Τα έπη των Αριμασπών – 12 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔11/10/2016 09:50
Νίκος Σαραντάκος

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Το καλοκαίρι οι δημοσιεύσεις ήταν εβδομαδιαίες, από επιστρέφουμε στη δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη του τέταρτου κεφαλαίου που έχει τον τίτλο Η εξαφάνιση. Με τη συνέχεια αυτή ολοκληρώνεται κιόλας το κεφάλαιο -δεν βόλευε να χωριστεί κι έτσι βγήκε λίγο μεγάλη. Είχαμε σταματήσει στο σημείο όπου ο μεγαλοεκδότης Βελής μαθαίνει την ύπαρξη των Αριμασπείων επών και αποφασίζει να φέρει ειδικό να εκτιμήσει τη γνησιότητα των χειρογράφων που κατέχει ο Χρήστος.

Αντιθέτως με τις ενοχλητικές παρεμβάσεις του κυρίου Μιχαήλ, βρήκαμε απροσδόκητη και ουσιαστική βοήθεια από έναν άλλον παράσιτο του Βελή, τον κύριο Ιορδάνη Αμανάτογλου, συνταξιούχο δάσκαλο από την Ανατολή. Ο κύριος Ιορδάνης, είχε την πετριά του ιστοριοδίφη, αλλά επειδή δεν την προέβαλλε με την επιμονή με την οποία οι λοιποί παράσιτοι πρόβαλλαν τις δικές τους λόξες και μονομανίες, στα Σάββατα εργασίας, όσες φορές παρίστατο, περνούσε μάλλον απαρατήρητος. Ο κυριότερος ρόλος του σ’ αυτές τις συνάξεις και όταν εξετρέποντο σε γλέντι, ήταν να αναπαριστά με ξεκαρδιστικό τρόπο τον διάλογο μεταξύ δύο Ανατολιτών “από Καισαρείαν ντόπο”. Πάντως αυτός ήταν ο νονός του τίτλου το Άλας της Γης, που δόθηκε στον τόμο κι αυτό ήταν ήδη σημαντική συμβολή. Μια μέρα μας ήρθε με έναν χοντρό χαρτοφύλακα στο χέρι.

“Κύριε Νίκο, μου λέει με φανερή συστολή. Έχω κάποια στοιχεία για τον ελληνισμό της Συρίας και της Μεσοποταμίας κατά την οθωμανική περίοδο, που ενδεχομένως να σας ενδιαφέρουν. Είναι σχεδόν όλα ανέκδοτα και τα συγκέντρωνε επί πολλά χρόνια ο πατέρας μου, που ήταν επίσης δάσκαλος και δίδασκε στα μέρη εκείνα”.

Άνοιξε τον χαρτοφύλακα και από ένα φάκελο που ανέσυρε από μέσα, μας παρουσίασε αληθινό θησαυρό, έγγραφα ελληνικά και τουρκικά, πιστοποιητικά, ακόμα και φωτογραφίες τραβηγμένες πριν εκατό χρόνια, μαρτυρίες της ύπαρξης και της δράσης ελληνικών κοινοτήτων, που ακμάζανε στις πόλεις της Συρίας, του Ιράκ, του Κουρδιστάν, της Αρμενίας, ακόμα και του Περσικού Αζερμπαϊτζάν ή της Γεωργίας. Ένας Ελληνισμός όχι μόνο ελληνόφωνος αλλά επίσης τουρκόφωνος και αραβόφωνος, που χάθηκε.

“Ο πατέρας μου μού διηγόταν”, μας εξήγησε ο κύριος Ιορδάνης, “ότι οι Έλληνες και οι Αρμεναίοι είχαν στα χέρια τους το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τόσο με τις Ευρωπαϊκές χώρες όσο και με τις χώρες της Μέσης Ασίας και των Ινδιών. Όλα τα εμπορικά καραβάνια που έφταναν από τα ανατολικά στις πόλεις της Αρμενίας, του Ιράκ και της Συρίας, ελέγχονταν από Έλληνες ή Αρμεναίους εμπόρους.

Όλοι αυτοί, Έλληνες, Αρμεναίοι, Τούρκοι, Κούρδοι και Άραβες, συμβίωναν επί αιώνες αρμονικά. Η παλιά Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ανεκτικό και ανεξίθρησκο κράτος. Στο τέλος όμως του περασμένου αιώνα οι Γερμανοί άρχισαν να διεισδύουν στην τουρκική οικονομία. Χρηματοδότησαν το σιδηρόδρομο Βερολίνο – Κωνσταντινούπολη – Βαγδάτη – Βασόρα και διαπίστωσαν ότι οι κυριώτεροι ανταγωνιστές τους στην Ανατολή ήταν οι Έλληνες και οι Αρμεναίοι. Όταν οι Νεότουρκοι πήραν το 1909, με τη στήριξη των Γερμανών, την εξουσία, ξεκίνησαν οργανωμένη προπαγάνδα κατά των Ελλήνων και των Αρμεναίων. Τελικά αποφάσισαν να εξοντώσουν το ελληνικό και αρμενικό στοιχείο για να μείνουν οι Γερμανοί μόνοι χωρίς ανταγωνιστές. Αυτοί ήταν που ενέπνευσαν και οργάνωσαν το διωγμό των Ελλήνων από τη δυτική Μικρασία στα 1914 και τη γενοκτονία των Αρμεναίων το 1915”.

“Oι διωγμοί αυτοί, συμφώνησα, οργανωμένοι από αξιωματικούς του γερμανικού στρατού, που είχαν πάρει τον τίτλο του πασά στο οθωμανικό κράτος, ήταν ένα είδος πρόβας των διωγμών και της γενοκτονίας των Εβραίων, των Τσιγγάνων, των Πολωνών, των Ρώσων και φυσικά των κομμουνιστών και των αντιφασιστών, που οργάνωσαν οι Ναζήδες στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι οποίοι βεβαίως αυτή τη φορά δεν έκαναν τις τουρκικές ωμότητες και τσαπατσουλιές. Δούλεψαν συστηματικά, παστρικά και θα ΄λεγα πολιτισμένα αν δε μιλούσα για μαζικές ανθρωποκτονίες.

Κάποτε κατέφθασε ο Άγγλος ειδικός. Ήταν ένας ξερακιανός τύπος με αραιά άσπρα μαλλιά, μυωπικά γυαλιά με χρυσό σκελετό, ευγενικός και λιγομίλητος. Ο Βελής μας τον παρουσίασε σε ένα Σάββατο εργασίας, όπου τον έβαλε να καθήσει δίπλα του, στη θέση του θείου μου του Μιχάλη, που κατά σύμπτωση εκείνο το βράδυ δεν μας είχε έρθει. Χρέη διερμηνέα έκανε η Ειρήνη η Χατζηματθαίου. Ο ξένος φάνηκε από την αρχή πως διασκέδαζε με την υπόθεση. Οπωσδήποτε δεν θα του είχε τύχει άλλοτε να παραστεί σε παρόμοια συγκέντρωση, που ξεκίνησε μεν σαν δείπνο εργασίας αλλά εν συνεχεία εξετράπη σε γλέντι. Έμενε πάντως όλη τη βραδιά σοβαρός και τυπικός, αλλά τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει από το κρασί και στα μάτια του έβλεπα μια μυστική λάμψη ευθυμίας.

Από τη Δευτέρα εγκαταστάθηκε στο γραφείο του Βελή μαζί με το Χρήστο και για μια τουλάχιστο βδομάδα καταπιάστηκαν με τα περίφημα χειρόγραφα, από τα οποία εγώ δεν είδα παρά ένα και μοναδικό φύλλο. Άλλο ένα φύλλο πήρε μαζί του ο παπυρολόγος, φεύγοντας για την Αγγλία, για να εξετάσει με τις σύγχρονες αρχαιομετρικές μεθόδους την ηλικία του χαρτιού. Κατά τον Χρήστο τα χειρόγραφα ήταν του 12ου αιώνα. Φαίνεται πως το πόρισμα του ειδικού, αναφορικά με τη γνησιότητα των χειρογράφων ήταν θετικό. Ο Βελής κάλεσε την επόμενη Δευτέρα τον Χρήστο στο γραφείο του και κουβέντιασε μαζί του πολλήν ώρα. Δεν ξέρω ποιό ήταν το θέμα της συζήτησης τους, εικάζω όμως ότι ήταν θετικό για το φίλο μου, γιατί βγήκε από το γραφείο του Βελή τρίβοντας τα χέρια του. Δε μου είπε απολύτως τίποτα αλλά δε μπορούσε να κρύψει την ικανοποίησή του. Έδωσε μια φιλική σβερκιά στην Άννα κι ύστερα σφυρίζοντας κάποιο σκοπό κάθισε στο γραφείο του αλλά δε δούλεψε άλλο. Μάλλον συμμάζευε τα χαρτιά του, πολλά από τα οποία έχωσε στην τσάντα του. Ύστερα σηκώθηκε και βγήκε από το γραφείο, χωρίς να μας χαιρετήσει, σα να πήγαινε να πάρει τσιγάρα.

Από κείνη την ώρα χάθηκε από προσώπου γης! Χάθηκε ολοκληρωτικά, δηλαδή έπαψε νά ΄ρχεται στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας και στα σπίτια μας, έπαψε να μας τηλεφωνεί και για πρώτη φορά απουσίασε από το επόμενο Σάββατο εργασίας. Ο Βελής το επισήμανε με την πρώτη και με ρώτησε

“Πού είναι κείνος ο συμμορίτης;”

“Έχει κάτι μέρες να φανεί”

“Και τι κάθεσαι. Πάρ’ τον τηλέφωνο. Μπορεί να αρρώστησε ο άνθρωπος”

Τότε διαπιστώθηκε πως όλοι μας, κι εγώ κι ο Δημήτρης και η Ειρήνη και η κοπέλα της γραμματεία κι ο ίδιος ο Βελής αγνοούσαμε και τη διεύθυνση και το τηλέφωνο του Χρήστου. Τη Δευτέρα έφαγα τον κόσμο για να βρω κάποιαν άκρη, χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Βελής έγινε έξω φρενών. Είχαμε πολλές συζητήσεις στο γραφείο του, κατά τις οποίες, τελείως άδικα και παράλογα, προσπάθησε να ρίξει σε μένα τις ευθύνες

“Όπως έμαθα, τον ήξερες από παλιά και μου τό ΄κρυψες. Νομίζω πως η στοιχειώδης δεοντολογία επέβαλε να με προειδοποιήσεις για το ποιόν του ή κάνω λάθος;”

“Πρώτον, είχα σαράντα χρόνια να τον συναντήσω και σε τόσο μεγάλο διάστημα όλοι αλλάξαμε. Όταν τον ήξερα ήμασταν νεαροί, αδιαμόρφωτοι και ιδεαλιστές. Δεύτερον νόμιζα κύριε Βελή ότι πήρες όλα τα μέτρα. Σου έδωσε όχι μόνο τη μετάφραση των Επών αλλά και τα αραβικά χειρόγραφα, που επί πλέον τα εξέτασε ειδικός. Πήρε μάλιστα ένα κομμάτι τους στην Αγγλία για να εξακριβωθεί η ηλικία τους”

“Αρχίδια μού ’δωσε. Δέκα χειρόγραφα όλα κι όλα και το αντίστοιχο κείμενο της μετάφρασης, δηλαδή ούτε το ένα εκατοστό του συνόλου και ΄γω ο μαλάκας τούδωσα…”

Δαγκώθηκε και σταμάτησε μπαρουτιασμένος. Προφανώς δεν ήθελε να ξέρω το μέγεθος της ζημιάς που έπαθε. Τον κοίταζα παραξενεμένος. Δεν περίμενα από τέτοιο σφιχτοχέρη και καχύποπτο άνθρωπο να την πατήσει έτσι. Για πρώτη ίσως φορά στη ζωή του φάνηκε μπόσικος και έδωσε λεφτά χωρίς χειροπιαστό αντάλλαγμα.

“Δε θα μου τη σκάσει έτσι. Θα βάλω ιδιωτικό ντέντεκτιβ και θα τον βρω οπωσδήποτε. Και στου βοδιού το κέρατο κι αν πάει να χωθεί. Πάντως δίκιο έχεις. Εσύ δε φταις σε τίποτα. Για να είμαι μάλιστα ειλικρινής, από την αρχή ήσουν πιο δύσπιστος από μένα. Εν πάση περιπτώσει ψάξε και συ να τον βρεις και παράλληλα θα βάλω κάποιο γραφείο να τον αναζητήσει”.

Ανακοίνωσα τις απροσδόκητες εξελίξεις στο Δημήτρη, που πέρασε με τη Λασκαρίνα από το σπίτι μας, για να μας πάρουν να πάμε θέατρο. Μείναν έκπληκτοι και κάπως απογοητευμένοι

“Λες η όλη υπόθεση να είναι απάτη”; λέει η Λασκαρίνα

“Δε θέλω να το πιστέψω”, της απάντησα. “Μια φορά όλα όσα μας διάβασε δε μπορεί να τα έβγαλε από το μυαλό του. Άλλωστε σε πολλά σημεία συμφωνεί και ο Ηρόδοτος”.

“Στο κάτω κάτω τα Αριμάσπεια Έπη υπήρξαν”, συμπλήρωσε ο Δημήτρης. Δεν τα επινόησε ο Ηρόδοτος, ούτε κι ο Χρήστος. Τα ήξεραν τόσοι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Αισχύλος, ο Εκαταίος, ο Στράβων, ο Παυσανίας, ο Πλίνιος, όλοι αυτοί αναφέρονται εμμέσως ή αμέσως στα Έπη. Ακόμη δε περισσότεροι μνημονεύουν τους Αριμασπούς και τους Υπερβόρειους και τη σχέση τους με τη λατρεία του Απόλλωνα. Άσε που έχουν ασχοληθεί μαζί τους σπουδαίοι νεώτεροι φιλόλογοι και ιστορικοί. Έψαξα και με έκπληξη μου είδα πως για ένα πρόσωπο, που οι περισσότεροι Έλληνες φιλόλογοι το αγνοούν, έχουν γράψει πολλά οι ξένοι. Ο Κρούσιος, ο Μπέτε, ο Ντιλς, ο Μπόουρα, ο Χέρμαν, ο Τουρνιέ, ο Ροστόβτσεφ και ένα σωρό άλλοι. Ξέρετε πως υπάρχουν ολόκληρες μονογραφίες για τον Αριστέα και τα Έπη του; Οι πνευματικοί μας ταγοί απλώς καμαρώνουνε πως είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων αλλά επιστημονική δουλειά πάνω στο έργο τους κάνουν οι μισέλληνες Φράγκοι”.

“Ο κύριος Μιχαήλ, να πούμε, που θέλει να έχουν ελληνικές ρίζες οι Μάγια, οι Ολμέκοι και οι Ίνκα, αγνοεί παντελώς μια πολύ πιο χειροπιαστή περίπτωση Έλληνα, που έφτασε σε τόσο παλιά εποχή ως τα βάθη της Ασίας”.

“Τώρα αν θεωρείς τον κύριο Μιχαήλ πνευματικό ταγό…”

“Λοιπόν, εγώ πιστεύω ότι δεν τού ΄δωσε του Βελή τα Επη αλλά μόνο μια πρόγευσή τους, αρκετή για να του δώσει λεφτά, γιατί στο μεταξύ το μετάνοιωσε και αποφάσισε να τα δημοσιεύσει σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό”, ξανάφερε τη συζήτηση στο Χρήστο η Λασκαρίνα, πάντα αισιόδοξη.

“Δεν αποκλείεται να ειν’ έτσι. Του φάγαμε άλλωστε κι εμείς τα αυτιά για να τον πείσουμε να τους κάνει επιστημονική παρουσίαση”

“Για την ώρα προέχει να τον βρούμε πριν από τον ντέτεκτιβ, που θα βάλει ο Βελής και να του πούμε να φυλάγεται. Γιατί άμα τον βρει αυτός, το επόμενο βήμα θα είναι είτε τα δικαστήρια είτε κανένα μπερντάχι από τον Παντελή ή κάποιον άλλο γορίλα του αφεντικού”.

Το συζητήσαμε πολλήν ώρα και καταλήξαμε στην απόφαση να καταπιαστούμε συστηματικά με την αναζήτησή του, ρωτώντας όλους τους γνωστούς που θα μπορούσαν να ξέρουν κάτι για το Χρήστο.

Ο ντέτεκτιβ που έβαλε ο Βελής, έπιασε δουλειά αμέσως, πριν ακόμα εμείς ξεκινήσουμε τις δικές μας έρευνες. Μέσα σε λίγες μέρες ήρθε στα γραφεία τρεις φορές, ρωτώντας τους πάντες για τα πάντα. Έχοντας υπ’ όψει μου την αναμφισβήτητη ικανότητα του Βελή να επιλέγει ως συνεργάτες τους καταλληλότερους για κάθε περίπτωση ανθρώπους, ξαφνιάστηκα πολύ όταν τον πρωτοείδα. Δε θα μπορούσα να φανταστώ πιο άσχετον για τέτοια δουλειά άνθρωπο. Αμέσως σχεδόν τα παιδιά στο γραφείο τον έβγαλαν “ο επιθεωρητής Κλουζώ”, αλλά σε εμφάνιση και συμπεριφορά ο ντέτεκτιβ του Βελή ξεπερνούσε τον ήρωα που ενσάρκωνε ο Πήτερ Σέλλερς.

Ήταν ένας αξιοθρήνητος, κακοντυμένος τύπος, που, εν πρώτοις, σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν απίθανα αφελής και εύπιστος. Φαινόταν να αποδέχεται ασυζητητί, ως θέσφατα, όλα όσα του λέγαμε κι όχι μόνο εμείς αλλά κι οι άλλοι συνεργάτες και υπάλληλοι της επιχείρησης, ο θυρωρός και η καθαρίστρια του μεγάρου, ο αντικρινός περιπτεράς και γενικά οποιοσδήποτε του έπιανε κουβέντα.

Ύστερα ήταν απαράδεκτα ακατάστατος και τσαπατσούλης. Τις πληροφορίες που συγκέντρωνε τις σημείωνε πίσω από πακέτα τσιγάρων (κάπνιζε άφιλτρα Παπαστράτος Άσσος, σε σκληρό κουτί), σε ένα άθλιο καταλεκιασμένο μπλοκάκι ή σε χαρτοπετσέτες. Πώς ήταν δυνατό να βρίσκει άκρη, μου έμεινε μυστήριο.

Τέλος έδειχνε έναν, τελείως ασυμβίβαστο για τη δουλειά που έκανε, φόβο για ατυχήματα πάσης φύσεως. Φοβόταν, να πούμε, την πυρκαγιά. Αυτό το διαπίστωσα μια μέρα που με συνόδεψε για το σπίτι του Βελή. Δεν είχα το αμάξι μου και πήγαμε με τη συγκοινωνία. Περνώντας έξω από τα βενζινάδικα ή καθαριστήρια που συναντήσαμε, τον είδα πως τάχυνε το βήμα του

“Γυρεύεις;” μου είπε όταν τον κοίταξα ερωτηματικά, “μπορεί ξαφνικά να εκραγούν”.

Έδινε επίσης την εντύπωση ότι φοβόταν την πτώση από ψηλά παντός αντικειμένου, εκτός των αερολίθων: επιγραφών, γλαστρών, κεραμιδιών, μαρμαροπλακών ή γυψοσανίδων και γιαυτό περπατούσε στην άκρη του πεζοδρομίου ή στο κατάστρωμα του δρόμου, μολονότι έδειχνε να φοβάται εξ ίσου τα τροχοφόρα.

Με το Δημήτρη και τις γυναίκες μας σχολιάσαμε ευθύμως την εμφάνιση του ντέτεκτιβ.

“Βρε μπας και άρχισε ο Βελής να ραμολίρει;” ενδιαφέρθηκε η Λασκαρίνα, εξετάζοντας την περίπτωση, ως γιατρός και δη ψυχίατρος, που ήταν. “Εν πρώτοις την πάτησε κι έδωσε στο Χρήστο λεφτά χωρίς να εξασφαλίσει τα Έπη. Τώρα βάζει έναν επιθεωρητή Κλουζώ να ψάξει να τον βρει. Αυτά δεν ταιριάζουν με τον ικανό επιχειρηματία που μου περιγράφατε”.

Πάντως από μιαν άποψη ησύχασα. Με τέτοιον ντέτεκτιβ πού΄βαλε εμείς θα βρίσκαμε πρώτοι το Χρήστο.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !