Τα έπη των Αριμασπών – 11 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔27/09/2016 09:54

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη του τέταρτου κεφαλαίου που έχει τον τίτλο Η εξαφάνιση. Ποιος εξαφανίστηκε θα το μάθετε αμέσως, αν και η καθαυτό εξαφάνιση θα γίνει σε επόμενη συνέχεια. Σαν παρένθεση έχουμε στη σημερινή συνέχεια και μερικά ευτράπελα πορτοκαλιστών, που τα έχουμε κι άλλη φορά αναφέρει στο ιστολόγιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

Η ανάγνωση της συνέχειας των Επών όμως, δεν έγινε ούτε την άλλη βδομάδα, ούτε την μεθεπόμενη, ούτε καν τον άλλο μήνα. Ο Χρήστος βρέθηκε ξαφνικά να είναι εξαιρετικά πολυάσχολος. Ερχόταν όπως πάντα, στην ώρα του, στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας, δούλευε όπως πάντα χωρίς να περισπάται σε κουβέντες με το προσωπικό και, όταν τέλειωνε το ωράριό του, έφευγε βιαστικά. Στις απόπειρες μας να τον δεσμεύσουμε να μας διαβάσει τη συνέχεια, ξεγλιστρούσε.

“Εντάξει βρε , έτοιμη την έχω τη συνέχεια, αλλά πνίγομαι αυτόν τον καιρό”

Μια δυο φορές πήγε στο γραφείο του Βελή και κλείστηκε μαζί του με τις ώρες. Άλλοτε πάλι είχε πολλές κατ’ ιδίαν συζητήσεις με τον κύριο Αντωνάκη, όσες φορές ο συγγραφέας της παράλληλης ιστορίας ερχόταν να μας φέρει συνεργασία. Μια δυο φορές μάλιστα τους είδα να φεύγουν μαζί πιασμένοι από το μπράτσο. Δεχόταν επίσης πολλά τηλεφωνήματα. Κάθε τόσο η Άννα, το κορίτσι της γραμματείας, του χτυπούσε το τζάμι του χωρίσματος

“Κύριε Χρήστο, τηλέφωνο”

κι αυτός πήγαινε και τηλεφωνούσε αρκετήν ώρα πολύ χαμηλόφωνα.

Μια μέρα, που ο Χρήστος έλειπε, με φώναξε ο Βελής στο γραφείο του

“Τι είναι αυτή η υπόθεση με τα Αριμάσπεια Επη; Μου φαίνεται πως είσαι ενήμερος ή κάνω λάθος;” και με κοίταξε καλά καλά.

Δεν του έκρυψα τίποτα. Του είπα πως ο Χρήστος ισχυρίζεται πως κατέχει το αραβικό χειρόγραφο των Επών, πως μας έχει διαβάσει ένα μέρος της μετάφρασης που έχει κάνει και πως ήθελα να ακούσω ακόμη περισσότερα για να σχηματίσω γνώμη. Αν δηλαδή είναι κάτι σοβαρό που να αξίζει να δημοσιευτεί.

“Γιατί δε μού ’πες τίποτα βρε μπαγάσα; Αν λέει αλήθεια, πρόκειται για φιλολογικό γεγονός τεράστιας σημασίας, γιατί επιβεβαιώνει τις απόψεις που πάντα υποστήριζε το “Σύμπαν” για την επιρροή των αρχαίων Ελλήνων σε όλον τον Παλαιό Κόσμο, ως τα όρια της Κίνας, φαντάσου. Άσε που θα ήταν θαυμάσιο συμπλήρωμα του τόμου το Άλας της Γης”.

“Αν δεν εξετάσει τα χειρόγραφα κάποιος ειδικός, που να ξέρει επί πλέον αραβικά, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτα. Και δεν ξέρω κανέναν τέτοιον στην Ελλάδα. Εγώ βέβαια δεν τα είδα τα χειρόγραφα αλλά και να τά΄βλεπα δε θα καταλάβαινα τίποτα αφού είναι γραμμένα στα αραβικά”.

“Σ΄ αυτό, δεν έχεις άδικο”

Έμεινε για λίγο συλλογισμένος κι ύστερα μου λέει:

“Λοιπόν, εγώ ξέρω κάποιον Εγγλέζο αραβιστή και παπυρολόγο και θα του γράψω νά΄ρθει να τα εξετάσει με δικά μου έξοδα. Αν είναι αυθεντικά θα τα αγοράσω μαζί με τη μετάφρασή τους και θα τα εκδόσω σε ιδιαίτερο τόμο. Θα γίνει πάταγος”.

Πέρασε ο υπόλοιπος χρόνος, μπήκαμε στο ΄87, χωρίς να γίνει κατορθωτό το ξεμονάχιασμα του Χρήστου, μόλο που συνέχισε να εργάζεται κανονικά στην Εγκυκλοπαίδεια, από την οποία απουσίασε μόνο δύο φορές, τη μία στις γιορτές των Χριστουγέννων και την άλλη στις Απόκριες, που πήρε άδεια μερικών ημερών “για να πάει στο γιο του στην Αγγλία” όπως είπε.

Η δεύτερη απουσία του συνέπεσε με το ταχτικό “Σάββατο Εργασίας”, στο οποίο έγινε μεγάλο καλαμπούρι, όταν, αφού εξαντλήθηκαν τα σχετικά με την έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας θέματα, η συζήτηση στράφηκε σε άλλα, γενικότερου ενδιαφέροντος. Τότε ο θείος μου ο Μιχάλης προκάλεσε τεχνηέντως ομηρικό καυγά μεταξύ δύο παρασίτων, βάζοντας τον ευάλωτο σε παρόμοιες προβοκάτσιες κύριο Ιωαννίδη να μαλώσει με έναν άλλο παράσιτο, τον κύριο Πιέρρο Αλεβιζάκο. Ο τελευταίος υποστήριζε ότι ο Θεός προστατεύει μεν το Γένος των Ελλήνων, αλλά ενεργεί πάντοτε ως αυστηρός κηδεμών του και το τιμωρεί σκληρά στις περιπτώσεις που αφίσταται των εντολών του. Έτσι μας τιμώρησε το 1453, υποδουλώνοντας μας στους Τούρκους, γιατί οι Παλαιολόγοι ευνοούσανε την προσέγγιση με τους παπιστές. Ομοίως μας τιμώρησε το 1897 με την ήττα μας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο γιατί ένα χρόνο πριν αναβιώσαμε τους ειδωλολατρικούς ολυμπιακούς αγώνες. Έχω πια ξεχάσει σε ποιές άλλες περιπτώσεις υποστήκαμε ανάλογες συλλογικές τιμωρίες από τον χιτλερικό θεό του Αλεβιζάκου, θυμάμαι όμως πως είχε αναφέρει δυο ή τρεις ακόμα. Ο κύριος Ιωαννίδης, ακούγοντας τις απόψεις αυτές, άναψε και φούντωσε και φυσικά τις απέρριψε με αγανάκτηση. Υποστήριξε πως τέτοιες ενέργειες ταιριάζουν στον Ιεχωβά, τον Εβραίο Θεό, του που είναι αιμοχαρής και ζηλόφθονος, ενώ κατά τη δική του αντίληψη ο Θεός δεν είναι μόνο πανάγαθος και ελεήμων, αλλά οπωσδήποτε φιλέλλην.

Ο κύριος Παναγιώτης Ιωαννίδης, που επί Χούντας είχε γίνει, παρ’ αξίαν, καθηγητής Πανεπιστημίου, για να αποχουντοποιηθεί το ΄75 οριστικά και τελεσίδικα, είναι αδιάλλακτος εχθρός παντός εβραϊκού. Προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν εκ μητρός ελληνικής καταγωγής και φιλοδοξεί να ηγηθεί σταυροφορίας για την ολοσχερή απομάκρυνση της Παλαιάς Διαθήκης από τη Λειτουργική της Ελληνικής Εκκλησίας και την κάθαρση της Καινής από κάθε “εβραίικο” στοιχείο.

Ο καυγάς αυτός πάντως, ήταν καλή εισαγωγή για το δεύτερο μέρος της βραδιάς, καθώς βρισκόμασταν στις Απόκριες και η ατμόσφαιρα σήκωνε τέτοια ευτράπελα. Εντούτοις, παρά την εύθυμη διάθεση της ομήγυρης, εγώ βρισκόμουν σε κατάσταση αδημονίας. Όχι τόσο για την πρόοδο του τόμου, που είχα αναλάβει να βγάλω. Εκεί όλα πήγαιναν στρωτά κι είχαμε πια κατασταλάξει στην τελική μορφή που θά ΄παιρνε ο τόμος Το άλας της γης, (το επόμενο στάδιο ήταν η διανομή των κεφαλαίων στους συνεργάτες που είχαμε επιλέξει). Δυο συντάκτες είχαν αναλάβει την εικονογράφηση, αναδιφώντας στο πλούσιο φωτογραφικό αρχείο της Εγκυκλοπαίδειας και του “Σύμπαντος”. Είχε δηλαδή μπει το νερό στ’ αυλάκι και η δουλειά προχωρούσε. Εκείνο που, εμένα προσωπικά, με στεναχωρούσε ήταν η διακοπή της ανάγνωσης των Επών από τον Χρήστο, το ενδεχόμενο να τα πουλήσει στον Βελή και και η τύχη που θα τους επιφύλασσε ο τελευταίος, αν τελικά έπεφταν στα χέρια του. Κι αυτός με τη σειρά του εν αναμονή ίσως της απάντησης του Άγγλου ειδικού, είχε μεταβληθεί σε σφίγγα και μού ΄κανε και λίγο το βαρύ πεπόνι.

Από τη μεριά του ο Χρήστος μεταμορφωνόταν στα μάτια μου. Οι σκιές, που σκοτείνιαζαν την εικόνα του μεγάλωναν και την κάλυπταν. Βαθμιαία ο εγκάρδιος φίλος, που ήξερα, ο επιστήμονας, ο διδάκτορας της αραβικής λογοτεχνίας, χανόταν και στη θέση του ξεπρόβαλλε ένας τελείως διαφορετικός Χρήστος. Η πρώτη αλλαγή, που επισήμανα και δε μ΄ άρεσε, ήταν πως κολάκευε ανενδοίαστα τον Βελή. Ύστερα, έκανε κανονικό κόρτε στην Άννα, την κοπέλα της γραμματείας, από καθαρό υπολογισμό: για να του κρατά τα συχνά τηλεφωνήματα που έπαιρνε και να τον καλύπτει στις εξόδους του από τα γραφεία, που γίνονταν όλο και πιο συχνές. Και αυτό μου ήταν ακόμα πιο ενοχλητικό γιατί μέσα στην επιχείρηση ήταν γενικά άφιλος. Εκτός από την παρέα που έκανε με τον κύριο Αντωνάκη, δεν είχε, εκτός από μένα, κανέναν άλλο φίλο, ενώ δεν έκρυβε την αντιπάθειά του για τον Γιώργο τον Λαμπρόπουλο. Εξ άλλου, τελευταία, τον επισκέπτονταν κάτι περίεργοι τύποι. Μιλούσαν κάπως μιξοβάρβαρα ελληνικά και στην αρχή υπέθεσα πως ήταν παιδιά πολιτικών προσφύγων, τελικά όμως εξακρίβωσα πως ήταν από τους λεγόμενους Ρωσοπόντιους.

Τη φιλοχρηματία του ή μάλλον την τάση του να τα αποτιμά όλα σε λεφτά την ήξερα από παλιά, αλλά τώρα γινόταν όλο και πιο έντονη. Εκτός αυτού, δυο βδομάδες πριν φύγει για δεύτερη φορά με άδεια, επωφελήθηκε από την απόπειρά μου να τον δεσμεύσω για μια νέα συνάντηση στην οποία θα μας διάβαζε τη συνέχεια των Επών και μού ΄κανε τράκα άλλα είκοσι χιλιάρικα, χωρίς φυσικά να μας διαβάσει τίποτα.

Δε μου φτάναν όλα αυτά είχα και τον κύριο Μιχαήλ Παπαδόπουλο. Ο πρωταθλητής των συζητήσεων περί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και από τους επιφανέστερους παρασίτους του Βελή, πρώην ανώτερος υπάλληλος κάποιου Υπουργείου, ήταν αρχαίος συντάκτης της Εγκυκλοπαιδείας, από τον καιρό της πρώτης έκδοσης και είχε τον αέρα του παλιού. Κατά το θείο μου, τον καιρό εκείνο τα γραφτά του κάτι άξιζαν, με την πάροδο των χρόνων όμως κυριαρχήθηκαν τόσο πολύ από τις μονομανίες του, ώστε έγινε τελείως ακατάλληλος για συνεργάτης. Στον καιρό μου συνέχιζε να παίρνει κάπου κάπου λήμματα από τον Βελή, αλλά τα κείμενα που έφερνε, μολονότι σύμφωνα με τις αρχές και τις αντιλήψεις του εργοδότη μας, ήταν σε τόσον υπερβολικό βαθμό φορτωμένα από τις μονομανίες του αυτές, ώστε όλα ανεξαιρέτως απορρίπτονταν από τη Συντακτική Επιτροπή, με τη σιωπηρή συναίνεση του Βελή, ο οποίος, ως άριστος επιχειρηματίας, αποδεχόταν την ετυμηγορία της. Μερικά μπαίναν στο “Σύμπαν”, αλλά και αυτά δεόντως κουτσουρεμένα.

Έτσι ο κ. Μιχαήλ (προτιμούσε να τον προσφωνούμε με το βυζαντινοπρεπές βαφτιστικό του από το κοινότοπο επώνυμό του), ξέπεσε σιγά σιγά από συνεργάτης σε παράσιτον και με την ιδιότητα αυτή μετείχε συχνά στα Σάββατα εργασίας. Το μόνο που προσδοκούσε πλέον ήταν να ευδοκήσει ο Βελής να χρηματοδοτήσει “το έργον της ζωής του”, ογκώδες βιβλίο με τον τίτλο “Η Μεγάλη Συνωμοσία” και τον υπότιτλο “Αι ανά τους αιώνας επιθέσεις των φοινικιστών, σιωνιστών και ινδοευρωπαϊστών κατά του Ελληνισμού”.

Το περιεχόμενο του βιβλίου οι βασικοί συντάκτες της Εγκυκλοπαιδείας, το είχαμε μάθει σχεδόν απέξω, τόσες φορές μας είχε αφηγηθεί ή διαβάσει κεφάλαιά του ο κ. Μιχαήλ, ελπίζοντας να συνηγορήσουμε ευνοϊκά στον Βελή. Πλην εις μάτην. Ο Βελής επαινούσε το ύφος, τις ιδέες και την επιστημονική τεκμηρίωση του κ. Μιχαήλ, αλλά χέρι στην τσέπη δεν έβαζε. Στα χρηματικά ζητήματα παραήταν σφιχτός.

“Ράον εξ αυτού πυρ εκτρίψειεν ή χρήματα εξαγάγοιτο”, έλεγε συνήθως, γελώντας, ο θείος μου, παραφράζοντας τον Ξενοφώντα.

Ο συγγραφέας λοιπόν της (ανεκδοτης) Μεγάλης Συνωμοσίας, μαθαίνοντας πως εγώ είχα αναλάβει την επιμελεια του τόμου το Άλας της Γης, θέλησε να παρέμβει ενεργά στη σύνταξή του, αξιώνοντας φορτικά να συμπεριληφθούν στους υπερπόντιους Ελληνες, αφ’ ενός μεν οι Πολυνήσιοι, αφ’ ετέρου δε οι Ολμέκοι, οι Μάγια, οι Κετσούα και άλλες ινδιάνικες φυλές της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Ένα απόγεμα ήρθε στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας, όπου εκείνη την ώρα βρισκόμασταν ο Δημήτρης, ο Χρήστος, εγώ και κάνα δύο άλλοι συντάκτες και μας ανέπτυξε, φυσικά εις άπταιστον καθαρεύουσα, τις θέσεις του. Το κύριο επιχείρημά του ήταν τα κοινά γλωσσικά στοιχεία μεταξύ αρχαίων Ελλήνων και των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής ή των Πολυνήσιων. Θυμάμαι μάλιστα πως ισχυριζόταν ότι το όνομα της νήσου του Πάσχα Ματα Κίτε Ράνι είναι παραφθορά των ελληνικών Ματι που Κοιτά τον Ουρανό!

Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αντικρούσουμε με επιστημονικά επιχειρήματα ή έστω με την απλή λογική και γι΄ αυτό προτιμήσαμε το δούλεμα αλλά αυτός, οιστρηλατούμενος από τις μονομανίες του δεν άκουγε τίποτα. Τη λύση την έδωσε ο Δημήτρης:

“Τώρα θυμήθηκα” του λέει “πως ο γενάρχης των Φιλιππινέζων, τουλάχιστον της φυλής που μιλάει τη γλώσσα ταγκαλόγκ, ονομαζόταν Μαλάκας και δεδομένου ότι η λέξη μαλακία είναι ακραιφνώς ελληνική και μάλιστα αρχαιοτάτη, δεν αποκλείεται το όνομα του γενάρχη τους να αποδεικνύει την ελληνική τους προέλευση. Μήπως θά ΄πρεπε να τους συμπεριλάβουμε κι αυτούς;”

Στο σημείο αυτό ο κύριος Μιχαήλ, μη αντέχοντας άλλο, μας παράτησε κι έφυγε έξω φρενών.

“Πολύ χοντρό αυτό το τελευταίο”, του είπα μόλις η πόρτα έκλεισε με βρόντο πίσω από τον συγγραφέα της Μεγάλης Συνωμοσίας

“Στο λόγο μου, δεν τό ΄βγαλα από το μυαλό μου. Έτσι ακριβώς είναι. Κατά τη μυθολογία των Φιλιππινέζων, το ζεύγος από το οποίο προήλθαν οι άνθρωποι, δηλαδή το αντίστοιχο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας ή του Αδάμ και της Εύας, αν προτιμάς, γεννήθηκε από ένα καλάμι μπαμπού και ονομάζονταν Σι-Μαλάκας και Σι-Μαγκάντα δηλαδή στη γλώσσα ταγκαλόγκ Δυνατός και Όμορφη. Πάντως η μονομανία του φίλου μας αποτελεί πλέον παθολογική περίπτωση, που όσο πάει και χειροτερεύει”.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !