Τα έπη των Αριμασπών – 1 (Δημήτρης Σαραντάκος)

🕔19/07/2016 10:02

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, ο αξέχαστος Δημήτρης Σαραντάκος, κάθε Τρίτη δημοσίευε επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης, που τις αναδημοσίευα εδώ στο ιστολόγιο.

Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, τον Δεκέμβριο του 2011, άρχισα να δημοσιεύω εδώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη, για να κρατήσουν περισσότερο.

Τις προηγούμενες εβδομάδες παρουσίασα εδώ τρεις νουβέλες από τη συλλογή «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο» και από σήμερα θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες το μυθιστόρημα «Τα έπη των Αριμασπών», που εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος.

Επειδή η έναρξη της δημοσίευσης γίνεται μέσα στην καλοκαιρινή περίοδο, όπου η επικαιρότητα είναι (θεωρητικά) πιο αραιή, σκέφτομαι να γίνεται η δημοσίευση κάθε Τρίτη, τουλάχιστον τις πρώτες εβδομάδες. Αλλά μπορεί να αλλάξω γνώμη στην πορεία.

Δημοσιεύω αρχικά τον πρόλογο του πατέρα μου, που κατατοπίζει τον αναγνώστη για το θέμα του βιβλίου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο, το θρύλο των Υπερβορείων και τα Έπη των Αριμασπών, πρωτοάκουσα από τον πατέρα μου, πριν από πολλά χρόνια. Αργότερα ζήτησα να μάθω περισσότερα, ανατρέχοντας σε ειδικά βιβλία, αλλά με έκπληξή μου διαπίστωσα πως η σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία η σχετική με τα τρία αυτά θέματα είναι εξαιρετικά φτωχή.

Κατέφυγα τότε στις πηγές, δηλαδή στους αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτο, Στράβωνα, Παυσανία, Πλίνιο, Πλούταρχο, λεξικό Σουίδα κ.ά.). και βρήκα περισσότερες, αλλά αποσπασματικές και σύντομες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Αριστέας Καϋστροβίου Προκοννήσιος ήταν μια κάπως θολή προσωπικότητα του 7ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Προκόννησο, ιωνική αποικία στην Προποντίδα και ήταν νεώτερος από τον Ησίοδο, σύγχρονος με τον Αρχίλοχο τον Πάριο και παλαιότερος από τη Σαπφώ, τον Πεισίστρατο, τον Σόλωνα και τον Θαλή. Ήταν επικός ποιητής και του αποδίδεται μεταξύ άλλων και μία Θεογονία. Κυρίως όμως ήταν μεγάλος ταξιδευτής. Φαίνεται πως ταξίδεψε στα βάθη της Ασίας, φτάνοντας ως τη χώρα των Αριμασπών, που νεώτεροι ερευνητές τοποθετούν στη σημερινή Μογγολία. Από τα ταξίδια του αυτά γεννήθηκαν τα Αριμάσπεια Έπη, που αναφέρονται στις σχέσεις των Υπερβορείων με το Αιγαίο και συγκεκριμένα με τη Δήλο, όπου έστελναν τα δώρα τους προς τον Απόλλωνα.

Το έπος αυτό, όπως και όλα τα έργα του Αριστέα, έχει χαθεί. Διασώθηκαν μόνο από έξι στίχοι, που αναφέρει ο Τζέτζης και άλλοι τόσοι, που έχει καταγράψει ο Λογγίνος, (για την ύπαρξη του οποίου επίσης υπάρχουν αμφιβολίες). Το ήξεραν όμως καλά και το μνημονεύουν ο Ηρόδοτος, ο Στράβων, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας και το λεξικό Σουίδα.

Αντίθετα υπάρχουν αρκετές ξενόγλωσσες μονογραφίες για τον Αριστέα και τους Υπερβόρειους. Εγώ ανακάλυψα τουλάχιστον εφτά και όταν ο γιος μου μού έφερε ένα τέτοιο βιβλίο για τον Αριστέα και τα Αριμάσπεια, μπήκα στον πειρασμό να γράψω και εγώ ένα δοκίμιο μ΄ αυτό το θέμα.

Μολονότι αυτό καθαυτό το θέμα των Αριμασπείων Επών είναι γοητευτικό, καθώς αναφέρεται σε λαούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ασίας, οι οποίοι, παρά τις τεράστιες αποστάσεις που τους χώριζαν, είχαν επαφές με το Αιγαίο, λάτρευαν τον Απόλλωνα και έστελναν δώρα στη Δήλο, η ανεπάρκεια των πηγών και η πενία των στοιχείων, που κατόρθωσα να συγκεντρώσω, δεν επιτρέπουν την στοιχειώδη έστω ανάπλαση των Επών, ούτε καν τη συγκρότηση κάποιας επιεικώς ικανοποιητικής βιογραφίας του Αριστέα. Έτσι παραιτήθηκα από αυτή τη φιλοδοξία.

Άλλωστε δεν είμαι ούτε φιλόλογος ούτε ιστορικός και μολονότι “στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις” δεν ξέρω αν, ως χημικός μηχανικός που είμαι, κατ΄ επάγγελμα, νομιμοποιούμαι να δημοσιεύσω μια φιλολογική πραγματεία.

Μη διαθέτοντας επαρκές υλικό για την ανάπλαση των Επών, αποφάσισα να τα προσεγγίσω από έναν άλλο δρόμο, πλάθοντας μιαν ιστορία για δυο φίλους και τις γυναίκες τους, πρόσωπα ώριμα και καλλιεργημένα, οι οποίοι γοητεύτηκαν από το ενδεχόμενο να υπήρξαν τα Έπη και επιχείρησαν, ασυμπτωτικώς, να τα ανασυγκροτήσουν. Οι ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας αυτής της προοπτικής δεν τους αποθάρρυναν, μια που ανήκουν στους ρομαντικούς (ή τους Δον Κιχώτες) του 20ου αιώνα.

Η ιστορία μου αρχίζει το 1986 και τελειώνει το 1993. Πολλά από τα γεγονότα που αναφέρονται σ΄ αυτή την ιστορία είναι πραγματικά, τα πρόσωπα όμως και τα ονόματα τους (εκτός από μία περίπτωση) είναι φανταστικά και ανύπαρκτα.

Όσον αφορά την επιχειρηθείσα (στην ιστορία μου) “ανάπλαση” των Επών, αυτή έγινε με βάση το 4ο βιβλίο του Ηροδότου, τα Γεωγραφικά του Στράβωνα, τον Παυσανία, τον Πλίνιο και πολλά δεδομένα της αρχαιολογίας.

Και προχωράμε με το καθαυτό μυθιστόρημα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ – ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

Πώς θα σου φαινόταν αν έβλεπες ξαφνικά κάποιον, που τον νόμιζες σκοτωμένον πριν από σαράντα σχεδόν χρόνια, να κάθεται ολοζώντανος μπροστά σου, στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού; Εγώ πάντως αναστατώθηκα.

Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή.

Ήταν το τελευταίο “Σάββατο εργασίας”, όπως έχει βαφτίσει ο εργοδότης μας τις συνάξεις μας στο σαλόνι του σπιτιού του, κάθε δεύτερο Σάββατο, το βραδάκι. Εκεί συζητάμε τα τρέχοντα ζητήματα της Εγκυκλοπαίδειας, γίνεται απολογισμός της ως εκείνη τη μέρα πορείας της έκδοσης και προγραμματισμός των επόμενων βημάτων. Αυτά γίνονται στην αρχή της βραδιάς, γιατί εν συνεχεία η συζήτηση διολισθαίνει σε ευρύτερα, μολονότι συναφή, θέματα και το δείπνο εργασίας εκτρέπεται σιγά σιγά σε διασκέδαση.

Έτσι έγινε και σ΄αυτό το Σάββατο. Είχαμε όπως πάντα μαζευτεί στο σαλόνι του Βελή, του εργοδότη μας, που από το φόρτο των πινάκων, των έργων τέχνης και άλλων πολύτιμων ή απλώς εντυπωσιακών αντικειμένων, θυμίζει μουσείο, παλαιοπωλείο πολυτελείας και αποθήκη σκηνικών θεάτρου. Είχαμε καθίσει, με την ίδια πάντα τάξη γύρω από το τεράστιο τραπέζι, στην κεφαλή του οποίου κάθεται φυσικά το αφεντικό, με το μπρούτζινο καμπανάκι δίπλα του, για να ειδοποιεί την Παρασκευή, την οικονόμο του, μια καλοσυνάτη, πολιτισμένη γυναίκα, να φέρει αναψυκτικά και ξηρούς καρπούς, που όσο προχωρεί η ώρα μετατρέπονται σε κρασί και μεζέδες.

Στη μικρή πλευρά του τραπεζιού, εκατέρωθεν του Βελή, κάθονται πάντα, δεξιά μεν ο θείος μου ο Μιχάλης, ο αρχαιότερος εν ζωή συνεργάτης της Εγκυκλοπαίδειας, αριστερά δε η Ειρήνη Χατζηματθαίου, η σημερινή αρχισυντάκτρια, μια λιανή, ψηλή γυναίκα, ακαθόριστης ηλικίας, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από σαράντα ως εξήντα χρονών. Μετά από αυτούς τους δύο, στις μεγάλες πλευρές του τραπεζιού, κάθονται οι διάφοροι συντάκτες κατά σειρά σπουδαιότητας, (εγώ κατέχω την, σχετικά επίζηλη, τέταρτη από δεξιά θέση), ενώ οι διάφοροι παράσιτοι συνωστίζονται στη μικρή πλευρά του τραπεζιού απέναντι στον Βελή.

Στην αρχή δεν τον είχα προσέξει, γιατί, καθώς είχε καθίσει στο μεταίχμιο των κατώτερων συντακτών και των παρασίτων, τον πέρασα για κάποιον από τους τελευταίους. Δεν τους ξέρω άλλωστε όλους, γιατί ξεπερνάν τους είκοσι, μολονότι συνήθως στα Σάββατα προσκαλούνται πέντε ή έξι, εναλλασσόμενοι κάθε φορά. Δεν μπόρεσα ποτέ μου να μαντέψω τα κριτήρια με τα οποία τους επιλέγει ο Βελής κάθε φορά. Πολλοί από τους παρασίτους υπήρξαν συνεργάτες της Εγκυκλοπαίδειας στις πρώτες εκδόσεις της, που τώρα γράφουν πού και πού στο περιοδικό “το Σύμπαν”, με το οποίο ο Βελής ξεκίνησε, προπολεμικά ακόμα, την εκδοτική του δραστηριότητα. Μερικοί είναι παλαιοί φίλοι του και άλλοι τέλος πρόσωπα με διασυνδέσεις και γνωριμίες στον επιχειρηματικό κόσμο. Ο Βελής τους φέρεται, όπως είναι φυσικό, με τη συνήθη του σκαιότητα και είναι φανερό ότι τους χρησιμοποιεί άλλους μεν για την ανάπτυξη ή τη βελτίωση των δημοσίων σχέσεών του άλλους δε ως ακούσιους γελωτοποιούς.

Τον καινούργιο τον πρόσεξα όταν η συζήτηση αναβαθμίστηκε και από τα στενά πλαίσια της έκδοσης της Εγκυκλοπαίδειας πέρασε σε γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα. Ήταν η ώρα που, σύμφωνα με τους άγραφους πλην απαράβατους κανόνες των “δείπνων εργασίας”, επιτρέπεται στους παρασίτους του αφεντικού να μιλήσουν. Οι παράσιτοι, παίρνοντας το λόγο, προσπαθούν κατά κανόνα να τραβήξουν την κουβέντα στα δυο αγαπημένα θέματα του οικοδεσπότη: την υπεροχή του ελληνικού πολιτισμού σε σύγκριση με όλους τους άλλους, παλαιότερους, σύγχρονους ή μεταγενέστερους και στην αντιπαράθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Αν η προσπάθεια γίνει με το σωστό τρόπο ο Βελής συναινεί και επιβραβεύει τον εισηγητή με δυο καλές κουβέντες ή δίνει εντολή στην Παρασκευή να του πάει κάποιον εκλεκτό μεζέ. Αν όμως γίνει άγαρμπα, με πολύ προφανή το χαρακτήρα του γλειψίματος ή, το χειρότερο, προκαλέσει διακοπή άλλης, πιο ενδιαφέρουσας κουβέντας, ο Βελής γίνεται έξω φρενών και τη σταματά με εντελώς ανοίκειο τρόπο, λέγοντας συνήθως

“Μη μας γαμείς την κουβέντα ρε κόπανε” και φτάνοντας κάποτε στο σημείο να του εκσφενδονίσει καμιά μπουκιά ψωμί ή κανένα κάστανο ή άλλο προστυχόν αντικείμενο.

Φυσικά στις συναθροίσεις αυτές δε θίγονται ποτέ ζητήματα εργασιακών σχέσεων και αμοιβής των εργαζομένων στην Εγκυκλοπαίδεια. Αυτά είναι πάντα αντικείμενο διμερών συζητήσεων, ανάμεσα στον ενδιαφερόμενο και το αφεντικό, που κατά κανόνα είναι σκληρότατος διαπραγματευτής.

Έτσι κι αυτό το Σαββατόβραδο, όταν τα τρέχοντα και τα σχετικά με την Εγκυκλοπαίδεια ζητήματα εξαντλήθηκαν, περάσαμε στο κεφαλαιώδες θέμα της αρχαιότητας των Ελλήνων, σε σχέση με όλους τους άλλους λαούς και όπως ήταν φυσικό την κουβέντα τη μονοπώλησε ο κύριος Μιχαήλ, που κατά κανόνα πρωτοστατεί στις περί ελληνικού πολιτισμού συζητήσεις.

Καθώς ο κύριος Μιχαήλ φλυαρούσε, αναπτύσσοντας μας πράγματα, που εγώ τουλάχιστον, τα είχα ακούσει ένα σωρό φορές και με κάνανε να πλήττω, άρχισα να παρατηρώ προσεχτικότερα τον καινούργιο. Το πρόσωπό του μου φάνηκε γνωστό, όσο όμως κι αν έσπαγα το κεφάλι μου δε μπόρεσα να θυμηθώ πού τον είχα ξαναδεί. “Κι όμως κάπου τον ξέρω” σκεφτόμουν συνεχώς, χωρίς να μπορέσω να εντοπίσω πού τον είχα δει.

Στο μεταξύ ο κύριος Μιχαήλ είχε τελειώσει την εισήγησή του για το πανάρχαιον του ελληνικού πολιτισμού και τη σκυτάλη πήρε ο κύριος Γρηγοριάδης, άλλος παράσιτος, που στήριξε την αρχαιότητα των Ελλήνων στο γεγονός ότι μόνο στην ελληνική μυθολογία αναφέρονται δύο κατακλυσμοί: του Ωγύγου, ο αρχαιότερος, που κατά την άποψη του αντιστοιχεί στην καταβύθιση της Αιγηίδας και ο νεώτερος, του Δευκαλίωνα, που αντιστοιχεί στην έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας. Οι κατακλυσμοί του έπους του Γιλγαμές και του Νώε είναι αρχαιότεροι του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα αλλά κατά πολλές χιλιάδες χρόνια νεώτεροι από τον κατακλυσμό του Ωγύγου.

Η κουβέντα φαινόταν να πηγαίνει μακριά, ευτυχώς όμως, με την κατάλληλη και προσεχτική παρέμβαση του Δημήτρη του Γερμιώτη, περάσαμε σε θέματα με πραγματικό ενδιαφέρον. Ο Δημήτρης έθεσε το ζήτημα της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας κατά την Αρχαιότητα στην Ανατολή και τότε ο καινούργιος, που ως τότε άκουγε σιωπηλός, πήρε το λόγο και μίλησε για τον ελληνισμό της Βακτριανής και της Κεντρικής Ασίας, που γέννησε η εκστρατεία του Μεγαλέξαντρου. Έβαλε το θέμα πολύ προσεχτικά και από την πρώτη φάνηκε πως το κάτεχε στην εντέλεια.

Τότε διαπίστωσα, παρατηρώντας τη στάση του Βελή, πως ο καινούργιος δεν ανήκε στους παρασίτους του. Το αφεντικό τον υπολόγιζε περισσότερο απ΄ αυτούς, ακόμα κι από τους κατώτερους συντάκτες. Σε κάποιο σημείο ο τύπος απάγγειλε και κάποιους στίχους, στη γλώσσα όπως μου φάνηκε, τη Ιλιάδας ή της Οδύσσειας, αλλά όταν ο Δημήτρης ο Γερμιώτης, μηχανικός του Πολυτεχνείου κατ’ επάγγελμα, αλλά φιλόλογος και γλωσσολόγος κατά κλίσιν και επί πλέον άριστος γνώστης των ομηρικών επών, τον ρώτησε σχετικά, αυτός του απάντησε

“Όχι δεν είναι από τον Όμηρο. Είναι οι μοναδικοί διασωθέντες στίχοι από τα Αριμάσπια Επη”.

Είχα ακούσει αορίστως για το έργο αυτό του Αριστέα του Προκοννήσιου, αλλά δεν ήξερα τίποτα παραπάνω, όπως άλλωστε κι ο Δημήτρης, που ρώτησε

“Μα, όπως νομίζω, το έργο αυτό έχει απωλεσθεί”

“Έτσι είναι ακριβώς. Αυτό είναι το ένα από τα δύο μοναδικά αποσπάσματα που σώθηκαν. Είναι έξι στίχοι που αναφέρει ο Τζέτζης και άλλοι έξι που κατέγραψε ο Λογγίνος”.

Η φωνή του, όπως και η μορφή του, μου φαινόταν γνωστή και τελικά κι εκείνος αντελήφθη το επίμονο και ερωτηματικό βλέμμα μου, γιατί στράφηκε κάνα δυο φορές προς το μέρος μου, χωρίς να σταματήσει τη κουβέντα του. Μου φάνηκε μόνο πως κάτι άστραψε στη ματιά του. Μνημόνευε πηγές άγνωστες στους περισσότερους από μας και, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, σοβιετικές. Βλέποντας μας απορημένους ο Βελής μας εξήγησε με κάποιο αδιόρατο χαμόγελο

“Ο φίλος μας ο Χρήστος από δω είναι καινούργιος συντάκτης της Εγκυκλοπαίδειας. Πιάνει δουλειά από Δευτέρα και τον κάλεσα σήμερα για να γνωριστούμε. Έχει σπουδάσει στην Τασκένδη, όπου έκανε πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Ήταν βλέπετε συμμορίτης. Ανανήψας όμως, κατόπιν πολυετούς παραμονής εν συνεχεία σε μια καπιταλιστική χώρα, όπως η Αγγλία”, πρόσθεσε χαμογελώντας και κοιτάζοντας λοξά το θείο μου.

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Αυτός λοιπόν ήταν! Κατάλαβα με μιας πως είχα μπροστά μου τον παλιό μου φίλο, συμμαθητή στο γυμνάσιο και συναγωνιστή στην ΕΠΟΝ, το Χρήστο το Γιαννάκα, που πίστευα πως είχε σκοτωθεί στο Γράμμο πριν από τριανταοχτώ ολόκληρα χρόνια!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !

Δημοφιλή άρθρα κατηγορίας

Πρόσφατα άρθρα κατηγορίας

greekteachers.gr