Τα έπη των Αριμασπών – 3 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔02/08/2016 09:50

Από την προπροηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου.

Γύρισα στο σπίτι αληθινά αναστατωμένος από την απρόσμενη επανεμφάνιση του παλιού μου φίλου, που, χρόνια τώρα, τον είχα χαμένο. Η Μαργαρίτα από το ύφος μου κατάλαβε πως κάτι έτρεχε και με ρώτησε σχετικά. Της είπα τα καθέκαστα. Από τότε που γνωριστήκαμε την είχα μπάσει στην παρέα μου και ήξερε αρκετά καλά πολλούς φίλους μου εκείνης της εποχής, ενώ της είχα πει πολλά για τον Τάκη και τον Χρήστο, που χάθηκαν στον Εμφύλιο.

Ήρθε πράγματι τη Δευτέρα, συνεπής στο ραντεβού του κι αυτή τη φορά ήταν ο εγκάρδιος φίλος που θυμόμουνα. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά. Τον σύστησα στην Μαργαρίτα και στα παιδιά, που τα πρόλαβε πριν ξεπορτίσουν. Η Μαργαρίτα μας κέρασε γλυκό και τσέρι και αφού κάθισε μαζί μας για λίγο, μας άφησε μόνους να τα πούμε με την ησυχία μας. Ήμασταν κι οι δύο πολύ συγκινημένοι. Καθόμουν και τον κοιτούσα πολλήν ώρα. Τον θυμόμουν ένα ψηλό, αδύνατο παλικάρι, με θεληματικό πηγούνι και κάπως παιχνιδιάρικο βλέμμα. Τώρα ήταν ένας γεροδεμένος άντρας, καλοστεκούμενος για την ηλικία μας, αν και ελαφρά κυρτωμένος, με γκρίζα μαλλιά. Διατηρούσε όμως το ίδιο παιχνιδιάρικο βλέμμα.

“Να που συμβαίνουν και νεκραναστάσεις”, έσπασε επί τέλους τη σιωπή ο Χρήστος.

Φάγαμε πολλήν ώρα ανταλλάσσοντας πληροφορίες και αναπολώντας τα παλιά, από τα γυμνασιακά μας χρόνια, ως τότε που βγήκε στο βουνό. Κατάλαβα πως τον φίλο μου τον συγκινούσε πιο πολύ η αναδρομή στα χρόνια που ζήσαμε μαζί στη Νέα Σμύρνη και σεβάστηκα αυτό το δικαιολογημένο του συναίσθημα. Μου είπε για τους γονείς του, που πέθαναν πριν από χρόνια, το μικρότερο αδερφό του, που μετανάστευσε και μου εξήγησε πως η ιδέα να διαδοθεί πως είχε σκοτωθεί ήταν δικιά του για να μην υπάρξουν συνέπειες για τον αδελφό του. Θυμηθήκαμε παλιούς φίλους και συμμαθητές, τους καθηγητές μας και την καζούρα που τους κάναμε, τύπους της γειτονιάς μας και “τ΄ ανθισμένα, ωραία κορίτσια” που στολίζανε τα όνειρά μας. Συζητώντας για τον καιρόν εκείνο ο Χρήστος ξανάγινε στα μάτια μου ο φαρσέρ και καλαμπουριτζής αρχηγός της παρέας μας, ο αναγνωρισμένος καρδιοκατακτητής και ο γραμματέας της επονίτικης ομάδας μας στο Γυμνάσιο. Εγώ όμως ήθελα να μου μιλήσει για αυτά που αγνοούσα. Τι απέγινε όταν βγήκε στο βουνό, πώς σκοτώθηκε ο Τάκης και πώς εκείνος κατέληξε στην Τασκένδη.

Από όσα μού ΄πε, κατάφεραν να φτάσουν με το λεωφορείο της γραμμής ως τον Μπράλο, όπου ο Τάκης είχε συγγενείς οργανωμένους στο κίνημα. Αυτοί τους έφεραν σε επαφή με τους αντάρτες. Πήραν μέρος σε αμέτρητες μάχες και ατέλειωτες, εφιαλτικές, πορείες. Ο Τάκης σκοτώθηκε το ΄49 στην επίθεση κατά της Καρδίτσας. Ο ίδιος στάθηκε τυχερός. Μετά την υποχώρηση, πήγε στην Τασκένδη, όπου σπούδασε φιλολογία στο τμήμα ανατολικών γλωσσών κι έγινε διδάκτορας της αραβικής φιλολογίας. Ύστερα ασχολήθηκε με τα αρχεία των αραβικών μεταφράσεων, γνωστών και άγνωστων Ελλήνων συγγραφέων.

“Δε μπορείς να φανταστείς πόσος πλούτος, από την αρχαία ελληνική γραμματεία σε αραβική μετάφραση, βρίσκεται ακόμα άγνωστος και ανερμήνευτος”.

“Γίνεται σωστή δουλειά;”

“Σωστή αλλά αποσπασματική. Σου ξεφυτρώνουν εμπόδια από κει που δεν το περιμένεις. Υπάρχουν μερικοί συνάδελφοι πολύ μεγάλης αξίας αλλά και κάποιοι σκέτοι τενεκέδες, οι οποίοι όμως έχουνε γερές πλάτες κι έχουν πιάσει πόστα-κλειδιά”

“Παντού τα ίδια δηλαδή;”

Έμεινε σιωπηλός για λίγην ώρα

“Είναι μεγάλη ιστορία. Ας τ’ αφήσουμε καλύτερα για άλλοτε. Ένα μόνο να ξέρεις. Για την ΕΣΣΔ οι Ελληνες κομμουνιστές είχανε ανέκαθεν τεράστια αγάπη και τεράστια άγνοια. Εμείς σε πολλά σημεία πέσαμε από τα σύννεφα σα φτάσαμε εκεί”, μού ΄πε στο τέλος

“Στην κατηγορία των αραβικών μεταφράσεων που μένουν ανερμήνευτες ανήκουν αυτά τα Αριμάσπεια Επη;” γύρισα την κουβέντα, βλέποντας πως δεν ήθελε να επεκταθεί στις συνθήκες που επικρατούν στην ΕΣΣΔ. Σημείωσα μόνο πως είπε “είχανε” και όχι “είχαμε”. Άρα δε θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή.

“Οι στίχοι που απάγγειλα προχτές: Ισσηδοί χαίτησιν αγαλλόμενοι ταναήσι και τα λοιπά, είναι όπως είπα τότε, το ένα από τα δύο αποσπάσματα που σώθηκαν αυτούσια. Τους μνημονεύει ο Τζέτζης στις Χιλιάδες. Έξι στίχοι όλοι κι όλοι. Κάποιος λατίνος συγγραφέας, ο Λογγίνος, έχει επίσης διασώσει άλλο ένα απόσπασμα από έξι επίσης στίχους. Τα έπη όμως τα βρήκα να έχουν σωθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους σε αραβική έκδοση, πράγμα που μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο. Πριν επαναπατριστώ είχα ασχοληθεί μ’αυτό ακριβώς το θέμα”.

“Για πες μου λεπτομέρειες, γιατί εγώ το μόνο που θυμάμαι είναι πως πρόκειται για ένα απωλεσθέν έργο του Αριστέα του Προκοννήσιου, μιας κάπως θολής προσωπικότητας, των αρχών του 7ου αιώνα προ Χριστού”.

“Πράγματι θολής, όπως το λες, και η σύγχιση αυτή εξακολουθεί ως τις μέρες μας. Οι πληροφορίες που αναφέρει ο Ηρόδοτος δεν ξεκαθαρίζουν τα πράματα. Ήταν λέει γιος του Καϋστρόβιου και ανήκε σε μια από τις ευγενέστερες οικογένειες της Προκοννήσου. Μια μέρα μπήκε σε ένα “γναφείον” και ξαφνικά έπεσε νεκρός. Ο γναφέας έκλεισε το εργαστήριό του και έτρεξε να ειδοποιήσει τους συγγενείς του. Όταν όμως μπήκαν στο κλειστό εργαστήριο δε βρήκαν εκεί τον Αριστέα, ούτε νεκρό ούτε ζωντανό. Η είδηση του θανάτου του διαδόθηκε σε όλη την πόλη, τότε όμως ήρθε από την αντικρινή Κύζικο κάποιος που ισχυρίστηκε πως, λίγην ώρα πριν, είδε τον Αριστέα ζωντανό, να βαδίζει από την Κύζικο προς την Αρτάκη. Εφτά χρόνια μετά, ο Αριστέας εμφανίστηκε ολοζώντανος στην Προκόννησο και παρουσίασε ένα εκτεταμένο έπος, τα Αριμάσπεια Έπη”.

“Ναι, αλλά διακόσια σαράντα χρόνια αργότερα εμφανίστηκε στο Μεταπόντιο της Μεγάλης Ελλάδας, προπαγανδίζοντας τη λατρεία του Απόλλωνα”.

“Ξέρεις, πολλοί ισχυρίζονται πως στο Μεταπόντιο φάνηκε το φάντασμά του και όχι ο ίδιος. Γενικά υπάρχει αρκετή μυθοποίηση γύρω από το πρόσωπό του.

Μου κάνει πάντως εντύπωση, Νίκο, το ότι ο Αριστέας είναι άγνωστος στην Ελλάδα. Άκουγα προχτές αυτόν τον κύριο Παπαδόπουλο, (έτσι δε λέγεται;), που φλυαρούσε για την ελληνικότητα των Σουμερίων και όπως κατάλαβα δεν έχει καν ακουστά έναν αυθεντικό Έλληνα, που σε πολύ παλιά εποχή ταξίδεψε στα βάθη της Ασίας”

“Υπάρχει σχετική βιβλιογραφία στο εξωτερικό;.Γιατί στην Ελλάδα, από όσα ξέρω, είναι ανύπαρκτη”

“Από τον περασμένο αιώνα ασχολήθηκαν μαζί του πολλοί ξένοι φιλόλογοι. Υπάρχει κάποιο φιλολογικό “ζήτημα του Αριστέα”, όχι βέβαια ισάξιο αλλά πάντως ανάλογο με το Ομηρικό. Οι φιλόλογοι που ασχολούνται με τον Αριστέα διαιρούνται σε τρεις ομάδες. Στη μία ανήκουν εκείνοι, που τον θεωρούν φανταστικό πρόσωπο, τη δε σύνθεση των Επών την αποδίδουν σε ανώνυμους ραψωδούς των ιωνικών αποικιών της Προποντίδας. Στη δεύτερη ομάδα περιλαμβάνονται όσοι θεωρούν τον Αριστέα ιστορικό πρόσωπο, διάσημο κατά την αρχαιότητα κυρίως για τα ταξίδια του, όχι όμως συγγραφέα των Επών. Μια τρίτη τέλος ομάδα φιλολόγων θεωρεί ότι ο Αριστέας υπήρξε και ότι αυτός έγραψε τα Έπη. Ένας μάλιστα φιλόλογος αυτής της ομάδας, ο Μεγί έχει επισημάνει τις ομοιότητες που συναντούμε στις ιστορίες περί του Αριστέα με όσα σήμερα γνωρίζουμε για τους σαμάνους της Σιβηρίας. Ο Μεγί υποθέτει ότι ο Αριστέας υπήρξε ένας Έλληνας σαμάνος και τα Έπη σαμανικό ποίημα. Αυτά που αναφέρει ο Ηρόδοτος, ή εκείνα που γράφει το λεξικό Σουίδα, πως είχε την ικανότητα να βγάζει και να βάζει την ψυχή στο σώμα του: “τούτου φασί την ψυχήν όταν εβούλετο, εξιέναι και επανιέναι πάλιν” συμφωνούν με σαμανικά επιτεύγματα, που ήταν ήδη γνωστά στους Σκύθες και δι΄αυτών στους Έλληνες.»

“Εσύ τι πιστεύεις;”

“Εγώ δέχομαι την τρίτη άποψη: πως ο Αριστέας υπήρξε, είναι ο συγγραφέας των Επών και δεν αποκλείεται να ταξίδεψε ως τα βάθη της Σιβηρίας και να ΄φτασε στη χώρα των Υπερβορείων, άνκαι, ο Ηρόδοτος πάλι, αφήνει να εννοηθεί ότι έφτασε ως τη χώρα των Αριμασπών κι ότι όσα αναφέρει για τους Υπερβορείους τα έμαθε εξ ακοής. Νομίζω πως όπως η Οδύσσεια απηχεί τις πρώτες προσπάθειες των Ελλήνων να ανοιχτούν στη Δυτική Μεσόγειο και τα Αργοναυτικά, τα πρώτα ταξίδια τους στον Εύξεινο Πόντο, έτσι και τα Αριμάσπεια Έπη αντικατοπτρίζουν τις πρώτες επαφές των Ελλήνων με τις χώρες της Κεντρικής Ασίας και της Σιβηρίας, ως τη χώρα των Υπερβορείων”.

“Πού τοποθετείται η χώρα αυτή;”

“Παλαιότερα θεωρούσαν ότι οι Υπερβόρειοι κατοικούσαν στα βόρεια της Βαλκανικής, μεταξύ Αδριατικής και Ευξείνου Πόντου, ο Ηρόδοτος όμως, που πρέπει να είχε διαβάσει τα Αριμάσπεια Επη, είναι κατηγορηματικός και τοποθετεί τη χώρα των Υπερβορείων πολύ πιο βόρεια και ανατολικά. Εξ άλλου πολλοί φιλόλογοι θεωρούν ότι το όνομά τους που το γράφουν “Υπερβόριοι” με γιώτα, δεν ετυμολογείται από το υπερ και βορράς αλλά από το υπέρ και βόρα που σημαίνει όρος. Δεν είναι δηλαδή οι πέραν του βορρά άνθρωποι αλλά οι πέραν των ορέων. Το ζήτημα είναι για ποια όρη πρόκειται. Οι νεότεροι και κυρίως σοβιετικοί ερευνητές τους τοποθετούν στην Ανατολική Σιβηρία. Εγώ τους ταυτίζω με τους Αϊνού”.

“Για βάστα, τι μου λές τώρα, αυτοί κατοικούν στην Ιαπωνία”.

“Σήμερα ναι. Πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια όμως, ήταν εξαπλωμενοι στη Σαχαλίνη, στον κάτω ρου του Αμούρ, στη Μαντζουρία και στη Βόρεια Κορέα. Μην ξεχνάς πως είναι λευκοί και πως την ίδιαν εποχή στη Μογγολία και στο Τουρκεστάν κατοικούσαν λευκοί, που μιλούσαν μάλιστα ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, οι Αριμασποί, στη σημερινή Μογγολία, οι Ισσηδόνες στο Σιν-Κιαγκ, οι Θυσσαγέτες στον Κάτω Βόλγα και στο Δυτικό Καζαχστάν, οι Σάκες στο Τουρκμενιστάν, οι Μασσαγέτες στο Ουζμπεκιστάν κι άλλοι. Οι σοβιετικοί πάντως πιστεύουν πως οι Υπερβόρειοι κατοικούσαν στην Άπω Ανατολή και, όπως μού΄πε ένας φίλος μου, πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, στο Βλαδιβοστόκ έχουν στήσει το άγαλμα του Αριστέα!”

“Αν έχεις δίκιο η ανεύρεση των Επών, έστω και σε αραβική μετάφραση, θα αποτελέσει φιλολογικό και ιστορικό γεγονός πρώτου μεγέθους. Έχεις μεταφράσει τίποτα κομμάτια από τα ΄Επη στα ελληνικά;”

(συνεχίζεται)

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !