«Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ» -δυο επιστολές για ένα ποίημα

🕔18/09/2016 10:02

Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες το 40ό τεύχος (Φθινόπωρο 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο έχω τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι ταχτικά εδώ και μερικά χρόνια.

Το περιοδικό ασχολείται, όπως λέει ο τίτλος του, με ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λεπτομέρειες ή υποσημειώσεις: αθησαύριστα έργα, συμπληρώσεις της βιβλιογραφίας, επιστολές λογοτεχνών. Τα Μικροφιλολογικά βγάζουν δύο τεύχη το χρόνο κι έτσι με το 40ό τεύχος κλείνουν 20 χρόνια ζωής. Μαζί με το κυρίως τεύχος συνήθως κυκλοφορούν και ένα ή δύο τετράδια με έκτακτη ύλη, που έχουν εκτενέστερες δημοσιεύσεις αφιερωματικού χαρακτήρα. Έτσι, μαζί με το 40ό τεύχος των ΜΦ κυκλοφορούν και δύο «Μικροφιλολογικά τετράδια», το ένα με επιστολές Αναγνωστάκη-Σινόπουλου και το άλλο με συμπληρώματα της καβαφικής βιβλιογραφίας από τον φίλο Λευτέρη Παπαλεοντίου.

Το νέο τεύχος έχει πολύ ενδιαφέρουσα ύλη αλλά επειδή δεν το έχω πάρει ακόμα στα χέρια μου θα περιοριστώ προς το παρόν να παρουσιάσω εδώ το δικό μου άρθρο, που έχει για αντικείμενο δυο επιστολές του αγαπημένου μου Ναπ. Λαπαθιώτη προς τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, οι οποίες φωτίζουν ένα μικροφιλολογικό ζήτημα. Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά αλλά προσθέτω κάποιους συνδέσμους και τις φωτογραφίες των χειρογράφων.

Δυο επιστολές του Ν. Λαπαθιώτη στον Γ. Μυλωνογιάννη και ένα απλό παιδί

Στο τμήμα του αρχείου Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ υπάρχουν και αρκετές επιστολές προς τον ποιητή και κριτικό Γιώργο Μυλωνογιάννη (για τον οποίο, βλ. παλιότερο άρθρο μας), με τον οποίο ο Λαπαθιώτης συνδεόταν φιλικά και συνεργαζόταν στα φιλολογικά, ιδίως στη δεκαετία του 1930.

Θα παρουσιάσω δύο από τις επιστολές αυτές, η πρώτη από τις οποίες θέτει ένα μικροφιλολογικό πρόβλημα, στο οποίο η δεύτερη δίνει την απάντηση–που δεν έχει ως τώρα προσεχτεί.

Η πρώτη επιστολή φέρει ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1935 και είναι γραμμένη όχι στο συνηθισμένο επιστολόχαρτο που αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Λαπαθιώτης αλλά σε κόλλα διαγωνισμού Α4 με ρίγες.

25.X.35

Γιώργο,

Σου γράφω έτσι, γιατί δεν έχω πρόχειρο χαρτί επιστολής.

Έλειπα δέκα μέρες στην Πάτρα, με τον πατέρα μου. Είχα πάρει μαζί μου και τον εκ Μενιδίου Κώτσο-Γκίκαν. Πήγαμε και είδαμε ένα κτήμα μας, σε ωραιότατη τοποθεσία, που δεν είχα δει ποτέ πρωτύτερα. Ξαναφεύγω για την Πάτρα σε δυο μέρες.

Στον Άγρα θα γράψω στο γυρισμό. Τον καημένον! Έχει πάθει ψύχωση μαζί μου… Μα, κι εγώ, τον αγαπώ τόσο πολύ!

Το rendez-vous εκείνο στον Πειραιά, το είχα τελείως ξεχάσει –το δε γράμμα σου, που μου το υπενθύμιζε, μου ήρθε μια μέρα υστερότερα.

Έλαβα «Φλόγα»: αρκετά καλή.

Αν θες ποίημα, πάρε απ’ τον Πέτρο Χάρη, εκείνο που δεν έβαλε για λόγους… ηθικής [«Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ»…]. Του γράφω να σ’ το δώσει, άμα του το γυρέψεις.

Στους εξ Ηρακλείου έγραψα πως θα λείψω για λίγο.

Φίλησέ μου το «καλό παιδί», που τόσο συμπαθώ.-

Και σε φιλώ, κι εσένα,

Ναπολέων

Πλαγιογραμμένο στην επάνω αριστερή γωνία: Τον Πέτρο Χάρη θα τον βρεις σπίτι του –Πειραιώς, 74: Κάνε ένα μικρόν κόπο ίσαμ’ εκεί.

Ο Λαπαθιώτης γράφει από την Αθήνα, έχοντας μόλις επιστρέψει από την Πάτρα, για την οποία πρόκειται να αναχωρήσει ξανά. Αναφέρεται με λεπτή ειρωνεία στον Κώστα Γκίκα, με τον οποίο συνδεόταν ερωτικά πιθανώς από το 1925 και σίγουρα από το 1928.

Οι Λαπαθιώτηδες είχαν αξιόλογη κτηματική περιουσία στην περιοχή των Πατρών. Ένα τελευταίο κτήμα, στα Βραχνέικα, το εκποίησε ο ποιητής το 1943 πέφτοντας, όπως έχει γράψει, θύμα επιτήδειων (βλέπε εδώ).

Η «Φλόγα» είναι το φιλολογικό περιοδικό του οποίου ήταν την εποχή εκείνη αρχισυντάκτης ο Γιώργος Μυλωνογιάννης, ένα μάλλον βραχύβιο έντυπο που κυκλοφόρησε από τον Μάρτιο έως τον Δεκέμβριο του 1935 σε εφτά τεύχη (τα δύο τελευταία διπλά).

Ένας από τους «εξ Ηρακλείου» που αναφέρει ο Λαπαθιώτης στο γράμμα πρέπει να είναι ο νεαρός τότε Κώστας Κωνσταντουράκης, ο μετέπειτα Άρης Δικταίος, κορυφαίος μελετητής του Λαπαθιώτη, που εξέδωσε και την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του το 1964. Στο αρχείο Λαπαθιώτη υπάρχουν καρτ ποστάλ σταλμένα από τον ποιητή στον Δικταίο από την Πάτρα το 1935.

Ο Λαπαθιώτης λοιπόν προτείνει στον Μυλωνογιάννη να δημοσιεύσει στη Φλόγα το ποίημα «Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ», που ο Πέτρος Χάρης αρνήθηκε για λόγους ηθικής να το δημοσιεύσει στη Νέα Εστία.

Το ποίημα αυτό είναι ένα από τα λίγα που βρίσκεται στο αρχείο Λαπαθιώτη σε διαδοχικές χειρόγραφες μορφές, πέντε συνολικά, έτσι που να φαίνονται τα στάδια επεξεργασίας που πέρασε. Ένα χειρόγραφο φέρει την ένδειξη «Οριστική μορφή» και την υποσημείωση «Διορθωμένο οριστικά το καλοκαίρι του 1935», ενώ υπάρχει και άλλο χειρόγραφο, χωρίς χρονολογική ένδειξη, που είναι η καθαρογραμμένη «Οριστική μορφή».

aplop2

Ο Άρης Δικταίος γράφει για το ποίημα αυτό:

Το ποίημα, όπως βγαίνει από την επιστολή της 25 Οκτ. 1935 προς τον Γ. Μυλωνογιάννη, είχε δοθεί στον Πέτρο Χάρη για τη «Νέα Εστία», που δεν το «έβαλε για λόγους ηθικής». Ο Χάρης, που τον ρώτησα πρόσφατα, το αποκλείει, γιατί «ποτέ δεν του δόθηκε συνεργασία του Λαπαθιώτη που να μην τη δημοσιεύσει». Επειδή, όμως, ο ποιητής μιλά συγκεκριμένα γι’ αυτό το ποίημα, που δεν εμφανίστηκε, οπωσδήποτε, από τις σελίδες της «Νέας Εστίας», φαίνεται πως μάλλον ο Χάρης θα ξέχασε, ύστερ’ από τριάντα χρόνια, την περίπτωση. Το ποίημα θα δημοσιεύθηκε, κατά πάσαν πιθανότητα, στο περιοδικό «Φλόγα» (θυμάμαι πως είχα δει ένα-δυο φύλλα της, δε θα βγήκανε, ίσως, και περισσότερα –ας εξακριβώσει το πράγμα η Φιλολογία…), γιατί, τον Μάιο του 1936, που δημοσιεύθηκε η νεανική μελέτη μου για τον Λαπαθιώτη, το είχα μεταφέρει ολόκληρο σ’ αυτήν.

Και συνεχίζει ο Δικταίος επισημαίνοντας ότι η απουσία του ποιήματος από την έκδοση του 1939 δικαιολογείται από τον φόβο του Λαπαθιώτη για τυχόν αντιδράσεις για το ομοερωτικό περιεχόμενο του ποιήματος, καθώς ήταν νωπές και οι μνήμες από την περιπέτεια με τη μεταξική λογοκρισία το 1938 για το ποίημα «Επεισόδιο», ενώ το 1943, που είχαν εκλείψει οι λόγοι αυτοί, το συμπεριέλαβε στην (μηδέποτε εκδοθείσα τελικά) «Συλλογή Φουριώτη».

Η εικασία του Δικταίου είναι σωστή. Η Φιλολογία έρχεται σήμερα, ύστερα από 52 χρόνια, να «εξακριβώσει το πράγμα». Το ποίημα του Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε πράγματι στη «Φλόγα». Στο τελευταίο τεύχος που εξέδωσε το περιοδικό (τχ. 6-7, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1935) δημοσιεύεται πρώτο πρώτο το ποίημα με την ένδειξη «Ανέκδοτο»:

Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ…

Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη,
δεν έχει τρόπους να φερθεί, και μήτε να ντυθεί,
-μα είναι το πιο καλό παιδί, που μέσ’ στην πλάση τούτη,
μπορεί ν’ απαντηθεί.

Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,
τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά,
-μα το μεγάλωσε το φως, αυτό που μεγαλώνει
τα ξένοιαστα πουλιά…

Κι άλλοτε μου ’τυχε ξανά, στο διάβα κάποιου δρόμου,
να περπατήσω φιλικά με διάφορα παιδιά:
-μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,
σα μια μικρή καρδιά…

Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι,
κι αυτό δεν έχει πιο καλό κουστούμι να ντυθεί,
τότε γυρίζει τη ματιά και μου χαμογελάει,
-να παρηγορηθεί…

(Το ποίημα το έχει μελοποιήσει η Μάρθα Μεναχέμ, παραλείποντας για κάποιον λόγο την τελευταία στροφή).

Η δημοσίευση αυτή δεν έχει, απ’ όσο ξέρω, καταγραφεί πουθενά, ούτε στα πρόσφατα Άπαντα τα ευρεθέντα του Λαπαθιώτη. Υπάρχουν μερικές επουσιώδεις διαφορές σε σύγκριση με την έκδοση του Δικταίου, πιο σοβαρή από τις οποίες είναι το «φιλικά» αντί για «συντροφιά» στον δεύτερο στίχο της τρίτης στροφής. Η δημοσιευμένη στη «Φλόγα» μορφή είναι ταυτόσημη με τη χειρόγραφη «Οριστική μορφή».

Ως προς το μικροφιλολογικό αίνιγμα: Ο Λαπαθιώτης γράφει ότι ο Πέτρος Χάρης δεν θέλησε να δημοσιεύσει το ποίημα στη Νέα Εστία, κάτι που ο Χάρης, τριάντα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε κατηγορηματικά. Τι συνέβη τελικά;

Η απάντηση στο αίνιγμα είχε δοθεί τόσον καιρό, αλλά κανείς μελετητής του Λαπαθιώτη ως τώρα δεν την είχε προσέξει, ούτε ο Δικταίος. Περιέχεται στην αμέσως επόμενη επιστολή προς Μυλωνογιάννη, που θα παρουσιάσω τώρα. Γράφεται ένα μήνα μετά την προηγούμενη, αφού ο Λαπαθιώτης έχει επιστρέψει και από το δεύτερο ταξίδι του στην Πάτρα:

25.ΧΙ.35

Γιώργο,

Αν εσύ μου γράφεις ανήμερα του θαυμασίου εκείνου δημοψηφίσματος, κι εγώ νά που σου απαντώ τη στιγμή, ακριβώς, που τα σμήνη των αεροπλάνων βομβούν αποπάνω απ’ τα κεραμίδια μου, χαιρετίζοντα την άφιξιν της Αυτού Ηλιθιότητος…

Ώστε κι εγώ είμ’ εντάξει!

Έχω γυρίσει εδώ και πλέον από μια βδομάδα. Πέρασα περίφημα στην Πάτρα, και τις δυο φορές που πήγα.

Μου ζητάς… υπερπαραγωγή! Δε με παρατάς, λέω ‘γω! Η Πάτρα με τεμπέλιασε αφάνταστα… Κι έπειτα, γιατί; Για να γράψει ο Παναγιωτόπουλος, στην «Εγκυκλοπαιδεία», τρεις αράδες παραπάνω;… Αλίμονο!

Καλά είμαστ’ έτσι, σώπα συ!

Πραγματικά είχα νομίσει πως η «Νέα Εστία» δε θα ’βαζε το ποίημα. Και για να την αποζημιώσω, θα της στείλω άλλο. «Φλόγα» πότε; Η παρέα τι γίνεται;

(Τη στιγμή αυτή, αρχινούν και τα κανόνια στο Λυκαβηττό: Η Αυτού Ηλιθιότης έφτασε!…)

Να ιδωθούμε, ναι: Τώρα, όμως, βγαίνω και μέρα, και πρωί, να ξέρεις! Πάντως η νύχτα είναι προτιμότερη. Το ερχόμενο Σάββατο, λοιπόν, στις 11, στο «Βυζάντιο».

Θα πάμε να δούμε και το «καλό παιδί». Και θα πιούμε κι ένα ποτήρι μαζί!

Δικός σου, Ναπολέων

Πλαγιογραμμένο στην επάνω αριστερή γωνία: Ευχαριστώ για τ’ αποκόμματα –αλλά θα τα ’θελα και με την ημερομηνία τους. Έτσι θα είχαν πιο πολλά δικαιώματα να μπούνε στο… αρχείο!… (Το γράμμα σου το πήρα μόλις χτες).

aplop3

Η πρώτη (δεξιά) και η τελευταία σελίδα της επιστολής. Ο Λαπαθιώτης δίπλωνε τα επιστολόχαρτά του στη μέση ώστε να σχηματίζουν τετραδιάκι.

Δίνεται λοιπόν, κατά πάσα πιθανότητα, η απάντηση: Ο Χάρης δεν είχε αρνηθεί να δημοσιεύσει το ποίημα, απλώς το είχε καθυστερήσει και ο Λαπαθιώτης το εξέλαβε αυτό ως άρνηση. Το ποίημα που έστειλε ο Λαπαθιώτης στη Νέα Εστία «για να την αποζημιώσει» είναι η «Μικρή ελεγεία» και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 216 της 25.12.1935 (Εδώ το ποίημα και εδώ η μελοποίησή του από τη Μάρθα Μεναχέμ).

Η επιστολή φωτίζει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τις συνήθειες του Λαπαθιώτη. Είναι ας πούμε γνωστό ότι έβγαινε μόνο αργά το βράδυ, εδώ όμως αναφέρει ότι είχε μόλις αρχίσει και τις εξόδους με το φως της ημέρας. Αργότερα πάντως επέστρεψε στο αποκλειστικά νυχτερινό πρόγραμμα, όπως ξέρουμε από τη μεταγενέστερη αλληλογραφία του.

Δεν έχει σωθεί σε δημόσια προσβάσιμο αρχείο η επιστολή του Μυλωνογιάννη, ώστε να ξέρουμε ποιον όγκο φιλολογικής εργασίας ζητούσε από τον Λαπαθιώτη, είναι πάντως χαρακτηριστική η αίσθηση ματαιότητας που διακατέχει τον ποιητή και που τον οδηγεί στη φυγοπονία. Η Εγκυκλοπαιδεία που αναφέρεται πρέπει να είναι η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Πυρσού-Δρανδάκη όπου τα περισσότερα φιλολογικά λήμματα τα είχε γράψει ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος (και με την οποία συνεργάστηκε και ο ίδιος ο Λαπαθιώτης στους τελευταίους τόμους της). Ωστόσο, η έκδοσή της είχε ολοκληρωθεί ήδη το 1934, ενώ το λήμμα Λαπαθιώτη το είχε γράψει ο Τέλλος Άγρας.

Η επιστολή γράφεται την ημέρα της επιστροφής του Γεωργίου Β’ στην Αθήνα, ύστερα από το πρόδηλα νόθο («θαυμάσιο» το χαρακτηρίζει) δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου 1935 που επανέφερε το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας.

Ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους αριστερούς της εποχής ήταν πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι ο Γεώργιος ο Β’ ήταν ολιγοφρενής –χαρακτηριστικά τον αποκαλούσαν «ο Βους». Αναμενόμενο ήταν να έχει και ο Λαπαθιώτης την ίδια άποψη, και γι’ αυτό τον αποκαλεί «Αυτού Ηλιθιότητα».

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !