Τα έπη των Αριμασπών – 14 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔08/11/2016 09:58

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, τώρα πια κάθε δεύτερη Τρίτη, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη από το πέμπτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο Άκαρπες αναζητήσεις. Όπως ίσως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τον τίτλο, στο κεφάλαιο αυτό δεν προχωράει και πολύ η δράση (οι δυο φίλοι αναζητούν τον Χρήστο που έχει γίνει άφαντος), δίνει όμως στον συγγραφέα την ευκαιρία να πλουτίσει την προσωπογραφία της Αριστεράς. Να θυμίσω ότι έχουμε σταματήσει στο σημείο όπου ο παλιός αντάρτης Χρήστος, που ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των χαμένων Αριμασπείων επών εξαφανίζεται αφού έχει αποσπάσει μια γενναία από τον μεγαλοεκδότη Βελή.

Γύρισα σπίτι και καθίσαμε με την Μαργαρίτα να σκεφτούμε όλους τους φίλους και γνωστούς που θα μπορούσε να ξέρουνε κάτι για το Χρήστο. Η Μαργαρίτα έχει πραχτικό μυαλό και με βοήθησε πολύ στο να κατατάξουμε τις περιπτώσεις των ενδεχομένων πληροφοριοδοτών μας σε κατηγορίες. Η πρώτη περιλάμβανε τους παλιούς φίλους και γνωστούς, από τον καιρό της Κατοχής και της ΕΠΟΝ. Βέβαια ύστερα από σαράντα και πάνω χρόνια και με όλα όσα γίνανε, με άλλους έχασα κάθε επαφή και με άλλους ξέκοψα με δική μου πρωτοβουλία. Ύστερα, με δεδομένη τη στάση που τηρούσε απέναντί μου, σ’ ό,τι αφορά την πολιτική, θεωρούσα πως θα ήταν μάλλον απίθανο να επιζητούσε ο Χρήστος επαφή με τους παλιoύς μας συναγωνιστές. Ίσως όμως και να ξέρανε κάτι. Ο κόσμος είναι μικρός. Η δεύτερη κατηγορία ήταν οι επαναπατρισθέντες από την Τασκένδη. Σ’ αυτό θα με βοηθούσε ο Γιώργος, γιατί εγώ δεν ήξερα κανέναν άλλον. Η τρίτη κατηγορία, με τις μεγαλύτερες ίσως πιθανότητες επιτυχίας, αλλά η πιο δυσπρόσιτη για μένα, ήταν η κατηγορία των εισαγωγέων-εξαγωγέων, που είχαν συναλλαγές με τις σοσιαλιστικές χώρες.

Άρχισα από τους παλιούς φίλους, με πρώτον τον Απόστολο τον Δημητρίου. Μια τάξη πιο πάνω από μας στο γυμνάσιο, ήταν ο διαφωτιστής της επονίτικης ομάδας μας. Μετά τη Βάρκιζα κατάφερε και πήγε στην Αμερική για σπουδές σε κάτι θείους του και έμεινε εκεί πολλά χρόνια. Ξαναγύρισε μετά τη Μεταπολίτευση και διορίστηκε σε κάποιον Οργανισμό. Στην Αμερική φαίνεται πως ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ, γιατί μόλις εγκαταστάθηκε εδώ εντάχθηκε ξανά στο κίνημα, έγινε μέλος του Κόμματος και εξελίχθηκε σε στέλεχος του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που μ΄ επισκέφθηκε στα γραφεία του “Σύμπαντος”. Ήταν λίγο μετά το 6ο, αν δεν κάνω λάθος, Φεστιβάλ ΚΝΕ- Οδηγητή, τότε που είχε μιλήσει και ο Γκας Χωλ. Ο Απόστολος επηρεασμένος από την πανηγυρική ατμόσφαιρα, με τα τεράστια πλήθη που συνέρρεαν κάθε βράδυ στο Περιστέρι, στο χώρο του Φεστιβάλ, καθώς μάλιστα τα συνέκρινε με τις αναιμικές συγκεντρώσεις του κόμματος στην Αμερική, είχε την πεποίθηση πως όπου να΄ναι θα παίρναμε την εξουσία με εκλογές και πως εν πάση περιπτώσει είχαμε μαζί μας την πλειοψηφία του λαού. Έτσι, στην κουβέντα μας προχώρησε μεγαλοφώνως σε ενθουσιώδη σχόλια για το Φεστιβάλ και την ομιλία του Γκας Χωλ. Περίμενε φαίνεται να σηκωθούν οι παρευρισκόμενοι συντάκτες και να αρχίζουν να φωνάζουν ρυθμικά “Τιμημένο Κουκουέ!”. Δεν έγινε φυσικά κάτι τέτοιο και με κατάλληλα νοήματα κατεύνασα τον ενθουσιασμό του.

Έκτοτε βλεπόμαστε ταχτικά και κατά κανόνα ανοίγουμε κουβέντα σε θεωρητικά κυρίως θέματα. Από το γυμνάσιο του είχε κολλήσει η μανία να ασχολείται με τις κοινωνικές επιστήμες. Με υποδέχτηκε στο γραφείο του στον Οργανισμό πολύ εγκάρδια και φαινόταν πως έκανε κρα για κουβέντα

“Πρέπει να συζητήσουμε, μου λέει. Τώρα τελευταία με απασχολεί ένα σοβαρό πρόβλημα. Μήπως είμαστε μάρτυρες μιας τρίτης αμοιβαίας εξαφάνισης των κυρίων ανταγωνιζομένων τάξεων, όπως γράφει το Μανιφέστο; Ως τώρα είχαμε την αμοιβαία εξαφάνιση των δούλων και δουλοκτητών στο πέρασμα από την αρχαιότητα στο μεσαίωνα και των δουλοπάροικων και φεουδαρχών, στο πέρασμα από το μεσαίωνα στη βιομηχανική εποχή. Μήπως επέρχεται τώρα η αμοιβαία εξαφάνιση εργατών και καπιταλιστών;”

Χωρίς να έχω εγκύψει στο θέμα είχα τις αντιρρήσεις μου και με μεγάλο κόπο αντιστάθηκα στον πειρασμό μιας μονομαχίας μαζί του σε τέτοια θεωρητικά ύψη. Περιορίστηκα μόνο να τον ρωτήσω αν είδε τώρα τελευταία το Χρήστο. Φάνηκε αμέσως, πρώτον, πως τον είχε δει αλλά πριν από μήνες και, δεύτερον, πως δεν τον απασχολούσε καθόλου η τύχη του παλιού μας φίλου. Τον έτρωγε περισσότερο η τύχη του σοσιαλισμού γενικότερα.

«Ώστε δε θα κάτσεις να συζητήσουμε;» μου λέει σαν με είδε να φεύγω. «Κρίμα γιατί εκτιμώ πολύ την κρίση σου. Όσο για το φίλο μας, ρώτα τον Πάνο τον Αναστόπουλο, μήπως τον είδε τελευταία”.

Τον χαιρέτησα κι έφυγα. Πώς δεν τον συλλογίστηκα από την αρχή; Με τον Πάνο τον Αναστόπουλο ήμασταν συμμαθητές από το Δημοτικό και συνεχίσαμε και στο Γυμνάσιο. Δε σπούδασε. Από τη μια τα πολιτικά κι από την άλλη η οικογενειακή ανέχεια, τον έριξαν από νωρίς στη βιοπάλη. Δοκίμασε πολλά επαγγέλματα και κατέληξε ράφτης και μάλιστα καλός. Τελικά φαίνεται πως αυτή ήταν η κλίση του. Δεν έχουμε στενές σχέσεις, γιατί η ζωή μας χώρισε. Αλλάξαμε άλλωστε κι οι δυο γειτονιά. Αυτός τώρα μένει στην Κυψέλη κι εγώ στο Καλαμάκι. Πάντως όταν βλεπόμαστε διαπιστώνω πως η παλιά φιλία και εγκαρδιότητα παραμένει ζωντανή. Συναντιόμαστε συνήθως στις πορείες της Ειρήνης, σε προεκλογικές συγκεντρώσεις και σε συλλαλητήρια, καθότι μέλη κι οι δύο του Κόμματος. Θυμόμουνα πως το ραφείο του είναι στην οδό Μιλτιάδου και πήγα ένα απόγεμα να τον δω. Το κτίριο είναι παλιό, προπολεμικό και ανέβηκα με το κλυδωνιζόμενο ασανσέρ-κλουβί ως τον δεύτερο όροφο. Τον βρήκα στον πάγκο του να ράβει τις βάτες ενός σακακιού.

“Γειά σου Πανολιάσκο λεβεντιά”, τον προσφώνησα με το παλιό του παρατσούκλι, που τού ΄χαμε κολλήσει το ΄46, από το όνομα κάποιου χίτη του Μεταξουργείου.

“Βρε καλώς τονε. Πώς από δώ;”

Ο Πάνος είναι τύπος πρόσχαρος και καλαμπουριτζής. Επί Χούντας τον είχανε πιάσει και τον έκλεισαν δύο χρονάκια στο Παρθένι. Όταν βγήκε, κυκλοφόρησε μεταξύ πελατών και φίλων φέιγ-βολάν που έγραφαν:

Ο διάσημος ράπτης της πόλεως μας Παναγιώτης Αναστόπουλος
επανελθών, μετά διετή παραμονήν, εκ Λονδίνου
μεταφέρει εις την Ελλάδα την τελευταίαν λέξιν της ανδρικής μόδας

“Κάτσε, θα πιείς καφέ;” με ρώτησε κι όταν έγνεψα καταφατικά έδωσε την παραγγελία από το εσωτερικό τηλέφωνο της πολυκατοικίας

“Μήτσο, ένα μέτριο, περιποιημένον και σβέλτα”

“Λοιπόν τι νέα από το Σύμπαν και τα περίχωρα;”

Μπήκα αμέσως στο θέμα μου. Από το ύφος του όμως κατάλαβα πως δεν είχε καν ακούσει για την επάνοδο του Χρήστου στην Ελλάδα.

“Βρε τι μου θύμισες τώρα! Υποθέσεις προ τεσσαρακονταετίας. Κοίτα όμως σύμπτωση. Ξέρεις ποιάν είδα όλως τυχαίως την περασμένη βδομάδα; Τη Λούλα. Τη θυμάσαι; Ήταν το κορίτσι του Χρήστου, λίγο πριν αυτός βγεί στο βουνό”.

“Πώς δεν τη θυμάμαι. Τη Λούλα της κυρίας Δανάης. Το ομορφότερο κορίτσι της Νέας Σμύρνης”

“Το ομορφότερο κορίτσι ίσως αλλά η μητέρα της την έβαζε κάτω”.

“Τι γίνεται;”

“Η μάνα της; Πέθανε πρόπερσι. Εκείνη, αν θυμάσαι, στην ογδόη κλέφτηκε με τον μαθηματικό τους στο θηλέων και δεν τέλειωσε το γυμνάσιο”.

“Ναι μωρέ, αλλά έμαθα πως ο άντρας της πέθανε λίγα χρόνια μετά…”

“Έμφραγμα. Της άφησε ένα διώροφο στην Καλλιθέα κι εκείνη το ΄δωσε σ΄έναν πολιτικό μηχανικό, αντιπαροχή. Την ερωτεύεται λοιπόν ο μηχανικός, την παντρεύεται και σε πέντε χρόνια πάει κι αυτός από καρδιά. Παντρεύτηκε εν συνεχεία τον συμβολαιογράφο, που της έκανε τα διάφορα συμβόλαια, με τον οποίον έζησε κάπου δέκα χρόνια αλλά τελικά πάει κι αυτός από ανακοπή…”

“Σα να λέμε η Λούλα είναι γυνή ανδροβόρος, που γράφει κι η Εγκυκλοπαίδεια”

“Φαρμακομούνα, κατά το κοινώς λεγόμενον. Τώρα είναι παντρεμένη, για τέταρτη φορά, με ένα γιατρό, καρδιολόγο”.

“Αυτός μια φορά δεν έχει φόβο”

“Όταν έμαθε πως είμαι ράφτης, μού ’πε πως θα μου τον φέρει να του ράψω ένα κουστούμι. Να τη δεις βρε Νίκο πως διατηρείται η αφιλότιμη. Γιατί δε θα τά’ χει περάσει τα πενηνταπέντε;”

Ήρθε ο καφές και συνεχισαμε την κουβέντα μας

“Λοιπόν για το Χρήστο ιδέαν δεν έχω. Τον νόμιζα ακόμα στο εξωτερικό. Αλλά μου φαίνεται πως κάτι μπορεί να ξέρει ο Μπάμπης”

“Ποιος Μπάμπης;”

“Έλα μωρέ, ο Μπάμπης ο Γιαννόπουλος, δεν τον θυμάσαι; Ο βασιλεύς της γρουσουζιάς…”

“Ο πρίγκηπας της γρουσουζιάς”, τον διόρθωσα, “έτσι τον λέγαμε. Θυμάσαι; Η ατυχία που τον κυνηγούσε ήταν ιστορική. Γινότανε καζούρα στο μάθημα; Αυτόν θα πέταγε έξω ο καθηγητής. Στα μπλόκα, έναν να ψάχνανε οι μπουραντάδες, αυτός θα ήταν”.

“Αμ τότε που πήγαμε Σαββατόβραδο μπουρδελότσαρκα και στης Καλλέργαινας, στην οδό Σωκράτους, πέσαμε φάτσα με φάτσα με τον καθηγητή μας τον Παντελίδη; Από όλη την παρέα, το Μπάμπη θυμήθηκε τη Δευτέρα”.

“Τι γίνεται τώρα. Τον βλέπεις;”

“Όχι και πολύ συχνά. Βλέπεις αυτός είναι με τους αναθεωρητές. Μπορεί όμως να ξέρει κάτι. Δουλεύει σε μια επιχείρηση με αντιπροσωπείες. Στάσου να δεις. Κάπου έχω γραμμένο το τηλέφωνό του”.

Έψαξε σ’ ένα συρτάρι, βρήκε μιαν ατζέντα αντέγραψε σ’ ένα χαρτί ένα νούμερο και μου τό ΄δωκε.

Συνεχίσαμε για κάμποσην ώρα συζητώντας για τα παλιά. Κάποτε σηκώθηκα να τον αφήσω να κάνει τη δουλειά του, τον χαιρέτησα και έφυγα.

Πήγα να δω τον Μπάμπη την επόμενη βδομάδα, αφού προηγήθηκε τηλεφώνημα. Τα γραφεία όπου δούλευε πιάνανε ολόκληρο πάτωμα ενός υπερμοντέρνου πολυόροφου κτιρίου, όλο γιαλί και ατσάλι, στη λεωφόρο Κηφισίας. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο με χαμηλά ξύλινα χωρίσματα, σε μικρότερα γραφεία, στο καθένα από τα οποία δούλευαν πεντέξι υπάλληλοι. Όλοι σχεδόν είχαν στο τραπέζι τους κομπιούτερ. Τελείως αμερικάνικη εικόνα. Ο Μπάμπης μόλις με είδε, με γνώρισε και σηκώθηκε χαμογελώντας. Ευτυχώς γιατί διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να τον αναγνωρίσω. Είχε γίνει ολότελα φαλακρός κι είχε παχύνει. Ξαφνικά, βλέποντας τον παλιό μου συμμαθητή, συνειδητοποίησα πως κι εγώ πρέπει να έχω μεγαλώσει πολύ.

Έκατσα σε μια καρέκλα δίπλα του, πήγε, παρά τις αντιρρήσεις μου, και μού ΄φερε καφέ (εσπρέσο φυσικά) από ένα αυτόματο μηχάνημα στο διάδρομο και πιάσαμε κουβέντα. Κατάλαβα όμως πως δεν είχαμε πολλές δυνατότητες για φλυαρία. Ήδη μια ψυχρή και όμορφη ξανθιά, πασαλειμένη με μέικ απ, που από τη θέση του γραφείου της φαινόταν πως ήταν προϊσταμένη, μας είχε ρίξει δυο πολυσήμαντες ματιές. Εν πάση περιπτώσει τα είπαμε, αλλά και πάλι δεν έμαθα τίποτα το θετικό.

“Τό ΄μαθα πως ήρθε στην Ελλάδα από τον Χάρη, τον θυμάσαι;”

“Τον Χάρη τον Καπερναράκο; Πώς δεν τον θυμάμαι. Στη γειτονιά μας δεν έμενε το ΄52; Θαρρώ όμως πως έχει από τότε εγκατασταθεί στο χωριό του”.

“Ήρθε φέτος, για να μείνει πια μονίμως στην Αθήνα. Να τον δεις δε θα τον γνωρίσεις. Λεφτάς ο Χάρης, ο συγγληνοβιομήχανος, που τον λέγαμε. Πιάστηκε για καλά. Που λες ήρθε από δω πριν μερικούς μήνες για μια δουλειά του. Κάνει εξαγωγές στην Αγγλία. Ναι ο Χάρης, εξαγωγές στην Αγγλία! Ηρθε λοιπόν και θυμηθήκαμε τα παλιά. Τότε μου είπε για το Χρήστο. Είχε πάει να τον βρει και μάλιστα του ζήτησε δανεικά. Σκέψου. Άλλο τίποτα δε μού ‘πε. Πρέπει όμως να ξέρει τη διεύθυνσή του”.

Πήρα τη διεύθυνση του Χάρη, τον χαιρέτησα και έφυγα ικανοποιημένος. Επί τέλους κάτι βρήκα. Τη μεθεπομένη πήγα στη διεύθυνση που μού ΄δωσε ο Μπάμπης, σε μια πολυκατοικία στην οδό Βουλής. Δυστυχώς όμως εκεί βρήκα μονάχα έναν εικοσιπεντάρη, που σαν άκουσε τα καθέκαστα με πληροφόρησε, πολύ ευγενικά και πρόθυμα, πως ο πατέρας του είχε ξαναφύγει για το χωριό του, όπου θα έμενε για καιρό. Η νέα αναποδιά αντί να με απογοητεύσει με πείσμωσε. Γύρισα σπίτι και το ίδιο βράδυ βγήκαμε με το Δημήτρη και τη Λασκαρίνα και με την ευκαιρία κουβεντιάσαμε τις εξελίξεις. Ως τώρα δεν είχα κατορθώσει να βρώ κανένα ίχνος του Χρήστου και χωρίς αυτόν η πιθανότητα να μάθουμε περισσότερα για τα Έπη εκμηδενιζόταν. Όσο κουβεντιάζαμε η Λασκαρίνα με κοιτούσε περίεργα

“Η στάση σου αρχίζει να με ενδιαφέρει επαγγελματικά. Σου έγιναν έμμονη ιδέα τα Έπη βλέπω”.

“Πραγματικά, όπως το λες είναι. Μου έγιναν έμμονη ιδέα. Με απασχολούν συνεχώς” παραδέχτηκα

“Και σε μένα το ίδιο” είπε απροσδόκητα ο Δημήτρης. “Ξέρετε η πιθανότητα να έφτασε τόσο βαθιά στην Ασία και σε τόσο παλιά εποχή ένας Έλληνας ταξιδευτής, με συναρπάζει.

Τελικά αποδείχτηκε πως και οι τέσσερις νοιώθαμε ανάλογα. Ο Χρήστος με όσα μας διάβασε μας είχε ανοίξει ένα παράθυρο σε μιαν άγνωστη, γοητευτική, περιπέτεια, κάποιου μακρινού Έλληνα στα βάθη της Ασίας, παράθυρο που η εξαφάνισή του το έκλεισε αμέσως και είχαμε μείνει με τη γεύση του ανικανοποίητου. Θέλαμε πολύ να μάθουμε τι έγινε παρακάτω.

Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την αναζήτηση.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !