Σούρδοι και ακανέδες: νεοελληνικά ακληρήματα (επαυξημένη επανάληψη)

🕔13/10/2016 09:54
Νίκος Σαραντάκος

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου -για να είμαι ακριβέστερος, ενός πολύ παλιότερου άρθρου, που δημοσιεύτηκε όταν το ιστολόγιο μόλις έκλεινε τρεις μήνες ζωής.

Η σημερινή επανάληψη δεν γίνεται επειδή δεν προλαβαίνω να γράψω κάτι φρέσκο, αλλά επειδή, καθώς οι αναγνώστες και οι σχολιαστές του ιστολογίου έχουν αλλάξει (και πολλαπλασιαστεί) μέσα σε αυτά τα εφτάμισι χρόνια, δεν αποκλείεται ο κατάλογος που θα παρουσιάσω να εμπλουτιστεί ουσιαστικά με τα σχόλιά σας. Άλλωστε, και στην πρώτη δημοσίευση είχαν γίνει πολύ καίρια σχόλια, τα οποία ενσωματώνω στην τωρινή αναδημοσίευση, κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελα εδώ και καιρό να το κάνω, και μάλιστα το είχα υποσχεθεί παλιότερα.

Όταν λέω ‘ακληρήματα’, εννοώ τα τοπωνυμικά παρατσούκλια, πάντα σχεδόν χλευαστικά ή έστω σατιρικά, που λέγονται για τους καταγόμενους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Τα «ακληρήματα» είναι τίτλος ενός βιβλίου που έχει βγει και είναι αφιερωμένο στο θέμα, αλλά επειδή δεν έχω δει το βιβλίο (μάλιστα νόμιζα πως είναι εξαντλημένο) δεν ξέρω αν ο όρος αναφέρεται ειδικά στα παρατσούκλια ή αν εννοεί γενικά τον αλληλοσατιρισμό. Θα μπορούσαμε να τα πούμε και αλληλοφαυλισμούς ή κάτι τέτοιο.

Τον όρο «ακλήρημα» μαζί με τον αντίθετό του (ευκληρήματα) τον χρησιμοποιεί και μια εργασία που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου, με τον τίτλο Ακληρήματα – ευκληρήματα Καρπάθου. Εννοείται ότι οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί είναι πολύ περισσότεροι από τους επαινετικούς, διότι αν δεν ειρωνευτείς τον κοντοχωριανό σου πώς θα τονώσεις το αίσθημα της αυτοεκτίμησής σου;

Στην καρπαθιώτικη εργασία βλέπουμε μερικά παραδείγματα από μικροακληρήματα (τον όρο μόλις τον έπλασα εγώ) δηλαδή αλληλοσατιρισμούς σε τοπική κλίμακα, χαρακτηρισμούς ειρωνικούς για τους κατοίκους των χωριών του νησιού π.χ. μπαλουξήδες για τους Πηγαδιώτες, γάρους ή γαρολυμπίτες για τους Ολυμπίτες, Εβραίους για τους κατοίκους από το Απέρι κτλ. Στο άρθρο το δικό μας δεν θα μεταφέρω αυτά τα μικροακληρήματα, διότι είναι σαφώς σε άλλη κλίμακα -κλίμακα χωριού, ας πούμε, ενώ οι περισσότεροι αλληλοφαυλισμοί του άρθρου είναι πανελλήνια γνωστοί.

Σε παλιότερο νήμα στη Λεξιλογία, που είχε ξεκινήσει με την απορία ελληνομαθούς φίλου, ο οποίος ρωτούσε γιατί τους Μυτιληνιούς τούς λένε κασμάδες, είχε φτιαχτεί ένας κατάλογος, που τώρα εμπλουτίστηκε με τα σχόλια της προηγούμενης δημοσίευσης.

Νεοελληνικά ακληρήματα

Αθηναίος = γκάγκαρος (ο όρος χρησιμοποιείται μόνο για τους παλιούς Αθηναίους, που η οικογένειά τους ζει εδώ και αρκετές γενεές στην Αθήνα).

Αργίτης = πράσο, πρασάς (διότι έτρωγαν το πράσο με το οποίο χτυπούσαν το γαϊδούρι τους)

Αρκάς = σκόρδο, σκορδάς (τοπικό προϊόν)

Αρτινός = νεραντζόκωλος (τοπικό προϊόν)

Βολιώτης = Αυστριακός (βλ. διάφορες εκδοχές στο slang.gr. Μια εκδοχή που δεν αναφέρεται είναι ότι τον 19ο αιώνα η συγκοινωνία με τον Βόλο -όπως και με τα περισσότερα μέρη- γινόταν κυρίως διά θαλάσσης, με πλοία της αυστριακής εταιρείας Τριεστίνα).

Βορειοελλαδίτης = Βούλγαρος

Γιαννιώτης = παγουράς (λέγεται ότι πήγαν να αδειάσουν τη λίμνη των Ιωαννίνων με παγούρια, αλλά οι ντόπιοι λένε ότι πολλοί Γιαννιώτες κυκλοφορούσαν με παγούρια διότι υδρεύονταν από τη λίμνη)

Εβρίτης = γκατζόλης, γκάτζολος (γκατζόλι λέγεται το γαϊδούρι στην περιοχή, ιδίως στο Σουφλί. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο. Από την ίδια ρίζα και η γαζέλα). Επίσης γαλαζοβράκης, από τους Ξανθιώτες.

Ελλαδίτης (από τους Κύπριους) = καλαμαράς

Θεσσαλονικιός = μπαγιάτης (όπως και με τους γκάγκαρους Αθηναίους, ο όρος χρησιμοποιείται για τους γηγενείς παλιούς Θεσσαλονικιούς -όχι, ας πούμε, για τους )

Καλαματιανός = σύκο, σωματέμπορας

Κερκυραίοι = παγανέλια (το παγανέλι είναι μικρό ωδικό πουλί’ κατ’ άλλη εκδοχή, πρόκειται για παραφθορά του ‘μπραγκανέλια’, μικρόψαρα).

Κοζανίτης = σούρδος (πιθανώς από το λατ. surdus=κουφός για τον πονηρό που κάνει ότι δεν ακούει), γιαπράκι (τοπικό έδεσμα)

Κορίνθιος = Λαΐδα (εταίρα της αρχαιότητας)

Κρητικός = πέτσακας (η λημματογράφηση στο slang.gr δεν δίνει ετυμολογία), σβούρος (ομοίως) Ωστόσο, είναι πιο σωστό να πούμε ότι αυτοί οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί είναι των ίδιων των Κρητικών για μερίδα συμπατριωτών τους).

Κύπριοι = κουμπάροι

Κώοι = μπόχαλοι (επειδή το μπουκάλι το λένε ‘μποχάλι’)

Λαρισαίος = τυρί (τοπικό προϊόν), πλατύποδας (δηλ. καμπίσιος, επομένως χωρίς καμάρα στο πόδι)

Λέσβιος = γκασμάς (η Μυτιλήνη λέγεται Κασμαδία στα φανταρίστικα, επειδή έχει πολύ σκάψιμο).

Μανιάτες = κακαβούλια (ιδίως οι Μεσομανιάτες λέγονται έτσι από τους άλλους Μανιάτες)

Ναυπλιώτης = κωλοπλένης (χρησιμοποιούσαν τις τουρκικές τουαλέτες με το ρουξούνι).

Νοτιοελλαδίτης = χαμουτζής

Πατρινός = μινάρας (τοπική βρισιά)

Πειραιώτες = μαουνιέρηδες

Ανατολίτης = Αούτος (επειδή έλεγαν έτσι το «αυτός»)

Πρεβεζάνος = σαρδελάς (διότι λέγεται ότι βάζουν τις σαρδέλες στο κλουβί)

Ρόδιος = τσαμπίκος (τοπικό όνομα)

Σερραίοι = ακανέδες (τοπικό λουκούμι)

Σλαβόφωνοι (δεν υπάρχουν) = νεζνάμηδες (επειδή απαντούσαν νε ζναμ = δεν ξέρω)

Τρικαλινός = κασέρι (τοπικό προϊόν), σακαφλιάς

Να προσθέσω ακόμα ότι, σε πιο τοπική κλίμακα, «βλασταράδες» λέγονται οι κατοικοι του Ορχομενού από τους γείτονές τους, ενώ «καμινέτα» οι Κασιώτες της Αιγύπτου από τους Κασιώτες που είχαν μείνει στο νησί, επειδή όταν επέστρεφαν έφερναν στο νησί αυτό το πρωτοφανές τεχνολογικό επίτευγμα.

Όσοι πιστοί, μπορούν να συμπληρώσουν.

Να σημειωθεί ότι συγγενικός κλάδος είναι οι σατιρικές ιστορίες που λέγονται πειραχτικά για τους διάφορους τόπους -και που καταλήγουν κάποτε σε φονικό, όπως στο διήγημα Πειράγματα του Καρκαβίτσα, όπου όμως δεν υπάρχει κανένα τοπικό παρατσούκλι, αλληλοφαυλισμός, τέτοιο τέλος πάντων.

Συγγενικό επίσης με το θέμα μας είναι το παλιό τραγούδι «Ο υμνούμενος», που το έχω παρουσιάσει σε παλιότερο άρθρο. Ωστόσο, έχω μια επιφύλαξη αν όλοι οι χαρακτηρισμοί του λειτουργούν και αντίστροφα, δηλαδή το ότι λέει, ας πούμε, «Μυτιληναίος λαθρέμπορας Πυργιώτης ζόρικος» σημαίνει ότι πολλοί Μυτιληνιοί ήταν λαθρέμπορες κατά το στερεότυπο, όχι ότι η λέξη ‘λαθρέμπορες’ ειχε φτάσει να σημαίνει τους Μυτιληνιούς.

Αλλά για λόγους πληρότητας, να παραθέσουμε και αυτό το τραγούδι και να τελειώσουμε με αυτό.

Μεταφέρω το γιουτουμπάκι εδώ:

-Ρε κυρ-Γιώργη, πίνεις-πίνεις και δεν μας λες τίποτα.
-Μα τι διάολο θες να σου πω, αφού θέλω πρώτα να κανονίσω τα ορεκτικά μου με το κρασάκι μου, να πιω το κατοσταράκι μου πρώτα και ύστερα να δούμε τι διάολο θα γίνει.
-Να μας πεις τον εξάψαλμο κυρ-Γιώργη.
-Άντ’ εβίβα λοιπόν, εβίβα ρε παιδιά, εβίβα.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αθηναίος γκάγκαρος.
Περαιώτης μαουνιέρης.
Αιγενίτης κανατάς.
Ναυπλιώτης ντιστεγκές
Τριπολιτσιώτης μπεκρής.
Μανιάτης κουμπουράς.
Λειβαδίτης μπαμπακάς.
Δημητσανίτης μπαρουτάς
και Τσιριγώτης «έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Μεσολογγίτης ψαράς.
Αγρινιώτης καπνουλάς.
Χιώτης μαστιχάς.
Κρητικός επαναστάτης.
Λιδωρικιώτης γαλατάς.
Μυτιληναίος λαθρέμπορας.
Πυργιώτης ζόρικος
και Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Υδραίος ψαρόμυαλος.
Βατικιώτης κρεμμυδάς.
Σαντοριναίος ελαφρόπετρα.
Τζιώτης στενόκαρδος.
Μεγαλουπολίτης λουστρατζής.
Σμυρναίος κορτάκιας.
Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος.
Βολιώτης «γεια σου κυρ-Αντρέα»
Κεφαλλονίτης βλάστημος.
Κερκυραίος κλαπαδόρας.
Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο
Όπου Χιώτης Παντελής
και Καρυστιανός Αλής.
Ηπειρώτης φούρναρης.
Συμιακός σφουγγαράς.
Ελληνοαμερικάνος μπίσνεζμεν.
Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης.
Συριανός λουκουμιτζής
και Κορίνθιος «ο Θεός να σε φυλάει».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αϊβαλιώτης ζωέμπορας.
Σιφναίος τσουκαλάς.
Αξιώτης πηγαδάς.
Ανδριώτης λεμονάς.
Καρπαθιώτης χτίστης.
Επτανήσιος κανταδόρος
Κυπραίος κουτοπόνηρος.
Σπαρτιάτης παλικαράς
και Νεορκέζος «κούμπωσ’ το σακάκι σου».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Εβίβα ρε παιδιά, εβίβα ρε λεβέντες μου.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !