Τα έπη των Αριμασπών – 2 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔26/07/2016 09:50

Από την προηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ.

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Αυτός λοιπόν ήταν! Κατάλαβα με μιας πως είχα μπροστά μου τον παλιό μου φίλο, συμμαθητή στο γυμνάσιο και συναγωνιστή στην ΕΠΟΝ, το Χρήστο το Γιαννάκα, που πίστευα πως είχε σκοτωθεί στο Γράμμο πριν από τριανταοχτώ ολόκληρα χρόνια!

……………………………………………………………………………………..…………….

Είναι μυστήριο πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της μνήμης. Μέσα σε δευτερόλεπτα γεφυρώθηκαν σαράντα σχεδόν χρόνια. Από παρά λίγο εξηντάρης έγινα ξαφνικά δεκαοχτάρης. Το παραφορτωμένο με έπιπλα, πίνακες κι αγάλματα, σαλόνι του Βελή χάθηκε κι έδωσε τη θέση του σ’ένα δωματιάκι σε κάποιο μονόροφο στην Ανω Νέα Σμύρνη. Καλοκαίρι του ΄47. Βραδάκι. Είχαμε μαζευτεί πέντε φίλοι, παλιοί συμμαθητές στο Γυμνάσιο της Νέας Σμύρνης, στο σπίτι του Τάκη, ξεθεωμένοι από την πεζοπορία που κάναμε από το Έδεμ ως εκεί. Είχαμε πάει (φυσικά πάλι με τα πόδια) για απογευματινό μπάνιο και για να κολλήσουμε σε κορίτσια. Πραγματοποιήσαμε το πρώτο, αποτύχαμε στο δεύτερο και γυρίσαμε στη γειτονιά μας εύθυμοι και ιδρωμένοι. Όπως συνήθως πειράζαμε τον Μπάμπη, αποδίδοντας του την ευθύνη που τα κορίτσια μας γύρισαν τις πλάτες. Η μάνα του Τάκη μας κέρασε βυσσινάδες και στρωθήκαμε στις πάνινες διπλωτές πολυθρόνες, κουβεντιάζοντας και περιμένοντας να πάει οχτώ η ώρα για ν’ ακούσουμε τη “Φωνή της Αλήθειας” στο ραδιόφωνο.

Τα νέα που ακούσαμε ήταν συνταρακτικά. Οι αντάρτες είχαν εισχωρήσει από το Γράμμο στα Ζαγοροχώρια και τη Μουργκάνα, ενώ κυριαρχούσαν στη Θεσσαλία και τη Ρούμελη. Άσε πια την Πελοπόννησο όπου οι κυβερνητικοί κρατούσαν μόνο τις μεγάλες πόλεις. Όλα δείχνανε πως η κατάρρευση του μοναρχοφασισμού ήταν ζήτημα μηνών.

“Κι εμείς καθόμαστε εδώ, άντε να μην πω τί κάνουμε”, ξέσπασε ο Τάκης σαν τελειώσαμε τα ενθουσιώδη σχόλια μας πάνω στις ειδήσεις που ακούσαμε.

Λίγες μέρες μετά από κείνο το βράδυ, με πρωτοβουλία του Τάκη πήγαμε στο Βασίλη, το γραμματέα της ΕΠΟΝ της γειτονιάς μας και του θέσαμε το ζήτημα. Φάνηκε κάπως αμήχανος.

“Συναγωνιστές, για την ώρα δε μπαίνει θέμα να βγούμε στο βουνό. Εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε το Δημοκρατικό Στρατό των πόλεων. Όταν θα ‘ρθει η ώρα”, συμπλήρωσε.

Ο Αλέκος κι εγώ, αιωνίως πειθαρχικοί, συμφωνήσαμε. Πηγαίναμε εξάλλου φροντιστήριο για το Πανεπιστήμιο και δεν ήταν ξεκάθαρο πoιο ήταν το άμεσο καθήκον μας. Ήταν μια περίεργη εποχή. Παρά το αντάρτικο και τη δικαστική απαγόρευση της ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ και το Κόμμα ήταν νόμιμα και ο “Ριζοσπάστης”, ή “Ελεύθερη Ελλάδα” και ο “Ρίζος της Δευτέρας” κυκλοφορούσαν κανονικά. Ο “Ριζοσπάστης” μάλιστα ήταν πρώτος σε κυκλοφορία από όλες τις πρωινές εφημερίδες. Οι “Δημοκρατικοί Σύλλογοι”, δημιούργημα του αντιμοναρχικού αγώνα της περασμένης χρονιάς, είχαν ακόμα τη δυνατότητα να κάνουν τεράστιες συγκεντρώσεις.

Ύστερα έγιναν ξαφνικά οι ομαδικές συλλήψεις του Ζέρβα. Χιλιάδες αριστεροί πιάστηκαν στα σπίτια τους μεταφέρθηκαν στην Ψυττάλεια για λίγες μέρες και κατόπιν εξορίστηκαν στην Ικαρία. Ήταν φανερό πως τα έκτακτα μέτρα όπου να’ ναι θα επεκτείνονταν και στην πρωτεύουσα. Ήδη στις γειτονιές τα μπλόκα της αστυνομίας και οι επιθέσεις των χιτών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Σε ένα τέτοιο μπλόκο στο Μπογιάτι, όπου είχαν πάει εκδρομή μερικοί από την παρέα μας, πιάστηκε κι ο Χάρης, ένας γείτονας από τη Μάνη και έμπλεξε πολύ άσκημα.

Βούιξε η γειτονιά μας την άλλη βδομάδα όταν μαθεύτηκε πως ο Τάκης κι ο Χρήστος βγήκαν στο βουνό. Τα σπίτια τους λέγαν πως τα παιδιά είχαν πάει στα χωριά τους αλλά ποιός τους πίστευε. Πήγα να δω τη μάνα του Τάκη, μα το βλέμμα που μού ΄ριξε, μισό επιτιμητικό και μισό τραγικά απελπισμένο, μού ΄κοψε κάθε όρεξη. Ένοιωθα σα φταίχτης. Όσο κι αν της είπα πως πολύ σύντομα θα γυρνούσε πίσω νικητής, αυτή δεν έπαυε να με κοιτά με το ίδιο το βλέμμα. Δεν πίστευε πως θα νικούσαμε.

Δυο χρόνια αργότερα, όταν εγώ κι ο Αλέκος ήμασταν ήδη δευτεροετείς στο Πανεπιστήμιο, μάθαμε πως ο Τάκης σκοτώθηκε σε μάχη. Για τον Χρήστο δεν είχαμε καμιά σίγουρη πληροφορία, λέγανε όμως πως κι αυτός σκοτώθηκε στο Γράμμο. Οι ενοχές μου μεγάλωσαν αλλά η ζωή συνεχίστηκε…

……………………………………………………………………………………….

“Σου μιλάω βρε! Χάζεψες; Δεν ακούς;”

Η φωνή του αφεντικού με ξανάφερε στο σήμερα.

“Με συγχωρείς κύριε Βελή, κάτι σκεφτόμουνα και δε σε πρόσεξα”.

Είχα το προνόμιο να του μιλώ στον ενικό.

“Λέω, πώς σου φαίνεται να βγάλουμε ειδικόν τόμο: Ο ελληνιστικός κόσμος;”

“Μήπως το περιορίζουμε έτσι το θέμα; Εγώ θά ΄λεγα έναν τόμο με πλατύτερο χαρακτήρα και χρονικά και γεωγραφικά. Να πούμε: οι υπερπόντιοι Έλληνες και οι Έλληνες της διασποράς. Ν’ αρχίσουμε από τις κρητικές Μινώες και τα μυκηναϊκά εμπορεία, να περάσουμε στον αποικισμό της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, να εξετάσουμε διεξοδικά τον ελληνιστικό κόσμο και μετά από τη μεσαιωνική διασπορά να φτάσουμε στη νεότερη μετανάστευση και στις παροικίες των ομογενών. Θα’ναι.…”

“Φτάνει. Κατάλαβα. Μ’ αρέσει. Θέλει όμως αρχίδια αυτή η δουλειά, δεν είναι παίξε γέλασε”.

“Τι θα λέγατε κύριε Βελή να έχει ο τόμος τίτλο Το άλας της Γης;” πετάχτηκε ένας από τους παρασίτους.

“Καλό. Πολύ καλό. Μπράβο”, επιδοκίμασε ο Βελής. Χτύπησε το καμπανάκι

“Παρασκευούλα, φέρε μας κι άλλο κρασί και, αν σου βρίσκεται, φτιάξε του Ιορδάνη κάνα σαχανάκι με παστουρμά, που του αρέσει. Θα συνεργαστείς εσύ με το Χρηστάκη από δω”, μου λέει, στρεφόμενος προς το μέρος μου.

Έτσι ξανασυναντήθηκα με το φίλο μου ύστερα από τόσα χρόνια, μ΄όλο που δε δώσαμε εκείνο το βράδι γνωριμιά. Ότι με αναγνώρισε δεν έμπαινε θέμα. Άλλωστε ο Βελής, προάγοντας τον αμέσως κατά τρεις θέσεις, τον έβαλε να καθίσει απέναντι μου, τέταρτον εξ αριστερών, υποβιβάζοντας κατά μία θέση τρεις συντάκτες και μας σύστησε κανονικά. Παρά το άκουσμα του ονόματός μου ο Χρήστος δεν έδειξε να με θυμήθηκε, το εύγλωττο όμως βλέμμα του διέψευδε τα φαινόμενα. Από τη στάση του, κατάλαβα πως για κάποιους δικούς του λόγους, δεν ήθελε να φανεί πως ήμασταν γνωστοί από παλιά. Και φυσικά δε συζητήσαμε τίποτα εκείνο το βράδυ. Εκτός που είχα χάσει τη μιλιά μου και τον έβλεπα με δέος, δεν ήταν δυνατό, για αντικειμενικούς λόγους, να γίνει πλέον σοβαρή κουβέντα, καθώς η συγκέντρωση εκτρεπόταν σταθερά σε γλέντι, όπως συμβαίνει κάθε φορά που ο Βελής έχει τα κέφια του.

Παρά την σφιχτοχεριά του, που πλησιάζει τα όρια της φιλαργυρίας, ο Βελής στις σαββατιανές μας συγκεντρώσεις είναι γενναιόδωρος μέχρι σπατάλης. Η ουσία βέβαια είναι πως όσα κι αν ξοδέψει σ΄αυτά τα Σάββατα, τελικά πετυχαίνει σημαντική οικονομία. Παρόμοιες συνεδριάσεις, είκοσι και πλέον ανθρώπων επί αρκετές ώρες, θα απαιτούσαν να είχε νοικιάσει μια μεγάλη αίθουσα, δηλαδή σημαντικώς μεγαλύτερη δαπάνη, χώρια που τότε θα είχαν υπηρεσιακό χαρακτήρα, πράγμα που θα έβαζε πολλούς στον πειρασμό να ζητήσουν υπερωριακή αμοιβή. Ενώ με το να μαζευόμαστε στο σαλόνι του, τρώγοντας και πίνοντας, παραμέναμε καλεσμένοι και φίλοι του.

Εκείνο το βράδι ο Βελής μερακλώθηκε κι άρχισε τα ηπειρώτικα με τη συνοδεία του κυρίου Μάνθου Σιαφαρίκα, ενός παλιού φίλου του με εξαιρετική φωνή, άριστου τραγουδιστή των δύσκολων αυτών ασμάτων. Πριν το διαλύσουμε, ανταλλάξαμε με το Χρήστο τις διευθύνσεις μας (τηλέφωνο δεν είχε) και κανονίσαμε να τα πούμε από Δευτέρα.

Γύρισα στο σπίτι αληθινά αναστατωμένος από την απρόσμενη επανεμφάνιση του παλιού μου φίλου, που, χρόνια τώρα, τον είχα χαμένο. Η Μαργαρίτα από το ύφος μου κατάλαβε πως κάτι έτρεχε και με ρώτησε σχετικά. Της είπα τα καθέκαστα. Από τότε που γνωριστήκαμε την είχα μπάσει στην παρέα μου και ήξερε αρκετά καλά πολλούς φίλους μου εκείνης της εποχής, ενώ της είχα πει πολλά για τον Τάκη και τον Χρήστο, που χάθηκαν στον Εμφύλιο.

(συνεχίζεται)

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !