Τα έπη των Αριμασπών – 16 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔29/11/2016 09:50

Επειδή χτες είχα διάφορες ταξιδιωτικές περιπέτειες και δεν προλάβαινα να γράψω, αποφάσισα να επισπεύσω κατά μία εβδομάδα τη δημοσίευση της επόμενης συνέχειας από το μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη (συνήθως), το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη έκτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη από το έκτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο Η Οδύσσεια του Λεωνίδα Τουμανίδη. Έχουμε σταματήσει στο σημείο όπου ο παλιός αντάρτης Χρήστος, που ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των χαμένων Αριμασπείων επών εξαφανίζεται αφού έχει αποσπάσει μια γενναία από τον μεγαλοεκδότη Βελή. Τα δυο φιλικά ζευγάρια που τον αναζητούν έχουν φτάσει σε αδιέξοδο.

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗ

Ενώ η αναζήτηση του Χρήστου βρισκόταν σε νεκρό σημείο, ήρθε ξαφνικά στη σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας ένα γράμμα, απευθυνόμενο προς εμένα. Έτσι τουλάχιστον υπέθεσε η Άννα, η κοπέλα της γραμματείας, γιατί η διεύθυνση στο φάκελο ήταν εξαιρετικά κακογραμμένη, όταν δε τον άνοιξα είδα πως και το περιεχόμενο ήταν το ίδιο και χειρότερο. Πίθηκος, που θα του μάθαιναν να γράφει, θά ΄κανε καλύτερα γράμματα από αυτή την εναλλαγή από μπαστουνάκια και ρόμβους που θέλανε να παραστήσουν τα ψηφία του ελληνικού αλφαβήτου. Ο Γιώργος ο Λαμπρόπουλος, που τού ‘δειξα το γράμμα επανέλαβε το παλιό αστείο, να απευθυνθώ σε φαρμακοποιό, να μου το διαβάσει.

Ευτυχώς το γράμμα ήταν λίγες αράδες και τελικά με πολύν κόπο κατάφερα να το αποκρυπτογραφήσω, χωρίς μ΄αυτό να φωτιστώ περισσότερο. Προερχόταν από κάποια κυρία Σεβαστή Τουμανίδου και έλεγε πως ο άντρας της ήταν βαριά άρρωστος και ήθελε οπωσδήποτε να με δεί για να μου δώσει μια σημαντική πληροφορία. Το επώνυμο κάτι μου θύμιζε, κάποιος φίλος του πατέρα μου, τον καιρό που ήμουνα παιδί, μου φαινόταν πως λεγόταν έτσι, αλλά δε μπορούσα να θυμηθώ περισσότερα. Άλλωστε η οικογένεια Τουμανίδου έμενε στην Καλαμαριά, στη Θεσσαλονίκη, όπου εμείς ποτέ δεν είχαμε πάει.

Το μυστηριώδες γράμμα προκάλεσε όπως ήταν επόμενο πολλές συζητήσεις ανάμεσα σε μένα την Μαργαρίτα, το Δημήτρη και τη Λασκαρίνα, κατά τις οποίες διατυπώθηκαν κάθε είδους εικασίες. Αποδείχτηκε ότι, έτσι που μας είχε γίνει έμμονη ιδέα, ενδόμυχα όλοι μας πιστεύαμε πως το γράμμα πρέπει να είχε σχέση με τον απολεσθέντα Χρήστο ή με τα Αριμάσπεια Έπη. Τελικά αποφασίσαμε να πάμε στη Σαλονίκη. Επωφελούμενοι από το γεγονός ότι η 28η Οκτωβρίου έπεφτε Παρασκευή είπαμε να συνδυάσουμε τη λύση του μυστηρίου με μιαν εκδρομή κει πάνω. Ξεκινήσαμε νωρίς το απόγεμα της Πέμπτης με το αμάξι του Δημήτρη που είναι πιο ευρύχωρο από το δικό μου, αλλά συμφωνήσαμε να οδηγούμε εκ περιτροπής και οι τέσσερις, ώστε να μη μας κουράσει το ταξίδι. Πραγματικά όχι μόνο δεν κουραστήκαμε αλλά γλεντήσαμε τη διαδρομή, καθώς μάλιστα ο καιρός ήταν λαμπρός και είχε και φεγγάρι. Ένας από τους πολλούς λόγους που ταιριάσαμε οι τέσσερις μας είναι η κοινή κλίση προς το τραγούδι. Όχι πως έχουμε τίποτα εξαιρετικές φωνές, μόνο πειθαρχημένες είναι, αλλά διαθέτουμε μουσικό αυτί. Άσε που διαπιστώθηκε πως ξέρουμε όλοι έναν περίδρομο τραγούδια και το σπουδαιότερο, γνωστά και στους τέσσερις. Μόλις βγήκαμε από την Αθήνα πιάσαμε Λοΐζο, Χατζηδάκη, Θεοδωράκη και Σαββόπουλο. Η Μαργαρίτα πρίμο, εγώ κι ο Δημήτρης σεγκόντο κι η Λασκαρίνα ένα καταπληχτικό τέρτσο.

Στη Θεσσαλονίκη φτάσαμε μεσάνυχτα και με δυσκολία βρήκαμε δύο δίκλινα δωμάτια σε ξενοδοχείο κοντά στην πλατεία Αριστοτέλους. Ψόφιοι από την κούραση πέσαμε αμέσως για ύπνο. Την άλλη μέρα κινήσαμε για την Καλαμαριά αλλά μπλέξαμε με την παρέλαση. Είχαμε ξεχάσει πως η επέτειος του Όχι γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στη Θεσσαλονίκη. Στρατός, ναυτικό, αεροπορία, άρματα, πύραυλοι και οι απαραίτητοι Μακεδονομάχοι. Εντυπωσιαστήκαμε από τη λεβεντιά αυτών των ασπρομάλληδων που βάδιζαν ευθυτενείς και θαλεροί σαν καλοστεκούμενοι πενηντάρηδες.

“Βρε παιδιά πότε έγινε ο μακεδονικός αγώνας;” ρώτησε ξαφνικά η Λασκαρίνα

“Μου φαίνεται από το 1905 ως το 1908”, της λέω

“Για βάστα, αν είναι έτσι, αυτοί που βλέπουμε πρέπει νά’ ναι εκατό χρονών και πάνω, εφ’ όσον έχουνε πάρει μέρος σε αγώνα που έγινε πριν ογδόντα σχεδόν χρόνια”.

Τελικά εξακριβώσαμε πως μονάχα η στολή τους ήταν τόσο παλιά. Το περιεχόμενό της ήταν πολύ νεότερο. Παρελαύνανε τα εγγόνια ή τα μικρανήψια ή άλλοι κατιόντες των πραγματικών Μακεδονομάχων που δεκαετίες τώρα τους σκέπαζε το χώμα της Μακεδονίας.

“Με την ίδια λογική”, συμπέρανε η Λασκαρίνα, “στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου, στην Αθήνα πρέπει να παρελαύνουν οι απόγονοι των αγωνιστών του 21 φορώντας τις στολές τους”.

“Ευτυχώς που εμείς οι χαμουτζήδες δεν κρατάμε τόσο ψηλά το λάβαρο του πατριωτισμού”, έκλεισε το σχόλιο ο Δημήτρης.

Κόντευε μεσημέρι όταν καταφέραμε, από παρακαμπτήριους δρόμους και με χίλιες δυσκολίες, καθώς δεν ξέραμε καθόλου την πόλη, να βγούμε από το κέντρο και να φτάσουμε στον προορισμό μας. Η Καλαμαριά μας φάνηκε πολύ όμορφη και, για προάστειο μεγαλούπολης, πολύ ζωντανή. Το σπίτι της οικογένειας Τουμανίδη ήταν δυο τετράγωνα πίσω από την πλατεία. Ήταν μια διώροφη, μακρόστενη προσφυγική πολυκατοικία και, από τα παιδιά που παίζανε μπροστά της, πληροφορηθήκαμε ότι ο αναζητούμενος κύριος Τουμανίδης κατοικούσε σε ένα διαμέρισμα του ισογείου. Μας άνοιξε μια χοντρή γυναίκα, κάπου εξήντα χρονών, που όταν άκουσε το όνομά μου μας καλωσόρισε με μεγάλη εγκαρδιότητα σα νά’ βλεπε δικούς της ανθρώπους. Μπήκαμε στο φτωχικό πλην πεντακάθαρο σπίτι, που μοσκομύριζε από το φαγητό που μαγειρευόταν στην ηλεκτρική κουζίνα, διασχίσαμε το καθιστικό και στη βεράντα βρήκαμε τον άντρα της. Η οικοδέσποινα μας έδωσε καρέκλες να καθήσουμε και μας κέρασε μια πορτοκαλάδα. Κάθισα και παρατηρούσα τον άνθρωπο που ζήτησε να συναντηθεί μαζί μου.

Ήταν ένας αδύνατος γέροντας, καθηλωμένος σε αναπηρικό καρότσι. Παρά τη φθορά του χρόνου διατηρούσε ίχνη μιας παλιάς λεβεντιάς. Ξαφνικά τον θυμήθηκα! Ήταν ο Ατσάλης, το δεξί χέρι του πατέρα μου στην Κατοχή. Τον ξανάφερα στο νου μου εκείνο το φθινόπωρο του ΄43, τότε που κατέρρευσε η Ιταλία και οι περισσότερες μονάδες του ιταλικού στρατού, που είχαν την ευθύνη της κατοχής στη Νότια Ελλάδα, είχαν κυριολεκτικά διαλυθεί. Στην επαρχία ολόκληρες μεραρχίες παραδόθηκαν στον ΕΛΑΣ με τον οπλισμό τους. Μέσα στην Αθήνα βέβαια η ισχυρή παρουσία των Γερμανών εμπόδισε τέτοια φαινόμενα αλλά στις γειτονιές κάτω από τη μύτη τους γινότανε χαμός. Οι πρώην σύμμαχοί τους, πουλούσαν όσο όσο ή ανταλλάσσανε με πολιτικά ρούχα, τα πάντα: αραβίδες, πιστόλια, πολυβόλα, όλμους, στολές ως και σημαίες προσφέρανε, μ’ όλο που αυτές δεν τις έπαιρνε κανείς.

Θυμήθηκα τον Ατσάλη κι άλλους εαμίτες, που έρχονταν τα βράδια στο σπίτι μας φέρνοντας κάθε φορά και μερικά όπλα, κυρίως αραβίδες και πιστόλια, άνκαι μια φορά κουβάλησαν τυλιγμένο σε λινάτσα έναν ατομικό όλμο. Ο πατέρας μου τους έλεγε πού θα τα πήγαιναν και πώς θα έκρυβαν τα όπλα. Στην Καισαριανή για να βρεθούν τα χρήματα που ζητούσαν οι Ιταλοί γίνονταν έρανοι και η συγκέντρωση του οπλισμού γινόταν φανερά, στην αυλή του γυμνασίου. Αμέσως φυσικά οι Γερμανοί αντέδρασαν περιορίζοντας και αφοπλίζοντας τους Ιταλούς ενώ τα Τάγματα άρχισαν τις επιδρομές, τις έρευνες και τις συλλήψεις στις γειτονιές μήπως πάρουν τίποτα πίσω. Ο πατέρας μου γλίτωσε την τελευταία στιγμή, γιατί η Oργάνωση τον φυγάδεψε σε άλλη γειτονιά. Πάντως από τότε εξοπλίστηκε για καλά, ο ανταρτικός στρατός στα βουνά και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για να εμφανιστούν λίγο αργότερα ένοπλα τμήματα του εφεδρικού στρατού στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Τότε, θυμάμαι, ο Ατσάλης βγήκε στο βουνό στη 13η μεραρχία του ΕΛΑΣ, στη Βοιωτία. Μας ξανάρθε τον Οχτώβρη του ΄44, με γένια και μουστάκια, φυσεκλίκια σταυρωτά, λεβεντιά καμαρωτή…

Θυμήθηκα ακόμα πως το “Ιωσήφ Ατσάλης” ήταν ψευδώνυμο. Στην πραγματικότητα λεγόταν Λεωνίδας κι είχε γεννηθεί το 1916 στη Σάντα του Πόντου. Ο πατέρας του σκοτώθηκε το 1923 στα βουνά της πατρίδας του. Ήταν από τους τελευταίους Πόντιους αντάρτες, που πολεμούσαν ακόμα τους Τούρκους. Η οικογένεια του από το ΄22 είχε καταφύγει στο Κιουτάισι της Γεωργίας, όπου και τελικά εγκαταστάθηκαν. Ο ίδιος και τ΄αδέλφια του πήγανε στο ελληνικό σχολείο της πόλης. Όταν τέλειωσε το γυμνάσιο έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο αλλά το ΄36, όσους είχαν το 1924 την ελληνική υπηκοότητα και δεν την άλλαξαν με τη σοβιετική, τους έστειλαν στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν στην Ανω Νέα Σμύρνη. Ο Λεωνίδας και τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του πήγαν στο Στρατό. Πολέμησαν στην Αλβανία και στην Κατοχή οργανώθηκαν στο ΕΑΜ. Αυτά μου είχε διηγηθεί κατά καιρούς ο πατέρας μου για τον Ατσάλη. Τώρα τον είχα μπροστά μου γέρο και σχεδόν ανήμπορο.

“Σ’ έβαλα σε κόπο βρε Νίκο μου, αλλά όταν έμαθα πως εργάζεσαι στην Εγκυκλοπαίδεια μαζί με τον Γιαννάκα δε μπόρεσα να κρατηθώ. Έβαλα τη Σεβαστή να σου γράψει, βλέπεις εγώ είμαι πιασμένος, άχρηστος. Γέρασα πολύ, δε βλέπω να βγάζω το χρόνο. Κι εσύ μεγάλωσες. Έ, φυσικό ήτανε. Πόσα χρόνια πέρασαν ε; Σαράντα και πάνω. Παίρνω που λες το “Σύμπαν” και βλέπω την ανακοίνωση πως θα βγάλει ειδικό τόμο “το άλας της γης”. Τι θα πει αυτό δεν κατάλαβα αλλά θα είναι λέει για τους Ελληνες τους σκόρπιους στα πέρατα της γης, από την Αρχαιότητα ως σήμερα. Διαβάζω λοιπόν τα ονόματα των συνεργατών και βλέπω το δικό σου δίπλα δίπλα με του Γιαννάκα. Και να σκεφτείς ότι τον ζητάω είκοσι χρόνια. Το φίδι το κολοβό”.

“Που τον γνώρισες το Χρήστο, καπετάν Ατσάλη;” τον ρώτησα συγκινημένος, χρησιμοποιώντας άθελά μου το κατοχικό του ψευδώνυμο

“Καπετάν Ατσάλη! πόσα χρόνια είχα να τ’ ακούσω. Ο πατέρας σου θα πέθανε έ; Σπουδαίος άνθρωπος. Έμαθα τι τράβηξε μετά τη Βάρκιζα. Εγώ τότε ξαναβγήκα στο βουνό. Πού να ξέραμε τότε τί μας περίμενε. Μόνοι μας βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας. Τόσοι καλοί άνθρωποι πήγαν χαμένοι. Πού τον γνώρισα με ρωτάς έ;

Στο Τασκέντ το 1965 όταν πήραμε την άδεια να φύγουμε από την ΕΣΣΔ. Εμάς το ΄55 μας είχαν εξορίσει στο Ακτιουμπίνσκ κι από κει μας έφεραν με τραίνο στο Τασκέντ και από εκεί με τραίνο πάλι πήγαμε στο Νοβοροσίσκ, όπου πήραμε το πλοίο για την Ελλάδα. Στο Τασκέντ μείναμε μια βδομάδα και τότε γνωρίστηκα με το Χρήστο, που με βοήθησε πολύ, γιατί, μετά τη διαγραφή μου και την εξορία, είχα χάσει κάθε επαφή με τους δικούς μας. Μας είχανε επιτρέψει να πάρουμε μαζί μας την οικοσκευή που θέλαμε και είπα να πάρω μαζί μου το ψυγείο και την τηλεόραση. Δεν ήξερα πως τότε στην Ελλάδα δεν είχε ακόμα τηλεόραση. Τη φέραμε κι έμεινε κάπου τρία χρόνια κλειστή. Ας είναι. Λοιπόν ο Χρήστος, που δήλωσε πως εκείνος δε θα έπαιρνε μαζί του τίποτα, μόνο μια βαλίτσα με ρούχα και βιβλία, με βοήθησε να τα συσκευάσω. Τα τυλίξαμε με παπλώματα και τα δέσαμε καλά. Την τηλεόραση για να μη σπάσει το γυαλί της έφερε πολλά χαρτιά, όχι εφημερίδες, κάτι περίεργα παλιόχαρτα μου φάνηκαν τότε πως ήτανε και τα έβαλε μπροστά στην οθόνη πριν την τυλίξουμε με το πάπλωμα”.

“Τί απόγιναν αυτά τα χαρτιά;” ρώτησε ο Δημήτρης ανυπόμονα, “τα πετάξατε όταν φτάσατε εδώ;”

“Όχι, ο Χρήστος μας βόηθησε πάλι και όταν ξεαμπαλάραμε τα πράγματα, μάζεψε με προσοχή τα παλιόχαρτα αυτά, τα ίσιωσε και τα έβαλε σε μια μεγάλη τσάντα. Τότε κατάλαβα πως, χωρίς να το θέλω, τον βοήθησα να βγάλει αυτά τα χαρτιά από την ΕΣΣΔ και θύμωσα πολύ. Δε μπόρεσα όμως να κάνω τίποτα. Είμαι σίγουρος πως ήταν κάποια κομματικά ντοκουμέντα. Εγώ ήμουν με το Ζαχαριάδη κι αυτός με τους κολιγιαννικούς, αλλά μού΄χε πει πως διαφώνησε μαζί τους. Από τότε έψαχνα να τον βρω, αλλά όπως έμαθα, στην Ελλάδα δεν έμεινε. Στο εξωτερικό έφυγε”.

“Γιατί λες πως ήταν κομματικά ντοκουμέντα;”

“Τί άλλο να ήτανε; Παλιά χειρόγραφα ήταν, δεν ήταν τυπωμένα χαρτιά. Και μάλιστα ήταν γραμμένα με στενογραφία ή κρυπτογραφικά. Δε μπόρεσα να διαβάσω τίποτα. Το μελάνι καφέ ήτανε. Γιαυτό λέω πως ήταν από τη δικιά μας πάρτη. Αν ήταν των άλλων θα ήταν πολυγραφημένα ή τυπωμένα. Εμείς τότε πια μήτε γραφομηχανή δεν είχαμε”.

“Ποιοι εσείς;”

“Οι ζαχαριαδικοί, ποιοι άλλοι. Βέβαια εκείνον τον καιρό είχανε κάπως ησυχάσει τα πράγματα. Αλλά δέκα χρόνια πιο μπροστά μεγάλη αναταραχή έγινε. Παλιοί συντρόφοι, που είχαμε πολεμήσει πλάι πλάι, στα χέρια πιαστήκαμε. Ζαχαριαδικοί με Χατουρικούς…”

“Ποιοι είν΄αυτοί;” απόρησα

“Έτσι λέγαμε τότε τους Κολιγιαννικούς. Το ΄58 μας διαγράψανε και χάσαμε και τη δουλειά μας. Φτιάξαμε λοιπόν εγώ και πεντέξι άλλοι μια μπριγάδα και επισκευές σε σπίτια κάναμε. Ξέρεις τώρα. Σοβαντίσματα, βαψίματα, ηλεκτρικά, υδραυλικά. Όλα τα καταφέρναμε. Και πάντα δουλειά είχαμε, γιατί εκεί τα σπίτια τους τα δίνει το κράτος δωρεάν αλλά από κει και πέρα πρέπει οι ένοικοι να τα συντηρούν. Δεν πολυκαιρίσαμε όμως σαν ελεύθεροι τεχνίτες. Εμένα και καμμιά δεκαριά σύντροφους, που εξακολουθούσαμε να κρατάμε την χωριστή παλιά μας κομματική οργάνωση και να τους κάνουμε κριτική, μας εξόρισαν το Σεπτέμβρη του ΄62 στην αυτόνομη περιοχή των Χακάσσων, στα σύνορα με την Κίνα. Εκεί να δεις τί τραβήξαμε. Ευτυχώς γνώρισα εκεί τη Σεβαστή, την παντρεύτηκα και στήσαμε νοικοκυριό.

“Κι εσείς εξόριστη ήσασταν”, ρώτησε η Μαργαρίτα τη γυναίκα

“Ναι, αλλά όχι από το Τασκέντ, εμείς από τον Καύκασο από την περιοχή Σταυροπόλ είμαστε. Εμάς το 1945 μας πήραν. Ολόκληρα χωριά. Μας έκλεισαν σε βαγόνια και στους Χακάσσους μας μεταφέρανε. Τρεις βδομάδες κλεισμένοι ταξιδεύαμε. Ζωντανοί και πεθαμένοι μαζί. Γιατί στο δρόμο πολλοί πέθαναν, μικρά παιδιά και γέροι. Εκεί αρχίσαμε από την αρχή. Πολύ δύσκολα ζήσαμε. Οι ντόπιοι δε μας θέλανε. Τους είχαν πει πως είμασταν μαυραγορίτες και συνεργάτες των Γερμανών. Ποιοί, εμείς; Εμένα ο μεγάλος αδερφός μου αξιωματικός κρασναρμέιετς ήτανε κι ο μικρότερος παρτιζάνος και μέσα στο Γκρόζνι σκοτώθηκε.

“Εμείς παρ’ όλα αυτά τον αγαπούμε το Στάλιν, τη διέκοψε ο άντρας της, γιατί δεν έφταιγε αυτός για όσα τραβήξαμε. Δε μπορούσε να ξέρει. Άλλοι τον έπεισαν κι αυτοί κατόπιν τον πρόδωσαν. Ο Χρουστσώφ να πούμε. Εδώ τον είχανε κάνει είδωλο αλλά αυτός κατάστρεψε το έργο του Στάλιν. Κι ο Μπρέζνιεφ, χειρότερος απ’ όλους. Τώρα τούτος εδώ, ο Γκορμπατσώφ να δούμε τί θα κάνει. Δε μου γεμίζει το μάτι. Τί να σας πω. Αλλιώς τα φανταζόμασταν το ΄50 σαν φτάσαμε στο Τασκέντ κι αλλιώς τα βρήκαμε.

Από την Αλβανία μας επιβίβασαν σε σοβιετικά φορτηγά πλοία, που δήθεν μεταφέρανε ξυλεία. Μια βδομάδα ταξιδεύαμε. Τη μέρα μέναμε μέσα στα αμπάρια, απογορευόταν να βγούμε στο κατάστρωμα. Περάσαμε βλέπεις από τον ισθμό της Κορίνθου και όλο δίπλα σε ελληνικές ακτές. Στα Δαρδανέλια και στο Βόσπορο μας κλείδωσαν εντελώς. Ανεβαίναν βλέπεις Τούρκοι πιλότοι και δεν έπρεπε να μας δούνε. Μοναχά σαν μπήκαμε στη Μαύρη Θάλασσα ανασάναμε και μας άφησαν να ανεβούμε μέρα στο κατάστρωμα. Βγήκαμε στο Πότι, μας φόρτωσαν σε τραίνα, φτάσαμε στο Μπακού, ξαναμπήκαμε σε καράβια, επιβατικά αυτή τη φορά και βγήκαμε στο Κρασνοβόντσκ. Εκεί κάτσαμε πέντε μέρες. Ζέστη, πήγαμε να σκάσουμε και κατόπιν μας φόρτωσαν πάλι σε τραίνα. Τρεις μέρες διασχίζαμε έρημο. Την Καρά Κουμ, τη Μαύρη Έρημο. Αγριευτήκαμε. Ξαφνικά τους πιο πολλούς μας έπιασε απελπισία. Πού μας πήγαιναν; Έβλεπες παλιούς αντάρτες και σα μωρά κλαίανε.

Το Τασκέντ σα φτάσαμε, παράδεισος μας φάνηκε. Καταπράσινο και όλο νερά. Τους πρώτους μήνες, ώσπου να μας δώσουν δουλειά, μας είχαν σε στρατόπεδα έξω από την πόλη, πολιτείες τα λέγανε, να ξεκουραστούμε και να συνεφέρουμε. Μας μοίρασαν καινούριες θερινές στολές και μας δώσαν από ένα εκατόρουβλο. Πολλά λεφτά, αλλά εμείς τότε δεν ξέραμε την αξία τους, ούτε μπορούσαμε να τα ξοδέψουμε μέσα στις πολιτείες. Όλα μας τα δίνανε τζάμπα. Ο Στάλιν έδωσε εντολή κι ήρθανε μεγάλα θέατρα, σαν το Μπολσόι, να μας ψυχαγωγήσουν. Βλέπανε οι δικοί μας τις μπαλαρίνες ντυμένες στα κάτασπρα με κάτι κοντά φουστανάκια να κάνουν πήδους και στροφές και κοιταζόντουσαν. Δεν καταλαβαίνανε.

Τον πρώτο καιρό απαγορευόταν να βγαίνουμε από τις πολιτείες, ούτε και να πηγαίνουμε στο Τασκέντ. Μια φορά όμως εγώ και καμμιά δεκαριά άλλοι, πηδήσαμε τη μάντρα και πήγαμε τα πέριξ να εξερευνήσουμε. Μαθημένοι από το αντάρτικο, βάλαμε σημάδια για να μη χάσουμε το δρόμο και ύστερα από πορεία μιας ώρας με στρατιωτικό βήμα, φτάσαμε στην πόλη. Εκεί να δεις πλάκα! Οι ντόπιοι βλέπανε κάποιους ξένους, που μιλούσαν άγνωστη γλώσσα και φορούσαν στολές άγνωστου στρατού, που μπαίνανε στα μαγαζιά και ζητούσαν τσιγάρα και σπίρτα δίνοντας εκατόρουβλα! Τότε ένα πακέτο τσιγάρα έκανε δέκα καπίκια. Μαζεύτηκε κόσμος και μας χάζευε. Εγώ βέβαια μιλούσα ρωσικά και τους εξήγησα ποιοί είμαστε. Βρέθηκαν μερικοί που μας κέρασαν κβας. Έγινε φαίνεται μεγάλο σούσουρο, γιατί σε μιαν ώρα έφτασε ένα φορτηγό με πολιτοφύλακες κι ένα δικό μας και μας γύρισαν στην πολιτεία. Εκεί μας κάνανε κριτική. Μας κατηγορήσαν για απειθαρχία. Γενικά η ουζμπέκικη ηγεσία δε μας χώνευε. Ήταν εκεί ένα στέλεχος, ουζμπέκος, Σαάκωφ λεγότανε, που ήθελε να του κάνουμε τεμενάδες. Να σκεφτείς πως δε μας αναγνώρισαν για πολιτικούς πρόσφυγες. Μια πρασινοκίτρινη ταυτότητα μας δώσανε, που τη δίνανε μόνο σε αλήτες και ύποπτους. Ας είναι. Από κείνη τη μέρα που λες, έσπασε ο πάγος. Κάθε μέρα πηδούσαν τη μάντρα κι άλλοι σύντροφοι. Ύστερα μας ρώτησαν τι δουλειά θέλαμε να κάνουμε και ποιοί θα ήθελαν να σπουδάσουν. Σιγά σιγά εγκατασταθήκαμε σε σπίτια έξω από τις πολιτείες.

Στο μεγάλο σεισμό, που το κατάστρεψε τελείως το Τασκέντ, εμείς οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες ήμασταν στην πρώτη γραμμή και οι μπριγάδες μας παίρνανε συνέχεια βραβεία. Είχαν τότε έρθει χτίστες και άλλοι τεχνίτες από όλη τη Σοβιετική Ένωση, οργανωμένοι κατά δημοκρατίες. Ουκρανοί, Μπελορούσοι, Καζάχοι, Γεωργιανοί. Οι Γεωργιανοί είχανε μεγάλη πλάκα, γιατί στα φορτηγά τους είχανε κολλημένη τη φωτογραφία του Στάλιν. Και να σκεφτείς, αυτό μετά το 20ό συνέδριο. Ας είναι. Δε δουλέψαμε για να ξαναχτίσουμε την πατρίδα μας αλλά χτίσαμε το σοσιαλισμό στην Κεντρική Ασία. Είχαμε ξαναπεράσει οι Έλληνες από κει, πριν από δυο χιλιάδες χρόνια και χτίσαμε και τότε πολλές πόλεις.

Που λες ήθελα αυτά τα κομματικά χαρτιά, που βόηθησα το Χρήστο να τα βγάλει από τη Σοβιετική Ένωση, στα χέρια του Κόμματος να πάνε. Πρέπει να μπούνε στα αρχεία του για να γραφτεί κάποτε σωστά η ιστορία του. Διάβασα αυτό το σχέδιο ιστορίας που κυκλοφόρησε. Δε λέει τίποτα. Πολλά κενά και πολλά ερωτήματα αναπάντητα αφήνει. Και τον Ζαχαριάδη τον αδικεί πολύ. Ούτε καν αναφέρει πως αυτοκτόνησε. Εγώ πριν αρρωστήσω και κολλήσω σ’ αυτό το καροτσάκι ανακατευόμουνα πολύ. Βοηθούσα το Κόμμα όσο μπορούσα αν και σε μερικά σημεία μάλωνα με τους συντρόφους. Νέα παιδιά βλέπεις, δε σέβονται εμάς τους παλιούς, κι ούτε νοιάζονται για την ιστορία του κόμματος. Εγώ ήμουνα και στην Κίνηση για την αποκατάσταση της μνήμης του Στάλιν”.

“Θα καθίστε να φάμε;” τον διέκοψε η γυναίκα του

“Να μη σας βάζουμε σε κόπο”

“Τι κόπος καλέ, ευχαρίστησή μας είναι, έχετε τόσα πολλά να πείτε. Ο καημένος ο Λεωνίδας τα τελευταία χρόνια δε βλέπει πολύν κόσμο και λαχταρά να μιλήσει με ανθρώπους σαν και σας”.

Θέλαμε να ακούσουμε τη συνέχεια της ιστορίας, πεινούσαμε κι όλας και οι μυρουδιές από την κουζίνα ήταν γαργαλιστικές κι έτσι κάτσαμε και φάγαμε έναν ωραιότατο μουσακά. Ο οικοδεσπότης μας έφαγε ελάχιστα, πιο πολύ για να μας κάνει παρέα. Μιλούσε συνεχώς. Επέμενε να με λέει “Νίκο μου” ενώ το Δημήτρη τον προσφωνούσε “σύντροφε” και τις γυναίκες “κυρές”.

“Ξέρεις τι βλέπω σύντροφε”, του ανταπέδωσε την προσφώνηση ο Δημήτρης, “μιλάς πολύ καλά τα ελληνικά. Εγώ έχω κουμπαριές με Πόντιους που μένουν χρόνια στην Αθήνα κι ακόμα τους ξεχωρίζεις από την ομιλία τους”

“Μα εγώ όχι μόνο έζησα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, δώδεκα χρόνια στην Αθήνα, δύο στο Δημοκρατικό Στρατό κι άλλα είκοσι τώρα στη Σαλονίκη, αλλά πήγα σε ελληνικό σχολείο στο Κιουταϊσι και γενικά δεν έζησα πολύ με δικούς μας. Γιαυτό. Αλλά η Σεβαστή, την ακούτε, ακόμα δεν τα μιλά καλά”.

“Εμ βέβαια, εγώ δεν πήγαινα σαν και σένα κάθε βράδυ στο κόμμα να συζητάω. Μέχρι που αρρώστησε δεν τον έβλεπε το σπίτι. Αφού και τις Κυριακές πήγαινε και Ριζοσπάστη πουλούσε”.

“Γιατί δεν εγκατασταθήκατε στην Αθήνα, στη Νέα Σμύρνη;”, τον ρώτησα

“Τι να κάνω εκεί; Η μάνα μου πέθανε στην Κατοχή, τον ένα αδερφό μου τον εκτελέσανε, όπως θά ΄μαθες, το ΄49, ο άλλος πέθανε το ΄61. Δεν είχα πια κανέναν δικό μου, ενώ εδώ η Σεβαστή είχε συγγενείς της που είχαν έρθει από το Σαυροπόλ το ΄38”.

Όταν σηκωθήκαμε από το τραπέζι, έξω είχε σχεδόν σουρουπώσει. Αποχαιρετιστήκαμε με μεγάλη συγκίνηση. Έσκυψα και φίλησα τον παλιό φίλο του πατέρα μου. Ποιος ξέρει αν θα τον ξανάβλεπα. Του υποσχέθηκα πάντως να του γράψω για την τύχη των εγγράφων που βόηθησε το Χρήστο να βγάλει από την ΕΣΣΔ.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !