Τα έπη των Αριμασπών – 5 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔16/08/2016 09:50

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Με τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίζουμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη. Όσοι ξέρουν τον πατέρα μου, θα θυμούνται ίσως πως χρησιμοποιούσε αυτό το ψευδώνυμο μια και καταγόμαστε, απ’ τη μεριά του παππού μου, από τη Γέρμα της Λακωνίας. Είναι δηλαδή ο Γερμιώτης ένα δεύτερο αλτερέγκο του πατέρα μου, πλάι στον αφηγητή.

ΔΥΟ

Η ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ

Το απόγεμα της άλλης μέρας πήγα να δω τον Βελή στο σπίτι του. Κατοικούσε σ΄ ένα μεγαλοπρεπές, τριώροφο οικοδόμημα, που δέσποζε στην περιοχή, καθώς ήταν χτισμένο στην οξεία γωνία που σχηματίζουν συμβάλλοντας δυο κύριοι δρόμοι, ενώ τα γύρω του σπίτια, από κάποια γραφειοκρατική διάταξη περί αρχαιοτήτων (κάπου εκεί κοντά λέγεται πως υπάρχουν σπουδαίες αρχαιότητες, που όμως ως τώρα δεν έχουν εντοπιστεί) δεν επιτρεπόταν να γίνουν πολυώροφες πολυκατοικίες. Ο Βελής περιφρουρούσε αυτή την απαγόρευση και υποπτεύομαι ότι, καθώς διέθετε πανίσχυρες γνωριμίες, με υπόγειες ενέργειες απέτρεπε τη διάθεση πιστώσεων για ανασκαφές στη γειτονιά του.

Η περιοχή ήταν η παλιά γειτονιά του Βελή. Εκεί πρωτοκατοίκησε σαν ροβόλησε από το ηπειρώτικο χωριό του “με μισό τσαρούχι στα ποδάρια του” για να βρει δουλειά στην πρωτεύουσα. Το 1950 περίπου αγόρασε το οικόπεδο πάμφθηνα, καθώς η περιοχή είχε υποβαθμιστεί πολύ κατά τον Μεσοπόλεμο και πριν από δέκα χρόνια έχτισε το σπίτι. Μολονότι νεόδμητο, ο Βελής θέλησε να το κάνει να μοιάζει με τα παλιά νεοκλασικά, που υπάρχουν ακόμα έστω ερειπωμένα, στη γειτονιά, χτισμένα πριν από εκατό και πάνω χρόνια. Ατύχησε όμως στο σημείο αυτό, γιατί χρησιμοποίησε αρχιτέκτονα, λάτρη του μοντέρνου ρυθμού με τον εμφανή ξυλότυπο και τις απλές, γυμνές, επιφάνειες. Μεταξύ μελετητή και εντολέα γίνανε ομηρικοί καυγάδες. Ο αρχιτέκτονας ήταν πεισματάρης και διάσημος και για κάθε υποχώρηση από τις αρχές του έδινε σκληρή μάχη και μόνο με την καταβολή γενναίας αντιμισθίας δεχόταν να τροποποιήσει τα σχέδιά του. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό, αλλά από καλλιτεχνικής πλευράς απολύτως απαράδεκτο. Ο διαπρεπής αρχιτέκτονας αφαίρεσε από την αρχή, πολύ πριν τελειώσει το έργο, την ταμπέλα του και ουδέποτε στο μέλλον αναφέρθηκε στο κατασκεύασμα αυτό. Του Βελή αντίθετα του άρεσε το νέο του σπίτι. Χτισμένο στη γειτονιά από όπου ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του, αποτελούσε με την επιθετική του πολυτέλεια, επιβεβαίωση της επιτυχίας του στη ζωή.

Παρά την πολυτελέστατη κατασκευή και επίπλωση, το σπίτι δε διαθέτει σχεδόν καμιάν από τις σύγχρονες τεχνολογικές ανέσεις και ευκολίες. Ούτε κλιματισμό, ούτε σύστημα συναγερμού, ούτε δίκτυο ενδοσυνεννόησης, ούτε καν κουδούνι στην εξώπορτα. Για να μπεις χτυπάς το μπρούτζινο απαστράπτον ρόπτρο και ο πάντα άγρυπνος Θωμάς (ένας κοντούλης μισοκαιρίτης, κάτι μεταξύ κλητήρα και θυρωρού), προβάλει από ένα παραθυράκι πάνω από την πόρτα κι αν είσαι γνωστός κατεβαίνει και σ΄ανοίγει. Διαφορετικά σου κάνει, με δυνατή φωνή και εις επήκοον της ενεδρευούσης γειτονιάς, κανονική ανάκριση, την οποία διακόπτει κάθε τόσο για να πάει να ενημερώσει το αφεντικό του και να πάρει τελικά την έγκριση να σε μπάσει μέσα. Σε διάφορα σημεία του σπιτιού βρίσκονται διάφορα καμπανάκια, μπρούτζινα, ορειχάλκινα, χάλκινα, ακόμα κι ένα χαλκούνι, απ’ αυτά που κρεμάνε στα γίδια, που το καθένα τους φυσικά βγάζει και ιδιαίτερον ήχο, από τον οποίο η εξασκημένη Παρασκευή καταλαβαίνει αν ο Βελής την αναζητεί από το γραφείο του, το σαλόνι ή τον κοιτώνα του.

Η μόνη σχετικά μοντέρνα εγκατάσταση είναι η κεντρική θέρμανση, που μπήκε με επιμονή της Βελήδαινας και αφού χτίστηκε το σπίτι, προκαλώντας άπειρα μερεμέτια και πολύχρονη γκρίνια του Βελή, για τα τόσα απρόβλεπτα και κατά την άποψή του πεταμένα έξοδα. Ο ίδιος, ύστερα από θορυβώδεις λογομαχίες και κατόπιν σχετικών χρηματικών καταβολών, έπεισε τον διαπρεπή αρχιτέκτονα να φτιάξει τζάκια σε όλα σχεδόν τα κύρια δωμάτια του μεγάρου, ενώ για τα μικρότερα δωμάτια είχε αγοράσει μεγάλα χάλκινα μαγκάλια. Στην εφαρμογή της όμως η ιδέα του Βελή αποδείχτηκε αλυσιτελής. Δεν είχε προβλεφθεί χώρος για να αποθηκεύσουν την απαιτούμενη τεράστια ποσότητα ξύλων, άσε που δε μπορούσαν να βρουν πουθενά πυρήνα για τα μαγκάλια. Έτσι μόνο το μεγαλοπρεπές τζάκι του σαλονιού λειτουργεί, κι αυτό μόνο στις επίσημες δεξιώσεις.

Πάντως για να περάσει, έστω και εν μέρει, το δικό του, ο Βελής δε δέχτηκε επ’ ουδενί λόγω να βάλει σώματα καλοριφέρ στους τρεις λουτροκαμπινέδες του σπιτιού, το μεγάλο, το μικρό και του προσωπικού. Ίσως γιατί ο ίδιος πλενότανε αριά και που, το πιθανότερο όμως για να τιμωρήσει όλους όσους συμμάχησαν με τη γυναίκα του και τον ανάγκασαν να υποχωρήσει και να βάλει κεντρική θέρμανση, στερώντας τους κι αυτός τη θαλπωρή της, από τους μοναδικούς χώρους του σπιτιού όπου μπορούσαν να βρίσκονται ταυτοχρόνως γυμνοί και βρεμένοι και όπου φυσικά ήταν απαραίτητη.

Ο συντηρητισμός του Βελή είναι και η αιτία που έχτισε το σπίτι του όχι στο κέντρο ή σε τίποτα βόρεια προάστια αλλά σε μιαν υποβαθμισμένη γειτονιά της Δυτικής Αθήνας, από όπου ξεκίνησε την καριέρα του ως διορθωτής εφημερίδων, πριν από εξήντα και βάλε χρόνια. Ο ίδιος συντηρητισμός είχε κατά καιρούς εκδηλωθεί και στον επαγγελματικό τομέα, μόνο που εκεί υποχωρούσε πολύ πιο εύκολα, υποτασσόμενος στους σιδερένιους νόμους του κέρδους και του ανταγωνισμού. Όπως μού ΄λεγε ο πατέρας μου, προπολεμικά ήταν ο τελευταίος εκδότης που υιοθέτησε τη λινοτυπία. Προτιμούσε την κάσσα και το συνθετήριο, “γιατί η λινοτυπία είχε καταργήσει τη βαρεία και την υπογεγραμμένη”, άσε που στα νιάτα του είχε δουλέψει στοιχειοθέτης και ήταν εξοικειωμένος μ’ αυτήν την τεχνολογία. Στις μέρες μας πάλι τα ίδια. Στην αρχή δεν ήθελε ν’ ακούσει για επεξεργαστές κειμένου, δισκέτες, φωτοσύνθεση και τα ρέστα.

“Ρε συ, ξέρεις τι ειν’ αυτές οι δισκέτες και οι οθόνες που μου λες;” είπε του Γιώργου του Λαμπρόπουλου, που είναι μεν λογιστής του, αλλά έχει γνώμη επί παντός του επιστητού, (πράγμα που αυτό καθεαυτό δαιμονίζει τον Βελή), στη δε συγκεκριμένη περίπτωση υποστήριζε πως σε λίγα χρόνια όλα τα βιβλία θα είναι ηλεκτρονικά, γραμμένα σε δισκέτες και συμπαγείς δίσκους

“Τίποτα δεν είναι ρε. Αέρας φρέσκος. Αμα κοπεί το ρεύμα είναι ανύπαρκτες. Ενώ η κάσα, το συνθετήριο και το μάρμαρο δουλεύουν κι έτσι κι αλλιώς. Και με το χέρι άμα χρειαστεί. Και κάτι άλλο. Ας πούμε πως καταστρέφεται ο πολιτισμός μας κι έρχονται σε χίλια χρόνια οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος και βρίσκουν τις δισκέτες και τους δίσκους σου. Δε θα μπορέσουν να βγάλουν τίποτα, αφού δε θάχουν τα κατάλληλα μηχανήματα. Ενώ ένα τυπωμένο βιβλίο θα μπορούν να το διαβάσουν ακόμα κι αν έχει χαθεί η γλώσσα πού ΄ναι γραμμένο”.

Μολονότι πριν από τη Χούντα ψήφιζε την ΕΡΕ, μίσησε προσωπικά τον Καραμανλή και το Ράλλη γιατί καθιέρωσαν τη Δημοτική ως επίσημη γλώσσα στη Διοίκηση και στους άπειρους λόγους που είχε να αποστρέφεται το ΠΑΣΟΚ ο μεγαλύτερος ήταν η επιβολή του μονοτονικού, που τελικά υιοθέτησε κι αυτός αναγκαστικά, εφόσον οι γραμματοσειρές που κυκλοφορούσαν τότε ήταν όλες του μονοτονικού συστήματος.

Ο Βελής σαν τού ΄δειξα το διάγραμμα που φτιάξαμε με τον Χρήστο, συμφώνησε απόλυτα. Έκανε φυσικά ορισμένες, επουσιώδεις και ανώδυνες, παρατηρήσεις και διορθώσεις, πιο πολύ για να δείξει ποιός είναι το αφεντικό και μου ανάθεσε εν λευκώ να προχωρήσω.

“Να αξιοποιήσεις τις γνώσεις και τις ικανότητες αυτουνού του κομμουνιστοσυμμορίτη” μού ΄πε τελειώνοντας και χαμογέλασε με νόημα.

Όταν σηκώθηκα να φύγω με ρώτησε

“Τι ήταν αυτή η μαλακία που πέταξε για τα Αριμάσπεια Επη;”

“Μα γράφουμε σχετικά στον τρίτο τόμο”

“Έκατσα χτες και το διάβασα. Δε λέμε και σπουδαία πράματα. Για ρώτα το Δημήτρη μήπως ξέρει πιο πολλά. Αν δεν έχεις αντίρρηση βάλτον κι αυτόν στην ομάδα. Έχει αρχίδια”.

Η αθυροστομία του Βελή και η χοντράδα των τρόπων του ήταν παροιμιώδεις στον κόσμο των εκδοτών. Το γραφείο του αντηχούσε από τις φωνές του και κυρίως από τα υβριστικά επίθετα, που τα χρησιμοποιούσε κατά κόρον, σε σημείο που των κανονικών συντακτών και των μονίμων συνεργατών δεν ίδρωνε πλέον το αυτί, γιατί τα θεωρούσαν απλά προσηγορικά. Εξασκημένοι από την πολύχρονη συνάφεια μαζί του, μπορούσαν να διακρίνουν τη λεπτότατη διαφορά ανάμεσα σε εκφράσεις του τύπου

“Βρε ρουφιάνε, γιατί έγραψες αυτή τη μαλακία”, που απευθυνόταν πάντα σε δικούς του ανθρώπους, οπότε το ρουφιάνε ήταν προσηγορικό, αν όχι χαϊδευτικό, και σε εκφράσεις του τύπου

“Σκατά μας τά΄ κανες πάλι κύριε καθηγητά”, ή

“Ρε συ, κοτζάμ υπουργός και δεν έχεις μπιτ νιονιό”,

και, η χειρότερη όλων,

“Αφιλότιμε άντρα”, που απευθύνονταν πάντα σε ξένους και ήταν συνήθως προειδοποίηση για διακοπή της συνεργασίας. Αλίμονο δε σ΄ εκείνους με τους οποίους ο Βελής μιλούσε με το σας και με το σεις. Ήταν εκ προοιμίου αποκλεισμένοι από κάθε στενότερη σχέση μαζί του.

Στην πρόταση που μού ΄κανε για τη διεύρυνση της ομάδας δεν έφερα καμιάν αντίρρηση. Ο Δημήτρης ο Γερμιώτης, εξωτερικός μεν αλλά ταχτικός συνεργάτης της Εγκυκλοπαίδειας, είναι απίθανος τύπος και παρά τις ιδιορρυθμίες του, οι δυό μας τα πάμε από την αρχή μια χαρά. Καθόλου εκδηλωτικός και, όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ξένους, άκρως επιφυλακτικός, μιλάει σιγαλόφωνα, σα φταίχτης, κοιτώντας κάπου κάπου τα πλάγια του και σε πολλούς, που δεν τον ξέρουν, δίνει την εντύπωση πως έχει διαπράξει κάποια σοβαρή παρανομία, για την οποία φοβάται πως όπoυ νά΄ναι θα τον συλλάβουν. Στην πραγματικότητα είναι απολύτως νομοταγής και άμεμπτος, αλλά όντας σιγανό ποτάμι, μόνο σε πολύ στενούς φίλους του ή σε εξαιρετικές περιστάσεις, εμφανίζει τον πραγματικό εαυτό του. Από τα βιογραφικά του στοιχεία δεν ανακοινώνει ποτέ τίποτα. Για δύο χρόνια, πριν η φορά των πραγμάτων μας δέσει με στενή φιλία, πίστευα πως ήταν γεροντοπαλίκαρο και φιλόλογος. Είχε μανία με τη συγκριτική γλωσσολογία, απέραντη μνήμη και καταπληκτική ευχέρεια να μαθαίνει γρήγορα ξένες γλώσσες. Φυσικά τα προσόντα του αυτά τα κρατούσε σχεδόν κρυφά, σα να ντρεπόταν γι’ αυτά.

Στην πραγματικότητα το κύριο επάγγελμα του είναι πολιτικός μηχανικός. Αυτό το έμαθα τυχαίως. Μια φορά που πίναμε τα ούζα μας στο πατάρι του “Ρωσικού” μ’ ένα φίλο μου που δουλεύει στον ΕΟΤ, ανέβηκε ο Δημήτρης μ’ άλλους δύο. Ο φίλος μου τον χαιρέτησε πολύ εγκάρδια, όσο τουλάχιστο κι εγώ.

“Τον ξέρεις το Γερμιώτη;” με ρώτησε όταν ο Δημήτρης και η παρέα του κάτσανε σε ένα τραπέζι αρκετά μακριά μας.

“Ναι, βέβαια, μπορώ να πω πως είμαστε φίλοι. Εσύ πού τον ξέρεις;”

“Είμαστε χρόνια στον Οργανισμό. Είναι μηχανικός από τους πολύ καλούς μάλιστα. Έγραψε κι ένα βιβλίο, “Από το Χάνι στο Μοτέλ”, που έκανε θόρυβο γιατί τσακώθηκε με τους αρχιτέκτονες του Οργανισμού, οι οποίοι θεώρησαν πως μπήκε στα οικόπεδα τους. Καλά δε σού ΄πε τίποτα σχετικά;”

“Αφού είσαι φίλος του θα τον ξέρεις. Δεν του παίρνεις εύκολα κουβέντα”

Είχα μείνει κατάπληκτος. Το μόνο που δε μπορούσα να φανταστώ ήταν πως ο Δημήτρης, που μπορεί να απαγγέλει Χάινε, Πούσκιν, Μπωντλέρ ή Ντάντε στο πρωτότυπο, ενδεχομένως δε ξέρει από στήθους εκτεταμένα κομμάτια από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια είναι πεζότατα ένας απλός μηχανικός!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !