμε μεταξύ μας, γιατί η χρήση παρωνυμίων είναι, από τον καιρό του πατέρα μου, κανόνας στην Εγκυκλοπαίδεια. Όλοι σχεδόν έχουμε κάποιο παρατσούκλι τον δε Βελή τον λέμε, μεταξύ μας το Θερίο). Ο κύριος Αντώνης, εξωτερικός συνεργάτης, είναι ένα καχεκτικό γεροντάκι, που έρχεται στο γραφείο της σύνταξης κουβαλώντας πάντοτε έναν τεράστιο χαρτοφύλακα, που δείχνει ακόμα μεγαλύτερος συγκρινόμενος με το μικρόσωμο κάτοχό του.

Ο κύριος Αντώνης, συνταξιούχος καθηγητής μαθηματικών, μπορεί να γράψει, με ευχέρεια και ακρίβεια, οποιοδήποτε λήμμα του δοθεί και τα γραφτά του είναι πάντα άψογα σε μορφή και σε περιεχόμενο. Τέρας εργατικότητας και ευρυμαθείας, έχει προκαλέσει το θαυμασμό του θείου μου του Μιχάλη, που τον ήξερε καλά από προπολεμικά και ο οποίος συχνά λέει

“Αν στα χρωμοσώματά του είχε ένα ειδικό γονίδιο, θα ήταν μεγαλοφυΐα”, και αμέσως μετά συμπληρώνει γελώντας

“Το δυστύχημα είναι πως έχει δύο τέτοια γονίδια…”

Η κύρια όμως ασχολία του κυρίου Αντώνη, στην οποία οφείλεται το παρατσούκλι που του βγάλαμε, είναι η διερεύνηση της διαφορετικής πορείας που θα ακολουθούσε η ιστορία, αν δεν συνέβαινε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Έργο πολύμοχθο, τεράστιο σε έκταση και απολύτως άχρηστο. Όπως εξακρίβωσα έχει διερευνήσει λεπτομερώς το τι θα συνέβαινε

– αν ο Ρήγας Φεραίος δεν εδολοφονείτο αλλά πετύχαινε να ενώσει τους βαλκανικούς λαούς σε ένα κράτος

– αν ο Ναπολέων αποβιβαζόταν και κατακτούσε την Αγγλία

– αν η ανακάλυψη της Αμερικής δε γινόταν το 1492 από τον Κολόμβο αλλά διακόσια χρόνια αργότερα.

– αν οι Μογγόλοι του Τζεγκίς Χαν δε σταματούσαν στη Σιλεσία, αλλά καταχτούσαν όλη την Ευρώπη.

– αν οι Βυζαντινοί νικούσαν τους Σελτζούκους στο Μαντζικέρτ και τους έστελναν πίσω στην Κεντρική Ασία .

– αν οι Άραβες νικούσαν τους Φράγκους στο Πουατιέ και ταυτόχρονα κυρίευαν την Πόλη.

– αν οι Ούννοι νικούσαν τους Κινέζους και δεν στρέφονταν προς τη Δύση.

– αν οι Ρωμαίοι άπλωναν τις καταχτήσεις τους ως το Ντβίνα και το Δνείπερο, αντί να σταματήσουν στο Ρήνο και το Δούναβη.

– αν ο Αννίβας κυρίευε τη Ρώμη

– αν ο Μέγας Αλέξανδρος δεν πέθαινε τριάντα τριών χρονών αλλά ζούσε και βασίλευε άλλα σαράντα χρόνια.

– αν δε γινόταν ο Πελοποννησιακός πόλεμος.

και ούτω καθεξής ως την αυγή της ιστορίας.

Ο Γιώργος ο Λαμπρόπουλος, ο λογιστής του Βελή, που προανέφερα και μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, σε μια συζήτηση με τον κύριο Αντώνη, προσπάθησε να του αποδείξει πως με βάση τη θεωρία του ιστορικού υλισμού, η ιστορία ακολουθεί μια γενική νομοτέλεια, που δεν την ανατρέπει ο πρόωρος θάνατος ενός ηγέτη, η έκβαση μιας μάχης ή η τύχη μιας εξερευνητικής αποστολής.

Ο κύριος Αντώνης, τον κοίταξε για αρκετήν ώρα με διαπεραστικό βλέμμα και αντί για απάντηση τον ρώτησε:

“Και τι θα γινόταν αν ο Λένιν ζούσε ως το 1950 ;”

Ο Γιώργος έμεινε να τον κοιτά αποσβολωμένος.

Ο Γιώργος, ο θείος μου ο Μιχάλης κι εγώ, είμαστε οι μόνοι από τους αριστερούς συντάκτες ή υπαλλήλους στην Εγκυκλοπαίδεια, που δεν κρύβουμε την πολιτική μας τοποθέτηση από τον Βελή, ο οποίος, περιέργως, μολονότι συντηρητικότατος, δε δίνει γενικά σημασία στις πολιτικές πεποιθήσεις των εργαζομένων στην επιχείρησή του, φτάνει να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Μόνο με το Γιώργο έρχεται καμιά φορά σε σύγκρουση, όχι για πολιτικούς λόγους, αλλά για την πολυπραγμοσύνη του και κυρίως γιατί, όντας απλός λογιστής, διαθέτει ιδιόκτητο σπίτι, ΙΧ αυτοκίνητο και εξοχικό. Όταν μάλιστα ο Γιώργος του ζήτησε κάποτε μπροστάντζα για να δώσει την προκαταβολή σε κάποιο φουσκωτό σκάφος που αγόρασε, ο Βελής έγινε θηρίο

“Τι σκατά κουμμουνιστής είσαι ρε, που μου θέλεις αμάξι, εξοχικό και κότερο;”

“Μα εμείς κύριε Βελή θέλουμε να ΄χουν όλοι οι άνθρωποι τέτοιες ανέσεις”

“Τον κακό σου τον καιρό. Πάγαινε πρώτα να δεις αν τά ΄χουν στη Σοβιετία”.

Μόλο που τσακώνονται συνεχώς η συνεργασία τους συνεχίζεται απρόσκοπτα. Ο Γιώργος είναι πολύ καλός λογιστής, έχει απόλυτη τάξη στα βιβλία του και η Εφορία ποτέ δε μπόρεσε να τους βρει ψεγάδι. Επί πλέον ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά τη φορολογική νομοθεσία και βρίσκει ένα σωρό παραθυράκια για να γλιτώνει ο εργοδότης του σημαντικά ποσά. Αυτό ο Βελής το εκτιμά δεόντως.

Ο Γιώργος είναι αισιόδοξος εκ πεποιθήσεως και πάντα αναζητά να βρει την καλή πλευρά των πραγμάτων ακόμα και στην πιο μαύρη μπόρα. Και δεν πέρασε λίγες. Επονελασίτης από την Κατοχή, κυνηγήθηκε μετά τη Βάρκιζα, πήγε εξορία και έκανε τη θητεία του στη Μακρόνησο. Μεταξύ 1950 και 1973, για πολιτικούς λόγους, είχε απολυθεί ή είχε εξαναγκαστεί να παραιτηθεί από τη δουλειά του τουλάχιστον εφτά φορές. Δεν έχανε ποτέ το κουράγιο του. Κάθε φορά που γυρνούσε με το χαρτί της απόλυσης στο χέρι, έλεγε στη γυναίκα του το στίχο του Καβάφη:

αλλ’ είμαι νέος και με υγείαν αρίστην

και ξαμολιόταν να βρει άλλη δουλειά. Εύρισκε πάντα, γιατί ήταν πολύξερος, πολυμήχανος και εργατικός. Όταν είπε για έβδομη φορά το στίχο του Καβάφη, το φθινόπωρο του ΄73, η γυναίκα του βούρκωσε. Ήταν πια ο Γιώργος της πενήντα χρονών με ρευματισμούς και κάποιες ενοχλήσεις στην καρδιά. Ευτυχώς σε λίγους μήνες έπεσε η Χούντα και στο μεταξύ βρήκε, μέσω του θείου μου, θέση στις επιχειρήσεις του Βελή, ο οποίος του βγάζει μεν το λάδι στη δουλειά, αλλά του δίνει ηγεμονικό μισθό. Η αλήθεια να λέγεται. Από τότε που τα οικονομικά του στρώσανε η αισιοδοξία του πήρε τον ανήφορο. Έχοντας μεταξύ άλλων δουλέψει σε κάποιους Οργανισμούς του Δημοσίου για μερικά χρόνια, επωφελήθηκε από ένα νόμο περί διαδοχικών ασφαλίσεων και πρόπερσι κατάφερε να πάρει και μιαν ικανοποιητική σύνταξη.

Όταν έλυσε το πιο σοβαρό πρόβλημα της ζωής του, το βιοποριστικό, ρίχτηκε με τα μούτρα στους άλλους δύο τομείς των ενδιαφερόντων του, τον κομματικό και τον μορφωτικό. Αφιερώνει στο Κόμμα τις περισσότερες από τις ελεύθερες ώρες του, ξοδεύοντας χιλιάδες ανθρωποώρες σε συνεδριάσεις, συνελεύσεις, συγκεντρώσεις και πορείες. Εξελίχθηκε σε αχτιδικό στέλεχος και επιφανή παράγοντα του Κινήματος της Ειρήνης και η κουβέντα του μετρά στα μέλη και στα όργανα του Κόμματος. Στον μορφωτικό τομέα θυσιάζει τις ώρες του ύπνου του, θέλοντας να καλύψει τα κενά που του άφησε η ελλειπής και διακεκομένη λόγω των περιπετειών του, εκπαίδευσή του. Διαβάζει τα πιο ετερόκλητα βιβλία, από το Κεφάλαιο του Μαρξ ως την Καταγωγή των Ειδών του Δαρβίνου και την Εισαγωγή στη Φιλοσοφία του Ντυράν.

Φυσικά στο σπίτι δε βοηθάει καθόλου, αφήνοντας όλες τις ευθύνες και σκοτούρες του νοικοκυριού και της λειτουργίας του στη γυναίκα του και παρά τις καλές του προθέσεις δεν μπόρεσε να βρει κοινό έδαφος συνεννόησης με τα παιδιά του. Το χάσμα γενεών προσπάθησε να το γεφυρώσει με υλικές παροχές. Από τότε που απέκτησε οικονομική άνεση δεν αρνιέται τίποτα στα βλαστάρια του. Ποδήλατα και αργότερα μηχανάκια, γουώκμαν, στερεοφωνικά.

Με το Γιώργο διατηρούμε φιλικές και μάλιστα οικογενειακές σχέσεις. Τον επισκεπτόμαστε τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο, στη γιορτή του και τη γιορτή της γυναίκας του και αντιστοίχως μας επισκέπτονται κι αυτοί. Σε μια τέτοια περίπτωση, πριν λίγα χρόνια, κοντέψαμε να ψυχρανθούμε, γιατί ένας φίλος μου, ποιητής, συνθέτης και παρουσιαστής επιθεωρήσεων πίστας, που είχε έρθει κουβαλώντας την κιθάρα του, μας απάγγειλε μια παρλάτα του, που είχε θέμα “μια γυναίκα, που ο άντρας της ήταν στο κόμμα”. Θυμάμαι τώρα μόνο δύο στροφές της

Έδινε ένα χέρι κι έπαιρνε ένα πόδι.
Σ’ όλη τη ζωή της δούλευε σα βόδι.
Πλύστρα καθαρίστρα νταντά και νοσοκόμα.
Κι είχε κι έναν άντρα, που ήτανε στο Κόμμα.

…………………………………………………………..

Φούσκες η ζωή της από σαπουνάδα.
Βάσανα και σκάφη, σκάφη και μπουγάδα.
Σκλάβα μες στο σπίτι με ψυχή και σώμα.
(Για ελευθερία μιλούσανε στο Κόμμα)

Η Ελένη, η γυναίκα του Γιώργου, καταχειροκρότησε την παρλάτα και θέλησε να φιλήσει τον ποιητή. Αντίθετα ο Γιώργος έχασε το κέφι του και την πήρε και φύγανε νωρίς. Την άλλη μέρα μου είπε

“Τώρα τι το ΄θελε αυτό το ποίημα; Δε σου φάνηκε προβοκατόρικο; Δεν ξέρω, αλλά ο φίλος σου μου φαίνεται πως είναι βαμμένος αντικομμουνιστής”

Τον διαβεβαίωσα πως αντίθετα ήταν συνεπής αριστερός, πως έδινε παραστάσεις για τα παιδιά στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ και πως βιβλία του είχε εκδώσει η Σύγχρονη Εποχή. Αυτός έμεινε αμετάπειστος

“Τέτοια κάνουμε και το Κόμμα γέμισε κρυφούς αναθεωρητές”.

Για την ιστορία, ενώ ο Γιώργος είναι φανταστικό πρόσωπο, οι στίχοι του ποιήματος είναι του Γιώργου Μ. Μαρίνου (εννοώ τον ποιητή και συνθέτη παιδικών αλλά όχι μόνο τραγουδιών, όχι τον πολύ διασημότερο συνονόματό του τραγουδιστή).

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !