Στον καιρό των αγορών

🕔31/10/2016 08:54
Νίκος Σαραντάκος

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε προχτές στην σαββατιάτικη αλλά λόγω αργίας κυριακάτικη Αυγή, στο ένθετο Υποτυπώσεις. Κανονικά η μηνιαία στήλη μου δημοσιεύεται την πρώτη Κυριακή του μήνα, όμως τούτη τη φορά επισπεύστηκε η δημοσίευση κατά μία εβδομάδα.

Με το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ εύλογα αναστατώθηκε κάπως η ύλη της και μαζί η μηνιαία μας ρουτίνα κι έτσι δεν είχαμε άρθρο της στήλης στις αρχές του Οκτώβρη ενώ τούτο δημοσιεύεται μια βδομάδα νωρίτερα από το κανονικό, για να γεφυρώσει κάπως τη χρονικήν απόσταση. Κι επειδή δεν υπάρχει κάποια λέξη που να ξεχώρισε από την πρόσφατην επικαιρότητα, το σημερινό άρθρο είναι αφιερωμένο σε μια λέξη που βρίσκεται στην επικαιρότητα διαρκώς: την αγορά· και, βέβαια, τις αγορές, αφού από την αρχή της κρίσης το μέλημα και το αγωνιώδες ερώτημα είναι πότε και πώς «θα βγούμε στις αγορές».

Η αγορά είναι λέξη πανάρχαια, αφού εμφανίζεται στα μυκηναϊκά ακόμα χρόνια, με τη σημασία της συλλογής πραγμάτων. Προέρχεται από το ρήμα «αγείρω», που σημαίνει «συναθροίζω, συγκεντρώνω» (από εκεί και ο συναγερμός), και πράγματι στην αρχαιότητα είχε την αρχική σημασία της συγκέντρωσης, της συνάθροισης ανθρώπων, του λαού μιας πόλης, και στη συνέχεια του τόπου συγκέντρωσης. Στην Ιλιάδα κιόλας, στην αρχή του έπους, όταν οργισμένος ο Φοίβος σπέρνει θανατικό με τα τόξα του στους Αχαιούς, «αγορήν καλέσσατο λαόν Αχιλλεύς», ο Αχιλλέας κάλεσε σε συγκέντρωση τον στρατό.

Σταδιακά η λέξη πήρε και τη σημασία του χώρου όπου γίνονταν εμπορικές συναλλαγές, που είναι πολύ συχνή ήδη από τα κλασικά χρόνια. Στην αρχαία ελληνική πόλη λοιπόν η αγορά ήταν το κέντρο του άστεος, με διττή λειτουργία: εμπόριο και δημόσια έκφραση απόψεων -να θυμηθούμε και τον κλασικό αρχικό στίχο «Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;» από τους Βαρβάρους του Καβάφη.. Και ως ένδειξη του χρόνου χρησιμοποιήθηκε η αγορά: η φράση περί πλήθουσαν αγοράναγοράς πληθούσης) δήλωνε το πρωινό, όταν οι πολίτες κατέκλυζαν την αγορά. Ενδεικτικά της σημασίας της αγοράς και τα αρκετά κύρια ονόματα με αυτήν ως δεύτερο συνθετικό π.χ. Ευαγόρας, Πρωταγόρας.

Από αυτή τη διφυή φύση του ουσιαστικού αναπτύχθηκαν δυο διαφορετικά ρήματα, το ένα, «αγοράζω», που αρχικά σήμαινε «συχνάζω στην αγορά», πήρε στη συνέχεια τη σημασία «ψωνίζω», ενώ το άλλο, «αγορεύω», πήρε τη σημασία «ομιλώ δημόσια» και με αυτήν διατηρείται ακόμα και σήμερα ιδίως για τις ομιλίες των βουλευτών στη Βουλή (όπου τα κόμματα ορίζουν και ειδικούς αγορητές) και για τις αγορεύσεις των συνηγόρων (από την ίδια ρίζα κι αυτοί) στα δικαστήρια.

Από την αγορά και το επίθετο «αγοραίος», για οτιδήποτε σχετικό με αυτήν – και Ζευς αγοραίος υπήρχε· όμως ήδη από την κλασικήν αρχαιότητα πήρε και τη σημασία του χυδαίου, του πρόστυχου. Στην παράβαση της Ειρήνης ο Αριστοφάνης καμαρώνει που η τέχνη του κάνει τον κόσμο να γελάει «σκώμμασιν ουκ αγοραίοις», όχι με χυδαία αστεία. Τη λέξη την έχουμε σήμερα και με αυτή τη σημασία, αλλά χρησιμοποιείται πολύ και στα οικονομικά (π.χ. αγοραία τιμή), ενώ αγοραίο λέγεται το όχημα που μισθώνεται με ιδιαίτερη συμφωνία.

Στη σημερινή γλώσσα όμως αγορά δεν είναι μόνο η απόκτηση αγαθών έναντι χρημάτων ή ο τόπος όπου γίνονται αγοραπωλησίες, αλλά και ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι αγοραστές επικοινωνούν με τους πωλητές – και ειδικότερα το σύνολο των συνθηκών που σχετίζονται με την παραγωγή και το εμπόριο συγκεκριμένου αγαθού ή υπηρεσίας (π.χ. η αγορά του καφέ). Με τη σημασία αυτή έχουμε δεκάδες όρους, πολλοί από τους οποίους είναι μεταφραστικά δάνεια: οικονομία της αγοράς, ελεύθερη αγορά, αγορά εργασίας, χρηματαγορά, κεφαλαιαγορά, έρευνα αγοράς, μερίδιο αγοράς. Στην Κατοχή είχαμε και τη μαύρη αγορά που αφάνισε ανθρώπους, εξανέμισε περιουσίες και έφτιαξε τους ισχυρούς που κυβέρνησαν μεταπολεμικά.

Η ελληνική λέξη «αγορά» δεν πέρασε στις ευρωπαϊκές γλώσσες παρά μόνο με τη σημασία της αρχαίας αγοράς ή έστω του χώρου συγκέντρωσης ανθρώπων -θυμηθείτε και το πρόσφατο φιλμ Agora. Ωστόσο κι έτσι άρκεσε για να φτιαχτεί ο ελληνογενής διεθνής όρος «αγοραφοβία» (αρχικά Agoraphobie στα γερμανικά, το 1871) που ήρθε και στα καθ’ημάς (αλλά που δεν θα τον χαρακτήριζα αντιδάνειο, απλώς ελληνογενή ξένο όρο).

Να πούμε με την ευκαιρία ότι ενώ στην ελληνική γλώσσα το συνδετικό φωνήεν είναι το -ο-, τα σύνθετα της αγοράς διατηρούν το «α» (αγοραφοβία, αγορανομία, αγοραπωλησία) και δεν έχουν συνδετικό «ο» («αγοροπωλησία» κτλ.) Θα έλεγε κανείς πως ο λόγος είναι από προφύλαξη, να μην νομιστεί πως «αγοροπωλησία» είναι… η πώληση αγοριών, αλλά το «αγορανομία» είναι αρχαίο, όταν τα αγόρια δεν υπήρχαν σαν λέξη. Υπάρχει πάντως και ο τύπος «αγοροπωλησία» αλλά είναι μειοψηφικός.

Στα αγγλικά η αγορά είναι market, λέξη που τη βρίσκουμε στο δικό μας σουπερμάρκετ, που αντιστάθηκε στις προσπάθειες εξελληνισμού με την υπεραγορά και που συντομεύεται στην καθημερινή χρήση σε «μάρκετ», ενώ εμφανίστηκαν και τα μίνι μάρκετ, για καταστήματα μικρότερου μεγέθους. Η αγγλική λέξη ανάγεται, μέσω γαλλικών, στο λατινικό mercatus, που σήμαινε την αγορά μόνο με τη σημασία του χώρου συναλλαγών, από το ρήμα mercari (συναλλάσσομαι, αγοράζω). Από εκεί και το γαλλικό marché, το γερμανικό Markt και το ιταλικό mercato, που χρησιμοποιείται και διεθνώς με τη σημασία της μεταγραφικής περιόδου των ποδοσφαιριστών. Η μάρκα και οι συναφείς λέξεις είναι από άλλη ρίζα.

Και βέβαια «Κοινή Αγορά» ήταν παλαιότερα η τρέχουσα ονομασία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία από την αρχή συγκροτήθηκε με στόχο τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς, γι’ αυτό και είναι υπερτροφικό το οικονομικό της σκέλος και πηγαίνει μονόπαντα.

Η αγορά λένε πως έχει κι ένα αόρατο χέρι, που όλα τα κανονίζει· αν το καλοκοιτάξουμε, αυτό είναι μύθος αφού η αγορά λειτουργεί ελεύθερα μόνο στα χαρτιά – είναι αμέτρητα τα παραδείγματα παρέμβασης και χειραγώγησης από τις ελίτ και διάσωσης τραπεζών και εταιρειών με έξοδα του φορολογούμενου. Και στα τελευταία χρόνια της ανεξέλεγκτης μόχλευσης, αυτό που απειλεί τη δημοκρατία δεν είναι το αόρατο χέρι της αγοράς, αλλά το ορατό χέρι της ελίτ του ενός εκατοστού του 1%.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !