Τα έπη των Αριμασπών – 15 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔22/11/2016 09:46

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη και τελευταία από το πέμπτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο Άκαρπες αναζητήσεις. Όπως ίσως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τον τίτλο, στο κεφάλαιο αυτό δεν προχωράει και πολύ η δράση (οι δυο φίλοι αναζητούν τον Χρήστο που έχει γίνει άφαντος), δίνει όμως στον συγγραφέα την ευκαιρία να πλουτίσει την προσωπογραφία της Αριστεράς. Έχουμε σταματήσει στο σημείο όπου ο παλιός αντάρτης Χρήστος, που ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των χαμένων Αριμασπείων επών εξαφανίζεται αφού έχει αποσπάσει μια γενναία από τον μεγαλοεκδότη Βελή. Τα δυο φιλικά ζευγάρια που τον αναζητούν βρήκαν κάποιον που τον έχει συναντήσει.

Η σημερινή συνέχεια είναι μάλλον μεγάλη, αλλά δεν βόλευε να τη χωρίσω.

Την επομένη τηλεφώνησα του Χάρη στον αριθμό που μου έδωσε ο γιος του. Με θυμήθηκε αμέσως και φάνηκε ότι χάρηκε πολύ. Όπως μου είπε, πράγματι τον είχε δει το Χρήστο, αλλά ο ίδιος θα αργούσε να ανέβει στην Αθήνα για να μου πει λεπτομέρειες. Μου πρότεινε όμως να πάω στο χωριό του να τα πούμε

“Γιατί δεν κατηφορίζεις κατά δω βρε Νίκο να ιδωθούμε ύστερα από τόσα χρόνια. Τώρα ο δρόμος είναι καλός και το να’ ρθεις είναι παιχνιδάκι. Ούτε τέσσερις ώρες. Έλα το Σαββατοκύριακο”.

Στην αρχή δίσταζα. Πού να τρέχω τώρα στη Μάνη, αλλά καθώς το κουβεντιάζαμε οι τέσσερις μας, ο Δημήτρης φάνηκε πρόθυμος

“Δεν πάμε το Σαββατοκύριακό σαν εκδρομή;”

“Εγώ δεν μπορώ, έχω εφημερία”, λέει η Λασκαρίνα

“Ούτε εγώ, θέλω να φυλάξω τα χειμωνιάτικα και να συγυρίσω το σπίτι με τις κόρες μου”, συμπλήρωσε η δικιά μου

“Κρίμα. Θα ήταν ωραία. Την άνοιξη η Μάνη είναι υπέροχη”

“Γιατί δεν πάτε οι δυό σας;”

Έτσι το πρωί του Σαββάτου ξεκινήσαμε με το δικό μου αυτοκίνητο για τη Μάνη. Είχα να πάω στη Νότια Πελοπόννησο πολύν καιρό και με ευχαρίστηση διαπίστωσα πως ο νέος δρόμος, που παρακάμπτει τον Αχλαδόκαμπο και τις κορδέλες του ήταν άνετος και ασφαλής. Στη διαδρομή μου δόθηκε η ευκαιρία να τα πούμε με το Δημήτρη. Στην αρχή εκείνος ήταν, ως συνήθως, λιγομίλητος και επιφυλακτικός, σιγά σιγά όμως η λαμπρή ανοιξιάτικη μέρα και η ωραία διαδρομή τον έφεραν στο κέφι.

“Πες μου βρε Δημήτρη, στο θεό σου, πώς καταφέρνεις και τα βγάζεις πέρα με τόσες δραστηριότητες; Τη δουλειά σου, το χτήμα, το σύλλογο, το θέατρο…”

“Έ τι θέατρο, μη θαρρείς δα πως παίζουμε κάθε βδομάδα. Μια παράσταση κάθε καλοκαίρι να ανεβάσουμε είναι κατόρθωμα. Αλλά είναι μια δουλειά που γίνεται μόνο συλλογικά και γιαυτό μ’ αρέσει. Όσο για το χτήμα ας είναι καλά ο Θεοδόσης ο κολήγας μου. Έχω κι άλλες ασχολίες που δεν τις ξέρεις. Ανήκουν στην κατηγορία που ο Παπαδιαμάντης χαρακτήριζε “μη γενικής αποδοχής”. Γιαυτό άλλωστε και δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ύστερα να σου πώ κάτι; Ο πολυάσχολος άθρωπος έχει πάντα ελεύθερο χρόνο…”

“Σου φαίνεται παραδοξολογία;” συνέχισε βλέποντας το ύφος μου. “Δεν είναι. Ένας πολυάσχολος άνθρωπος κατά κανόνα οργανώνει το χρόνο του και όλο και του περισσεύουν κάποιες ώρες ελεύθερες. Το μυστικό είναι να διαχωρίζεις απολύτως τη μιαν ασχολία από την άλλη. Όταν είμαι στο Σύλλογο, είμαι ο Πρόεδρος του. Ο υπάλληλος του ΕΟΤ παύει να υφίσταται. Στο γραφείο πάλι δε δέχομαι ούτε να μου τηλεφωνήσουν για υποθέσεις του Συλλόγου ή του χτήματος. Αυτός είναι ο λόγος που, μ’ όλο που θα το ήθελα, δεν είμαι μέλος του Κόμματος. Ξέρεις τώρα, καλύτερα κι από μένα, ότι δε σηκώνουν τέτοιους διαχωρισμούς. Κατά την κυριαρχούσα στην καθοδήγηση αντίληψή, πρέπει να είσαι φουλ-τάιμ κομματικό μέλος. Εγώ όμως δέχομαι να είμαι μόνο παρτ-τάιμ και γιαυτό δεν κάνω. Βοηθάω όμως όσο μπορώ”.

“Σ΄αυτό έχεις δίκιο. Ξέρεις οι παλιοί, ενδόμυχα ίσως, θεωρούν την κατάληψη της εξουσίας, με Επανάσταση ή άλλον τρόπο, σαν κάτι που επίκειται. Ψυχολογικά δεν είναι προδιατεθειμένοι για μια παρατεινόμενη επί δεκαετίες περίοδο νόμιμης δράσης με το κόμμα μονίμως στην αντιπολίτευση. Ένας φίλος και σύντροφος, ο Ηλίας, πρότεινε κάποτε μεταξύ σοβαρού και αστείου, να διαβαθμίζεται η συμμετοχή στο κόμμα κατά περιόδους, να πούμε στα πρώτα εφτά χρόνια της θητείας του σ΄αυτό να είσαι τρόπον τινά πλήρως απασχολούμενος και κατόπιν να περνάς σε ένα είδος εφεδρείας, με μερική απασχόληση. Φυσικά θά΄πρεπε να αλλάξει το καταστατικό. Πάντως δε φαντάζεσαι πόσες φορές μας κι εμένα και πολλούς συντρόφους, μας έχει προβληματίσει αυτή η οργανωτική ακαμψία μέσα στο κόμμα; Η λειτουργία του με ένα καταστατικό απηρχαιωμένο, η απόλυτη απουσία οριζόντιας αλληλοενημέρωσης των οργανώσεών του. Τους τα έχω πεί πολλές φορές και μάλιστα γραπτώς, αλλά δε γίνεται τίποτα. Κι είναι κρίμα. Ας είναι. Για το Χρήστο τι γνώμη σχημάτισες;”

“Μ’ όλο που είναι φίλος σου, δε σου κρύβω πως δε μου αρέσει. Δε γουστάρω τη φάτσα του…”

“Άλλη παραδοξολογία”, του λέω. “Τώρα, στο θεό σου, επιχείρημα είναι αυτό;”

“Επιχείρημα πολύ σοβαρό και θεμελιωμένο. Άκου Νίκο, μετά τα σαράντα του κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη φάτσα που έχει. Και η φάτσα του Χρήστου δε μ’ αρέσει. Δείχνει πλεονεξία, απληστία και κατεργαριά. Και κείνο το αστείο με το αγγελτήριο της κηδείας του καθηγητή σας, το βρίσκω σκληρό κι ας γέλασα κι εγώ όταν μου τό ΄πατε. Μη κοιτάς, εσύ επηρεάζεσαι χωρίς να το θέλεις με την εικόνα που είχες σχηματίσει γι’ αυτόν όταν ήσασταν παιδιά. Εγώ που δεν έχω τέτοιαν εικόνα του, τον βλέπω πιο καθαρά. Και ξέρεις τι λέει ο λαός; “Ο θεός να σε φυλάει από παλιά πουτάνα κι από αριστερό επιχειρηματία”. Αλήθεια, ο φίλος σου που πάμε να δούμε μήπως εμπίπτει σ’ αυτήν την κατηγορία; Αριστερός δεν είναι;”

“Δεν ξέρω. Εχω να τον δω από το ΄52 ή το ΄53, από ότι όμως μού ΄πανε έγινε επιχειρηματίας εξ ανάγκης. Τον είχα γνωρίσει το ΄47. Ήταν τότε δεκαοχτάρης, μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο και ήρθε στην πρωτεύουσα για να σπουδάσει. Έμενε κοντά μας και πήγαινε στο ίδιο με μας φροντιστήριο. Έτσι γνωριστήκαμε. Σκόπευε να δώσει στην Ανωτάτη Εμπορική. Δεν πρόφτασε όμως. Πιάστηκε τυχαία σ’ ένα μπλόκο, από τα συχνά που γίνονταν τότε, τον μπλέξανε σε δίκες και έκατσε μερικά χρονάκια φυλακή. Τον ξαναείδα το ΄52, όταν αποφυλακίστηκε και έψαχνε εις μάτην επί ένα χρόνο να βρει δουλειά. Ύστερα έφυγε οριστικά για το χωριό του και κατά τα λεγόμενα ενός φίλου μου κάνει εξαγωγές λέει ρεικιών ή κάτι τέτοιο”.

Φτάσαμε στο Γύθειο μεσημέρι. Φάγαμε σ’ ένα εστιατόριο της παραλίας, ήπιαμε καφέ, τηλεφωνήσαμε ξανά του Χάρη και συνεχίσαμε. Περάσαμε τον Πασσαβά και στη μέση του δρόμου Γύθειο – Αρεόπολη κόψαμε δεξιά. Λίγα χιλιόμετρα πρόσφατα ασφαλτοστρωμένου δρόμου, μας έφεραν στο χωριό του Χάρη, που είχε βγεί στο έμπα του και μας περίμενε. Παρά τα τόσα χρόνια που είχαν περάσει, τον γνώρισα αμέσως και σταμάτησα το αμάξι δίπλα του. Ήταν το ίδιο αδύνατος όπως τότε, πιο ηλιοψημένος όμως και φαινόταν μια χαρά στην υγεία του. Η κυριότερη διαφορά από τότε ήταν η έκφραση σιγουριάς και αυτοπεποίθησης, που ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπό του.

Φάνηκε να χάρηκε πολύ που με είδε. Περιέργως, ύστερα από τόσα χρόνια, μας θυμότανε καλά κι εμένα και το Χρήστο και τον καημένο τον Τάκη κι όλη την παρέα γενικώς. Του σύστησα το Δημήτρη και μας οδήγησε στο σπίτι του. Ήταν ένα παλιό μανιάτικο πυργόσπιτο, που το είχε ανακαινίσει και επεκτείνει. Αντίθετα με την περίπτωση του Βελή, ο αρχιτέκτονας που διάλεξε σεβάστηκε το τοπικό ρυθμό και χρώμα. Στο γραφείο του, από όπου έβλεπες την καταπράσινη κοιλάδα που απλωνόταν πιο κάτω και τα εκατέρωθεν γυμνά βουνά, μας επέδειξε με καμάρι όλον τον μοντέρνο εξοπλισμό του.

“Πολύ καλά έχεις οργανωθεί” του λέω εντυπωσιασμένος με όσα έβλεπα

“Μωρέ μια χαρά είμαι στο χωριό. Σήμερα η τεχνολογία σου επιτρέπει να επικοινωνείς με όλον τον κόσμο κι ας είσαι κλεισμένος στα κατσάβραχα. Έχω δορυφορική κεραία και λέω να πάρω και κομπιούτερ. Ωραία περνάμε δω πάνω. Δεν τις πάω τις πολιτείες. Δεν τις πήγαινα ποτές μου δηλαδή. Άσε που όταν πήγα φέτος, για τρίτη φορά στη ζωή μου, στην Αθήνα μου φάνηκε σα να έφτασα όχι από το χωριό στην πρωτεύουσα αλλά σε μιαν άλλη χώρα για να μη σου πω σ’ έναν άλλον πλανήτη. Δε λέω, στην τηλεόραση παρακολουθώ τις αλλαγές, αλλά άλλο είναι να τα βλέπεις στο γυαλί κι άλλο να τα ζεις ο ίδιος. Οι οσμές να πούμε. Η τηλεόραση δε μπορεί να τις δώσει. Το ξέρετε πως η σημερινή Αθήνα μυρίζει διαφορετικά από ότι το ΄52; Κι οι θόρυβοι στους δρόμους είναι τελείως διαφορετικοί από αυτούς που θυμόμουν. Ακόμα οι στέγες των σπιτιών. Δε μιλάω για το ύψος, μιλάω για την εμφάνιση. Το δάσος από κεραίες τηλεόρασης, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες, τα πιάτα της δορυφορικής κι εκείνα τα παλούκια, που όπως έμαθα είναι οι κεραίες για την κινητή τηλεφωνία. Τίποτ΄ απ΄ αυτά δεν υπήρχε. Πήγα στην παλιά μας γειτονιά. Γεμάτη πολυώροφες πολυκατοικίες. Ίχνος από κείνα τα μονοροφάκια, όπου μέναμε. Τι τα θέλετε δε μπόρεσα να προσαρμοστώ με τη ζωή στην πρωτεύουσα. Οι γιοί μου κι η γυναίκα μου βέβαια έχουν σκυλοβαρεθεί το χωριό και με πιέζουν. Πήγαν μάλιστα να με τρομάξουν, πως έχω λέει αυξημένη χοληστερίνη και τριγλυκερίδια. Δε βαριέσαι, καλύτερα να ζήσω λιγότερα χρόνια μέσα στα ρείκια και τα θυμάρια παρά περισσότερα μέσα στο καυσαέριο. Άσε που πιστεύω πως θα συμβεί το αντίθετο. Αλήθεια, γιατί ψάχνεις να βρεις το Χρήστο;”

Του εξήγησα εν συντομία και κατέληξα

“Ο Μπάμπης μού’ πε πως πέρασε να σε δει”

“Ναι, αυτό έγινε πριν από τρεις μήνες. Τα είπαμε ένα χεράκι. Αυτός κάνει επιχειρήσεις και θέλησε να μπω κι εγώ σε μιαν απ’ αυτές. Εγώ όμως του το ξεκαθάρισα. Εγώ έστησα αυτή τη δουλειά με τα ρείκια για να επιβιώσω και μόνο. Δεν έχω καμιά φιλοδοξία να γίνω μπίζνεσμαν. Αν τα παιδιά μου θελήσουν να τη συνεχίσουν, γούστο τους και καπέλο τους”.

“Αλήθεια πώς σού ΄ρθε να ασχοληθείς με τα ρείκια;”

“Εξ ανάγκης. Θα θυμάσαι πώς μ΄ έπιασαν. Είχαμε πάει τότε μια εκδρομή στο Μπογιάτι, με τον Μπάμπη, το Χρήστο, τον Αλέκο και τον Τάκη. Εσύ δεν είχες έρθει. Στο σταθμό των λεωφορείων που γυρίζαμε είχε μπλόκο η αστυνομία. Εγώ δεν είχα βγάλει καινούργια ταυτότητα ούτε είχα θεωρήσει την παλιά στην αστυνομία της γειτονιάς μας. Έτσι με πήγαν στο σταθμό χωροφυλακής για εξακρίβωση, εκεί κατά διαβολική σύμπτωση ένας χωροφύλακας ήταν χωριανός μου, με γνώρισε και θυμήθηκε πως ήμουνα στην ΕΠΟΝ. Μου ζήτησαν να κάνω δήλωση, αρνήθηκα, μου ρίξαν ένα κάρο ξύλο και στο τέλος με μπλέξανε σε μια δίκη με κάποιους εντελώς άγνωστους και άσχετους, πέρασα από έκτακτο στρατοδικείο το ΄49, έφαγα ισόβια, που το ΄52 στο αναθεωρητικό γίνανε τρία χρόνια, οπότε αποφυλακίστηκα.

Στη φυλακή έκατσα κι έμαθα πολύ καλά αγγλικά. Ξέρεις ποιόν είχα δάσκαλο; Τον Στρατηγάκη, αυτόν ντε με τις σχολές αγγλικών. Όταν βγήκα έψαχνα ένα χρόνο να βρω μια δουλειά χωρίς αποτέλεσμα. Τότε και σκουπιδιάρης στο Δήμο ή νεκροθάφτης για να διοριστείς έπρεπε νά ΄χεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Μια μέρα λοιπόν διάβασα τυχαία σε μιαν αγγλική εφημερίδα πως η εταιρεία Ντάνχιλ ζητούσε ρίζες από ρείκι, πρώτη ύλη για τις πίπες. Τώρα, οι πλαγιές γύρω από το χωριό μου νά ΄ναι γεμάτες ρείκια και άσπρα και μενεξεδιά. Ξερίζωσα μερικά μεγάλα, πήγα στην Τσίμοβα και έκοψα τις ρίζες τους σε τετράγωνα κομμάτια και τις έστειλα σα δείγμα στην εταιρεία, μαζί με ένα συνοδευτικό γράμμα. Το δείγμα τούς έκανε και μου δώσανε μια δοκιμαστική παραγγελία. Αυτό ήταν. Από τότε κάνω αυτή τη δουλειά. Έχω καμιά δεκαριά συγχωριανούς μου, μόνιμο προσωπικό, δικές μου εγκαταστάσεις όπου καθαρίζω και κόβω τις ρίζες και επικοινωνώ κατευθείαν με τους πελάτες του από δω μέσα, με το τηλέφωνο, το τέλεξ και μια καινούργια συσκευή που τη λένε τηλεφάξ. Οι δουλειές μου πάνε πολύ καλά. Βρήκα κι άλλους πελάτες στην Ολλανδία και την Αμερική.

Για να ξαναγυρίσω στο Χρήστο, αυτός απ΄ ό,τι κατάλαβα πάει να γίνει καπιταλιστής. Μια τέτοια καριέρα είναι έξω από τα ενδιαφέροντα μου. Έχουμε και μια ιστορία, διάολε. Πάντως τον βοήθησα όσο μπόρεσα με γνωριμίες και κάτι ψιλά. Δε θα ήταν άσκημα να συναντιόμασταν όλοι, εσύ, ο Χρήστος, ο Μπάμπης κι εγώ, να πιούμε ένα κρασί και να θυμηθούμε τα παλιά. Έχω τη διεύθυνσή του και το τηλέφωνό του»

“Επιτέλους βρήκα μιαν άκρη”, σκέφτηκα και πήρα με λαχτάρα το χαρτάκι όπου ο Χάρης είχε γράψει τα πολύτιμα στοιχεία.

Τζίφος! Ήταν η διεύθυνση και το τηλέφωνο του “Σύμπαντος”. Ο Δημήτρης βλέποντας το ύφος μου έβαλε τα γέλια. Εξήγησα στον απορημένο Χάρη το λόγο.

“Τι να σας κάνω βρε παιδιά δεν έχω άλλα στοιχεία του. Πάντως θα καθίσετε απόψε μαζί μας. Θα φάμε και θα κοιμηθείτε εδώ. Ευκαιρία να τα πούμε”.

Όλο το απόγεμα και το βράδυ ο Χάρης το αφιέρωσε σε μας. Μας ξενάγησε στο χωριό του, όπου, όπως διαπιστώσαμε, ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Όλοι τον φώναζαν “πρόεδρε” και τον χαιρετούσαν εγκάρδια. Στο καφενείο της πλατείας ένας περίπου συνομήλικός μας, αφού μας κοίταξε εξεταστικά και με έκδηλη περιέργεια, χαιρέτησε τον Χάρη με την προσφώνηση “γειά σου αφεντικό”.

“Αυτός είναι που με αναγνώρισε τότε, στη χωροφυλακή στο Μπογιάτι”, μας είπε χαμηλόφωνα ο Χάρης. “Δε βαριέσαι, καλό μού ΄κανε. Τον έχω πάρει στη δουλειά. Όχι να το παινευτώ αλλά εγώ κρατάω το χωριό να μη σβήσει, όπως όλα τα γειτονικά. Τους έχω βάλει όλους συνεταίρους στη δουλειά κι έτσι δε φύγανε. Στα 1912 όταν έγινε κοινότητα είχε εξακόσιους κατοίκους, το ΄40 έπεσε στους τρακόσιους και το ΄61 μόλις ογδόντα. Τώρα όμως ο πληθυσμός αυξήθηκε στους ενενήντα πέντε. Είναι από τα λίγα χωριά στην περιοχή, όπου γεννιούνται παιδιά και λειτουργεί σχολείο. Δε μείναμε μόνο στα ρείκια. Πριν δέκα χρόνια κάναμε συνεταιρισμό και μαζεύουμε, επεξεργαζόμαστε και συσκευάζουμε αρωματικά φυτά, που αφθονούν στις πλαγιές εδώ γύρω. Θυμάρι, ρίγανη, φασκόμηλο, τσάι του βουνού, τέτοια. Τώρα αρχίσαμε να κάνουμε εξαγωγές ακατέργαστων αρωματικών φυτών σε μια βιομηχανία αιθερίων ελαίων στη Γερμανία. Ούτε τις ελιές τις ξεχάσαμε. Τις κάναμε θαμνώδεις, κόβοντάς τες χαμηλά, πάνω από το μπόλι εννοείται, έτσι γίνεται πιο εύκολο το μάζεμα του καρπού. Κάνουμε συλλογική καλλιέργεια και συγκομιδή. Πρόπερσι χτίσαμε και ελαιοτριβείο. Φέτος θα κάνουμε την πρώτη εξαγωγή μας στην Αμερική.

Ξέρετε τι θα μπορούσανε να κάνουν οι ορεινές κοινότητες αν είχανε οι ιθύνοντες λίγη φαντασία και κάποιες γνώσεις; Και τιμιότητα, εννοείται. Τη βλέπεις αυτή την ανεμογεννήτρια; Την πήρα από τη Δανία. Εδώ, θα μπορούσε όλη η επαρχία να ηλεκτροφωτίζεται με την αιολική ενέργεια. Φυσάει ολοχρονίς, έξι μποφόρ και πάνω και καμιά φορά ο άνεμος ξεκολλάει κεραμίδια και βαράει καμπάνες.

Το βράδυ φάγαμε στη σάλα του σπιτιού, μαζί με τη γυναίκα του και τον ένα γιο του. Τον άλλον τον είχα γνωρίσει στην Αθήνα. Ήπιαμε μπόλικο κρασί και όπως ήταν επόμενο θυμηθήκαμε όλους τους κοινούς γνωστούς και όλα τα περιστατικά που μας είχαν δέσει πριν από τόσα χρόνια. Μας αφηγήθηκε τη δράση του στην Κατοχή, τις κατοπινές περιπέτειές του και καταλήξαμε να τραγουδάμε αντάρτικα, μέχρι τα μεσάνυχτα.

Παρά το μηδενικό αποτέλεσμα, γυρίσαμε κεφάτοι στην Αθήνα. Τουλάχιστο κάναμε μια ωραία εκδρομή και γνωρίσαμε έναν σπουδαίο άνθρωπο. Ενημερώσαμε τις γυναίκες σχετικά και ξαμολύθηκα να βρω κανέναν πολιτικό πρόσφυγα από την Τασκένδη. Πήγα πάλι να δω το Γιώργο.

“Όπως σού ΄πα και την άλλη φορά που με ρώτησες, οι σπουδές και η ζωή μας χώρισαν με το φίλο σου από νωρίς. Ύστερα δεν ήρθε εδώ αλλά πήγε στην Αγγλία. Εκεί χάθηκαν τα ίχνη του. Από σένα έμαθα πως ήρθε πέρσι στην Ελλάδα”.

Εμεινε για λίγο σκεφτικός.

“Ξέρεις ποιος μπορεί να σου δώσει πληροφορίες; Ο Τάσος ο Καλλαντζής. Δεν τον ξέρεις αλλά θα πας εκ μέρους μου. Αυτός είναι στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των Επαναπατρισθέντων Πολιτικών Προσφύγων και αν δεν ξέρει θα μπορεί να σου πει πού να ρωτήσεις”.

Πήρα τη διεύθυνση και το τηλέφωνο του εν λόγω Τάσου και πήγα να τον βρω στα γραφεία του Συλλόγου.

Ο Τάσος ήταν πρόθυμος να μου πεί πολλές λεπτομέρειες για το Χρήστο και άρχισε αμέσως να μιλάει. Ατυχώς είχε μιαν ανυπόφορη δυσλεξία, που έκανε τη συζήτηση μαζί του πραγματικό μαρτύριο. Κάποιος μηχανισμός, στη γλώσσα ή στο λάρυγγά του, μετέτρεπε τα λόγια που φτάνανε στα χείλια του σε σκουπίδια και με υπερβολικά μεγάλο κόπο, κι όχι πάντα, κατόρθωνε ο ακροατής του να καταλάβει το νόημά τους. Πιο εύκολα θα μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει δελφικούς χρησμούς. Και το χειρότερο, ήταν ομιλητικός μέχρι φλυαρίας. Κάθε τόσο δε, σταματώντας την ακατάληπτη πολυλογία του, σε ρωτούσε, ζητώντας τη σύμφωνη γνώμη σου

“Έτς δε ’ναι;”

Και να φανταστείς ότι, όπως μού ’πε ο Γιώργος, στο Δημοκρατικό Στρατό έκανε τον διαφωτιστή!

Εν πάση περιπτώσει, από όσα κατόρθωσα να συναγάγω (εννοείται με συντελεστή ανοχής λάθους περίπου 40%), ο Χρήστος στην Αγγλία ήρθε σε επαφή με τους εκεί πολιτικούς πρόσφυγες, που η αναζήτηση καλύτερης τύχης τους έκανε να την προτιμήσουν από την Ελλάδα. Σύντομα όμως μάλωσε μαζί τους και ξέκοψε τελείως. Κατόπιν παντρεύτηκε. (Εδώ τώρα δεν κατάλαβα τι ακριβώς μου είπε: παντρεύτηκε ή ξαναπαντρεύτηκε. Αυτό έμεινε αδιευκρίνιστο και καθώς η ακρόαση του με είχε ήδη κουράσει δεν επέμεινα να το ξεκαθαρίσω. Δεν είχε άλλωστε σημασία). Με τη βοήθεια του αδερφού του και των κουνιάδων του καταπιάστηκε με διάφορες επιχειρήσεις, που δεν πήγαν καλά. Έτσι ήρθε στην Ελλάδα σε άσκημη οικονομική κατάσταση.

Όταν σηκώθηκα (με μεγάλη ανακούφιση, παρά το πενιχρό αποτέλεσμα) να τον αποχαιρετήσω, ευχαριστώντας τον για τις πληροφορίες, που υποτίθεται ότι μού ’δωσε, μου πέταξε σαν αποχαιρετιστήρια ομοβροντία μια φράση, που θα πρέπει να έλεγε

“Ο Κερασόπουλος θα ξέρει πιο πολλά”

Πήρα τη διεύθυνση του εν λόγω προσώπου και αφήνοντάς τον να φαντάζεται πως το ήξερα καλά, έφυγα με ένα κεφάλι καζάνι.

Καθώς είχα κάπως κουραστεί να τρέχω πίσω από αβέβαια και αμυδρά ίχνη, έκανα κάμποσες μέρες να επισκεφθώ αυτόν τον Κερασσόπουλο. Ήταν μέλος και κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνος των γραφείων μιας Πανελλήνιας Ένωσης Αντιστασιακών, όπου και τον βρήκα. Τα γραφεία ήταν στολισμένα με μεγάλες φωτογραφίες των ηγετών της Αντίστασης, αφίσες από παλαιότερες εκδηλώσεις και στους τοίχους υπήρχαν ράφια με πολλά βιβλία.

Ο Κερασσόπουλος, όταν του είπα από ποιον ερχόμουνα, με υποδέχτηκε ευπροσήγορα και, λες και σκόπευα να γραφτώ μέλος, άρχισε να μου εξηγεί τους στόχους της Ένωσης, με φανερή την τάση να καταδείξει την υπεροχή τους σε σχέση και αντιπαράθεση με τους σκοπούς των άλλων τριών Αντιστασιακών Οργανώσεων της χώρας. Αφού μου τα είπε και ξεθύμανε προφανώς, του είπα με τη σειρά μου τι ζητούσα. Πράγματι τον Χρήστο τον ήξερε. Βρέθηκαν μαζί στην Τασκένδη ύστερα όμως η ζωή τους χώρισε, καθώς εκείνος μεταφέρθηκε στη Ρουμανία, από όπου επαναπατρίστηκε. Τον ξανασυνάντησε πριν λίγους μήνες όλως τυχαίως στην Αθήνα και μάλιστα στη γειτονιά του, κάπου μεταξύ Αχαρνών και Θρακομακεδόνων. Όπως μου εξήγησε ο Χρήστος έκανε εκεί τον εργολάβο! Δεν ήξερε τη διεύθυνση και το τηλέφωνό του, μου υποσχέθηκε όμως να φροντίσει να τα μάθει και κράτησε το δικό μου τηλέφωνο για να με πληροφορήσει σχετικά.

Τον ευχαρίστησα και έφυγα γεμάτος απορίες. Από πού κι ως πού ο Χρήστος έκανε τον εργολάβο και μάλιστα στην άλλη άκρη του λεκανοπεδίου; Μάλλον για κάποιον άλλον θα πρόκειται, σκέφτηκα απογοητευμένος.

Μετά και τις άκαρπες έρευνες μεταξύ των επαναπατρισθέντων πολιτικών προσφύγων δεν έμενε παρά η κατηγορία των συναλλασσομένων με τις σοσιαλιστικές χώρες. Από αυτούς όμως δεν ήξερα κανέναν και γι΄ αυτό άλλωστε τους είχα αφήσει τελευταίους. Ο Δημήτρης τότε είχε μια φαεινή ιδέα.

“Δεν κοιτάμε να ψαρέψουμε τον επιθεωρητή Κλουζώ;”

“Ναι μωρέ καλά το σκέφτηκες. Μ΄ όλη τη χαζομάρα του ο ντέτεκτιβ που έβαλε ο Βελής είναι λογικό να άρχισε τις έρευνές του ακριβώς από τους επιχειρηματίες αυτούς κι όχι από παλιούς αντιστασιακούς και πολιτικούς πρόσφυγες, που ψάξαμε εμείς οι ρομαντικοί”.

Δε χρειαζόταν να κοπιάσουμε πολύ. Ο επιθεωρητής Κλουζώ βρισκόταν αυτές τις μέρες συνεχώς μέσα στα πόδια μας. Αρχίσαμε να τον ψιλορωτάμε, πότε εγώ πότε ο Δημήτρης, κι εκείνος μας έδινε πρόθυμα ολόκληρο σκουπιδομάνι από άχρηστες κι ανούσιες πληροφορίες.

“Δε σας φαίνεται περίεργο, ένας τέτοιος ολιγοφρενής να διαθέτει τόσο μεγάλη μνήμη;” αναρωτήθηκε κάποτε η Λασκαρίνα, όταν την ενημερώσαμε για τις επαφές μας με τον ντέτεκτιβ.

Η απορία αυτή είχε ήδη γεννηθεί και σε μένα, όταν μια φορά, μέσα στο πλαίσιο του ψαρέματος που του έκανα, του πρότεινα να πιούμε καφέ στο Ντόλτσε, δίπλα στον Άγιο Διονύση. Μου διηγήθηκε δια μακρών τα αποτελέσματα των ερευνών του, αναφέροντας από μνήμης, ονόματα, διευθύνσεις και λοιπά στοιχεία, σα να τα διάβαζε στον απέναντι τοίχο, ενώ ταυτόχρονα κατάφερε να χύσει το μισό φλυτζάνι του καφέ πάνω του.

Σιγα σιγά όμως κι εγώ κι ο Δημήτρης, ανεξαρτήτως ο καθένας, καταλήξαμε στο ίδιο, ανεπάντεχο αλλά απολύτως βέβαιο, συμπέρασμα: πως ο “επιθεωρητής Κλουζώ” ήταν μια εξαιρετικά μελετημένη και ψυχολογικώς άρτια μεταμφίεση. Στην πραγματικότητα ο ντέτεκτιβ ήταν ικανότατος και πανέξυπνος αλλά με λόγια, με φυσιογνωμία και με τρόπους είχε φτιάσει μιαν εξαίρετη, αόρατη πανοπλία, που του επέτρεπε να κάνει τη δουλειά του πολύ αποτελεσματικά. Τελικά όχι μόνο δεν του αποσπάσαμε, ο Δημήτρης κι εγώ, καμιά χρήσιμη πληροφορία, αλλά αντίθετα έμαθε ή μάντεψε τα αποτελέσματα των δικών μας ερευνών, τα οποία βεβαίως γνωστοποίησε στον Βελή.

Πάντως και αυτός όπως και εμείς, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές, δεν είχαμε προχωρήσει ούτε βήμα στην ανεύρεση του Χρήστου.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !