Τα έπη των Αριμασπών – 10 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔20/09/2016 09:58

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004).

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Βρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και ο Χρήστος, ύστερα από μια εκδρομή, έχει ζητήσει δανεικά από τον Νίκο και τον Δημήτρη. Στη σημερινή συνέχεια, που είναι και η τελευταία του κεφαλαίου, θα γνωρίσουμε επιτέλους ένα απόσπασμα από τα Αριμάσπεια Έπη (βέβαια, γραμμένο από τον πατέρα μου)

Όταν του ξαναμίλησα για πολλοστή φορά για τα Έπη, αποφάσισε επιτέλους να μας παρουσιάσει τη μετάφραση του λεγόμενου προλόγου. Ένα βράδυ λοιπόν μαζευτήκαμε στο σπίτι μου, ο Χρήστος, ο Δημήτρης κι εγώ. Η Μαργαρίτα φρόντισε να μας ετοιμάσει ένα μεζέ και κάθισε κι αυτή ν’ ακούσει κι έτσι αρχίσαμε να ακούμε και να σχολιάζουμε, τρώγοντας και ποτίζοντας τη συζήτησή μας με ωραίο κόκκινο κρασί, προσφορά του Δημήτρη. Ό,τι αναφέρω παρακάτω είναι όσα συγκράτησα, συμπληρωμένα σε μεγάλο βαθμό από τη Μαργαρίτα και κυρίως από το Δημήτρη, που διαθέτει καταπληχτική ικανότητα απομνημόνευσης.

“Η αρχή της περιγραφής του ταξιδιού του Αριστέα, στην αραβική τουλάχιστον έκδοση”, ξεκίνησε ο Χρήστος ανοίγοντας ένα τετράδιο, “αρχίζει με μιαν επίκληση στο Θεό. Όχι στον Απόλλωνα, τον Δία ή τον Ποσειδώνα αλλά αορίστως στον Θεό”

Μας διάβασε κάμποσους στίχους όπου ο Θεός χαρακτηριζόταν πανοικτίρμων, πολυεύσπλαχνος, μακρόθυμος, ενώ ο επικαλών Αριστέας αυτοονομαζόταν δούλος του θεού.

“Πιστεύω ότι είναι το πρώτο από τα άφθονα εμβόλιμα αραβικά στοιχεία” σχολίασε. “Αποκλείεται να ήταν έτσι στο πρωτότυπο. Εκτός του ότι αναφέρεται αορίστως σε έναν ανώνυμο Θεό και όχι στον Απόλλωνα ή τον Δία, νομίζω πως οι αρχαίοι Ελληνες ουδέποτε χρησιμοποιούσαν παρόμοια επίθετα για τους θεούς τους και δεν ξέρω καμιά περίπτωση που να αποκαλούσαν τους εαυτούς τους “δούλους του Θεού”. Ετσι κι εγώ σε ελεύθερη απόδοση γράφω:

Ω Φοίβε Μουσηγέτη,
βόηθησέ με να ψάλλω τους κινδύνους και τα βάσανα
που πέρασα, πηγαίνοντας τη λατρεία σου
πέρα από τα όρια της Σκυθίας,
ως τη χώρα των ξανθών Αριμασπών..

“Συμφωνώ απόλυτα”, τον διέκοψα. “Τώρα που το λες, σκέφτομαι πως δεν υπάρχει κανένα ίσως ελληνικό όνομα με σημασία του Θεόδουλος, δηλαδή του αραβικού Αμπντ ουλ Λαχ. Άλλωστε κατά την αρχαϊκή και κλασσική εποχή τα ονόματα που είχαν σαν πρώτο ή δεύτερο συνθετικό τη λέξη Θεός ήταν σπάνια. Εγώ τουλάχιστο μόνο τον Θεόδωρο το Σάμιο, τον αρχιτέκτονα, θυμάμαι”.

“Δεν είναι μόνο αυτός, η ιστορία αναφέρει κι άλλους δύο Θεόδωρους. Το Θεόδωρο τον Κυρηναίο το μεγάλο μαθηματικό του 5ου αιώνα και τον επίσης Κυρηναίο φιλόσοφο, το Θεόδωρο τον Άθεο…”, πρόσθεσε ο Δημήτρης.

“Ωραίο αυτό έ; Θεόδωρος και Άθεος”, είπε γελώντας η Μαργαρίτα,

“Μόνο που μου φαίνεται πως αυτός ανήκει στην ελληνιστική εποχή”, είπα εγώ. “Τότε τα ονόματα τα σχετικά με θεούς περισσεύουν”.

“Πολύ σωστά. Κοίτα να δεις. Οι Έλληνες πάντα δίνανε στα τους ονόματα με συγκεκριμένη πολιτιστική ή και πολιτική πολλές φορές, σημασία. Δεν είναι τυχαίο που βρέθηκε Σπαρτιάτης, την εποχή της παρακμής της Σπάρτης και της ανόδου της Αχαϊκής Συμπολιτείας, που τόλμησε να βγάλει το παιδί του “Φιλάχαιο”. Στην αρχαϊκή εποχή όταν κυριαρχούσαν οι ευγενείς, οι ιππείς, είχαν μεγάλη πέραση τα ονόματα με πρώτο ή δεύτερο συνθετικό τον Ιππο. Ιπποκλείδης, Ιππίας, Ιππαρχος, Ιππόδαμος…

“Δέξιππος, Φίλιππος…”

“Ύστερα στην κλασική εποχή, τον καιρό των κοινωνικών αγώνων και της εμφάνισης στο προσκήνιο του Δήμου, έχουμε ονόματα όπως Δημόκριτος, Φιλόδημος, Χαρίδημος, Δημοφών, …”

“Δημοσθένης, Δημώναξ, …”

“Να ξεκινήσω;” μας διέκοψε ανυπόμονα ο Χρήστος.

“Με συγχωρείς βρε Χρήστο. Σ΄ακούμε”.

Εκείνος όμως πριν αρχίσει μας είπε:

“Βρίσκομαι σε δίλημμα. Πώς πρέπει να αποδώσω το κείμενο στα νέα ελληνικά; Στα αρχαία οπωσδήποτε θα ήταν γραμμένο έμμετρα, σε δακτυλικό εξάμετρο κατά πάσαν πιθανότητα, το αραβικό κείμενο όμως είναι πεζό”.

“Γιατί δεν επιχειρείς να το αποδώσεις σε δεκαπεντασύλλαβο, όπως το μέτρο του Ερωτόκριτου και των δημοτικών μας τραγουδιών;” πρότεινε ο Δημήτρης.

“Εύκολο τό ΄χεις; Για την ώρα το αποδίδω τελείως άτεχνα. Εν πάση περιπτώσει. Αρχίζω, με επίκληση στους ενάλιους θεούς”.

Το διάβασμα κράτησε όλο το βράδυ ως αργά, γιατί κάθε τόσο τον διακόπταμε, σχολιάζοντας σημεία που μας κάνανε εντύπωση ή ζητώντας του διευκρινίσεις. Παρά τη μετριόφρονη δήλωσή του, πως η απόδοσή του ήταν άτεχνη, η ακρόαση του ταξιδιού του Αριστέα μας συνάρπασε.

Όπως θυμάμαι από αυτά που ακούσαμε, το πλοίο του Αριστέα, ξεκινώντας από την Προκόννησο πέρασε τον Βόσπορο και διαπλέοντας με ούριο άνεμο τον Εύξεινο έφτασε στην Ολβία, που ήταν χτισμένη δεξιά από τη λιμνοθάλασσα, πάνω στην ακτή της “εύφορης γης των Καλιππιδών Σκυθών”. Στην Ολβία ο Αριστέας έμεινε δυο μήνες και κατόπιν με τη συνοδεία ντόπιων Ελληνοσκυθών ξεκίνησε για τον επόμενο σταθμό του, την πόλη των Γελωνών, αφού προηγουμένως περάσανε από τη χώρα των Αλιζώνων, διασχίσαν την πυκνοδασωμένη Υλαία, μπήκαν στη γη των θείων Κιμμερίων, που τη βρήκαν έρημη και ακολουθώντας βορεινή κατεύθυνση πέρασαν από τη χώρα των Βασιλικών Σκυθών.

Θυμάμαι πως συγκινηθήκαμε όταν μας διάβασε πως σ΄απόσταση δέκα ημερών πορείας από τη θάλασσα, που λεγόταν Μαιώτις, βρήκανε τον τάφο κάποιου περιπλανημένου στα ξένα Έλληνα, που παραπονιόταν πως ήταν θαμμένος “της Εφέσου μακράν και της φίλης θαλάσσης”.

Κατόπιν φτάσανε στις όχθες του ποταμού Τάναϊ, που ήταν το σύνορο της Σκυθίας με τη χώρα των “γυναικοκρατουμένων Σαυροματών”.

Δεν πέρασαν τον ποταμό αλλά βαδίζοντας στην υψηλή του όχθη, δεκαπέντε ολόκληρες μέρες, διασχίσαν χώρα επίπεδη και άδενδρη, στο κέντρο της οποίας, υψωνόταν πανάρχαιος ναός αφιερωμένος στον Παπαίον, όπως οι Σκύθες ονόμαζαν τον Δία. Ήταν ναός μοναδικός στον κόσμο, φτιαγμένος εξ ολοκλήρου με κόκαλα ελεφάντων, ντυμένα με δέρματα ταύρων. Συνέχισαν την πορεία τους και βαδίζοντας ακόμα τρεις ημέρες φθάσανε τελικά στη χώρα των Βουδίνων, που ήταν εύσωμοι, πυρόξανθοι και γαλανοί. Η γλώσσα τους διέφερε τόσο από τη γλώσσα των Σκυθών όσο και των Σαυροματών. Δεν καλλιεργούσαν τη γη, δεν σπέρνανε ούτε θέριζαν, παρά ζούσαν ανατρέφοντας βόδια, ψαρεύοντας και κυνηγώντας. Διασχίσανε τη χώρα των Βουδίνων ώσπου φθάσανε στη θεία πόλη του Γελωνού, που παρόμοιά της δεν υπάρχει στον κόσμο. Μεγάλη και πλούσια πόλη, χτισμένη ολόκληρη από ξύλο, στην υψηλή όχθη του ποταμού Τάναϊ, τετράγωνη στο σχήμα, με κάθε πλευρά να έχει μήκος τριάντα στάδια. Τα τείχη της, δώδεκα πόδια ψηλά, ήταν ξύλινα. Οι δύο πύλες της προστατεύονταν η κάθε μία από δύο τετράγωνους πύργους, επίσης ξύλινους. Όλα τα σπίτια, αλλά και οι ναοί και τα ιερά μέσα στην πόλη ήταν από ξύλο και από ξύλινες σφήνες ήταν στρωμένοι οι δρόμοι της.

Οι κάτοικοι του Γελωνού, που ονομάζονταν επίσης Γελωνοί, ήταν απόγονοι Ελλήνων αποίκων. Οι πρόγονοί τους έφθασαν εκεί πριν από τρεις γενεές από την Τύρα και την Ολβία και πήραν για γυναίκες τους τις κόρες των Βουδίνων. Μοιάζαν περισσότερο με τους Έλληνες παρά με τους Βουδίνους, είχαν ελληνικά ονόματα και η γλώσσα τους ήταν μιξοβάρβαρη ελληνική.

Στο Γελωνό ο Αριστέας έμεινε όλο το φθινόπωρο και το χειμώνα, και με την άδεια των ντόπιων ιερέων έχτισε βωμό για τον Απόλλωνα και έτσι έφερε τη λατρεία του Φοίβου στη χώρα των Βουδίνων, που ως τότε γνώριζαν μόνο τον νεφεληγερέτη Δία λάτρευαν ονομάζοντάς τον Περύνον, όπως οι Σκύθες τον αποκαλούσαν Παπαίον.

Στην ανάγνωση του Χρήστου, επωφελούμενοι από τις διακοπές που έκανε για να πιεί κρασί ή να φάει κάποιο μεζέ, παρεμβάλαμε τις δικές μας παρατηρήσεις, με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη, ο οποίος εντυπωσίασε το Χρήστο με τις γνώσεις του σε ιστορικά και γλωσσολογικά θέματα. Τελικά τον πείραζε λέγοντάς τον “φιλολογικότατο μηχανικό” όπως τις προάλλες στις Σπέτσες τον είχε ονομάσει “αστοτσιφλικά”. Παραξενεύτηκε επίσης με τις παρεμβάσεις που έκανε η Μαργαρίτα γιατί δεν είχα προφτάσει να του πω πως ήταν φιλόλογος.

Όταν σχολιάζαμε την ετυμολογία του Βοσπόρου, που κατά τον Δημήτρη είναι η ελληνική απόδοση του Βυζαντίου δηλαδή του θρακικού Πυζ-άντις, που στη γλώσσα αυτή σημαίνει ότι ακριβώς το Βοος-πόρος στην ελληνική, η Μαργαρίτα παρατήρησε:

“Ναι αλλά υπάρχει και άλλος ένας Βόσπορος, ο Κιμμέριος, τα στενά του Κερτς δηλαδή και σύμφωνα με μια θεωρία ο Αισχύλος στον Προμηθέα Δεσμώτη, περιγράφοντας την περιπλάνηση της Ιούς μνημονεύει τις οδηγίες που της έδωσε ο Προμηθέας για το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Αναφέρει ρητά τις χώρες των νομάδων Σκυθών, την Μαιώτιδα λίμνη και τον Κιμμέριο Βόσπορο”.

Για το ναό “από κόκαλα ελεφάντων” που μας διάβασε ο Χρήστος, ο Δημήτρης το επιβεβαίωσε λέγοντας πως είχε διαβάσει στο Σαϊεντίφικ Αμέρικαν σχετικό άρθρο για την ανακάλυψη στην Ουκρανία των ερειπίων μεγάλου οικοδομήματος κατασκευασμένου από κόκαλα μαμούθ! Το κοκάλινο αυτό σπίτι αρχικά, ίσως επί χίλια χρόνια, ήταν η κοινή κατοικία ένος ολόκληρου γένους προϊστορικών ανθρώπων, ύστερα όμως έγινε ναός.

Μεγάλη συζήτηση έγινε γύρω από τον Γελωνό.

“Με εντυπωσίασε το ότι υπήρχε αρχαία ελληνική πόλη τόσο μακρυά από τη θάλασσα, στα βάθη της Ρωσίας”, είπε συλλογισμένη η Μαργαρίτα. “Ποιος αρχαίος (ο Πλάτων; ) έγραψε πως οι ελληνικές πόλεις στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο μοιάζουν με βατράχια που είναι καθισμένα γύρω από τα νερά ενός βάλτου;”

“Ο Γελωνός είναι πραγματικό αίνιγμα, που απασχόλησε τους σχολιαστές του Ηρόδοτου”, παραδέχτηκε ο Χρήστος. “Πολλοί ερευνητές την ταυτίζουν με το Σαράτοφ, που ας σημειωθεί μόλις πριν εκατό πενήντα χρόνια ήταν χτισμένο εξ ολοκλήρου με ξύλο, άλλοι με το Καζάν αλλά οι περισσότεροι θεωρούν πως βρισκόταν κοντά στο σημερινό Βορονέζ. Άλλωστε το Σαράτοφ και το Καζάν βρίσκονται πάνω στο Βόλγα ενώ εδώ μιλάμε για τον Τάναϊ δηλαδή τον Δον”.

“Γιατί μιλάει για την υψηλή όχθη του ποταμού;” ρώτησε η Μαργαρίτα. “Εγώ ως τώρα νόμιζα πως οι όχθες των ποταμών είναι στο ίδιο επίπεδο. Όχι πως έχω δει πολλά ποτάμια αλλά με τον Πηνειό και τον Ληθαίο τουλάχιστον…”

“Όλα τα ποτάμια της Ρωσίας που κατευθύνονται από βορρά προς νότον έχουν την αριστερή, δηλαδή τη δυτική τους όχθη πολύ πιο ψηλά από τη δεξιά. Πρόκειται για τεκτονικό φαινόμενο”, εξήγησε ο Δημήτρης, με το κάπως ενοχλητικό ύφος του παντογνώστη, που έπαιρνε κάπου κάπου.

“Αυτό το τεκτονικό φαινόμενο στοίχισε πολύ ακριβά στους Γερμανούς κατά τον πόλεμο”, παρατήρησα γελώντας.

“Από όσα μας είπες πάντως προκύπτει πως οι πυρόξανθοι και γαλανομάτες Βουδίνοι ήταν πρόγονοι των ανατολικών Σλάβων” παρατήρησε ο Δημήτρης.

“Νομίζω πως αυτό είναι το πιθανότερο, μολονότι κάποιοι ιστορικοί τους θεωρούν προγόνους μιας φινοουγγρικής φυλής, των Περμιάκων, που είναι πυρόξανθοι κι έχουν γκριζογάλανα μάτια. Κάποιος μάλιστα Άραβας περιηγητής ή γεωγράφος, ο Ιμπν Φαντλάχ μου φαίνεται, τους ονομάζει φθειροφάγους”.

“Αλήθεια το όνομα του Περύνου, του θεού τους, το γράφεις με ύψιλον;” ρώτησε ο Δημήτρης τον Χρήστο

“Ναι, μολονότι στην αραβική έκδοση είναι Αλ-Μπιρούν αλλά οι ‘Αραβες ταυτίζουν το ε με το ι. Και επειδή υποθέτω ότι οι Βουδίνοι ήταν πρόγονοι των ανατολικών Σλάβων, ο υπερτατος θεός των οποίων ήταν ο Περούν, τον μετάφρασα Περύνον.

“Πολύ σωστα έκανες. Θυμάσαι το στίχο του Πούσκιν από το “Θάνατο του Ολέγκ”;

πακόρνυϊ Περούνου, σταρίκ αντναμού…[1]

απάγγειλε

ζαβέντοφ γκραντούσνοβο βέστνικ…[2]

συμπλήρωσε ο Χρήστος.

Καθώς με το κρασί είχαν έρθει στο κέφι, πήραν και οι δύο φόρα και για πολλήν ώρα τους ακούγαμε να απαγγέλουν τον υπόλοιπο θάνατο του Ολέγκ στα ρωσικά.

“Μου φαίνεται πως αρκετά είπαμε για σήμερα”, έκλεισε την κουβέντα και το τετράδιό του ο Χρήστος. Πριν φύγουν με τον Δημήτρη, μας υποσχέθηκε να μας διαβάσει τη συνέχεια την άλλη βδομάδα.

[1] Ο γέρος ιερέας του μοναδικού Περούν

[2] μαντατοφόρος των μελλούμενων να γίνουν

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !