Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος πιστὴ διάκονος τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ (1)

🕔15/09/2015 19:02

Εν Πειραιεί τη 15η Σεπτεμβρίου 2015
Ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος πιστὴ διάκονος τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ
(Προσδοκίες-Ἱστορικὴ πορεία-Γενικὲς Ἐκτιμήσεις-Συμπεράσματα)
Ἀρχ.

Παύλου Δημητρακοπούλου,
Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
(1ον)
Ε σ α γ ω γ ή
Ἡ ἀπόφαση τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων στὸ Φανάρι (6 ἕως 9 Μαρτίου 2014) νὰσυγκαλέσουνἐντὸςτοῦ 2016 τὴν ἀπὸ πολλῶν δεκαετιῶν προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη, ἢ Πανορθόδοξο Σύνοδο, ἀναζωπύρωσεκαὶ πάλι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίαςγύρωἀπὸτὸθέμα αὐτό.
Σύμφωνα μὲ τὸ «ἀνακοινωθέν»: « Σύναξις συνεφώνησεν τι προπαρασκευαστικ τς Συνόδου ργασία πρέπει νντατικοποιηθ. Εδικ Διορθόδοξος πιτροπ θρχίσει τργον ατς π το Σεπτεμβρίου 2014 κα θλοκληρώσ ατ μέχρι τογίου Πάσχα τοτους 2015. Θκολουθήσ Προσυνοδικ Πανορθόδοξος Διάσκεψις κατ τ πρτον μισυ τοτους 2015. πασαι αποφάσεις, τόσον κατ τς ργασίας τς Συνόδου, σον κα κατ τ προπαρασκευαστικ στάδια ατς, θ λαμβάνωνται καθ’ μοφωνίαν. γία κα Μεγάλη Σύνοδος τς ρθοδόξου Εκκλησίας θα συγκληθπ το Οκουμενικο Πατριάρχου ν Κωνσταντινουπόλει, ν τει 2016, κτς προόπτου». Πολλὰ ἄρθρα καὶ δημοσιεύματα ἔχουν γραφεῖ καὶ δημοσιευθεῖ μέχρι τώρα στὸ διαδίκτυο, σὲ θρησκευτικὲς ἐφημερίδες καὶ περιοδικά γιὰ τὴν ἀποφασισθεῖσα σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἀγωνία τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, διότι θεωρήθηκε, καὶ δικαίως, ὡς μεῖζον ἐκκλησιαστικὸ γεγονός, ὑψίστης ἱστορικῆς σημασίας.
Ἐπειδὴ ὡστόσο πολλὴ ἄγνοια, σύγχυση καὶ ἐλλιπὴς ἐνημέρωση ὑπάρχει μεταξὺ πολλῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ἀλλὰ καὶ ἀρχιερέων, γύρω ἀπὸ τὸ θέμα, καὶ ἐπειδὴ στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας, πολλοὶ ὑπῆρξαν οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι συγκρότησαν αἱρετικὲς συνόδους, τὶς λεγόμενες «Ψευδοσυνόδους», μὲ σκοπὸ νὰ προσδώσουν ἐκκλησιαστικὸ κῦρος στὶς αἱρετικές τους διδασκαλίες καὶ πλάνες, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ στὴν ἐποχή μας, κατὰ τὴν ὁποία ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχει ἐξαπλωθεῖ παντοῦ σὲ ὅλα σχεδόν τὰ Πατριαρχεῖα καὶ τὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ὁ κίνδυνος νὰ ἀποτελέσει ἡ προετοιμαζόμενη Σύνοδος τοῦ 2016 μιὰ «Ψευδοσύνοδο», χειρότερη ἐκείνης τῆς Φεράρας – Φλωρεντίας, (1438/9), εἶναι μέγιστος, θεωρήσαμε σκόπιμο, στὴν παροῦσα χρονικὴ συγκυρία, συνεργούσης τῆς Χάριτος, νὰ παραθέσουμε μὲ τὴ σύντομη αὐτὴ μελέτη μας, κάποιες βασικὲς ἀλήθειες, οἱ ὁποῖες συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴν προετοιμαζόμενη Σύνοδο, πρὸς ἐνημέρωση τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἐπαγρύπνησή του.
Θὰ ἀναφερθοῦμε κατ’ ἀρχὴν σὲ μερικὲς βασικὲς καὶ θεμελιώδεις ἔννοιες, σχετικὲς μὲ τὸ θεσμὸ τῶν Συνόδων, στή συνέχεια στὶς προϋποθέσεις ποὺ πρέπει νὰ πληροῦνται, γιὰ νὰ εἶναι μιὰ Σύνοδος ὄντως Ὀρθόδοξος καὶ Οἰκουμενική, κατόπιν σὲ μιὰ σύντομη ἀναδρομὴ στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς προετοιμασίας μιᾶς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, σὲ μιά γενική αξιολόγηση τῆς μέχρι σήμερα πορείας της, σὲ κριτικὲς θεωρήσεις ἁγίων ἀνδρῶν τῆς ἐποχῆς μας σχετικὰ μὲ τὴν προσδοκώμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, καὶ ἐν κατακλεῖδι σὲ κάποιες γενικὲς παρατηρήσεις καὶ συμπεράσματα.

Συνοδικς θεσμς στ ζω τς κκλησίας.
Οἱ ἐκκλησιαστικὲς Σύνοδοι ἀποτελοῦν στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας θεῖο θεσμό. θεσμς ατς νάγει τν ρχή του στν διο τν Κύριο κα τος ποστόλους, οποοι, «θεί Πνεύματι κινούμενοι», συγκρότησαν τν ποστολικ Σύνοδο, (49 μ.Χ.), πραγματώνοντας ἔτσι ταυτόχρονα καὶ τὴν συνοδικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς 'Εκκλησίας, γιὰ νὰ ἀποτελεῖ ἔκτοτε θεμελιῶδες γνώρισμα τῆς λειτουργίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, πρὸς ἐπίλυση καὶ ρύθμιση τῶν πάσης φύσεως ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, ἰδίως δὲ πρὸς ἀντιμετώπιση τῶν ποικιλωνύμων αἱρέσεων. Κατ τν γιο ωάννη τν Χρυσόστομο: «κκλησία συστήματος κα συνόδου στν νομα»[1]. Ἀπὸ τὶς Συνόδους τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκεῖνες ποὺ ἀναγνωρίσθηκαν ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὡς Οἰκουμενικές, ὅπως καὶ ἐκεῖνες ἀπὸ τὶς τοπικές, ποὺ προσέλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος, εἶναι θεόπνευστες καὶ ἀλάθητες, «δι τ Πνεμα τγιον», ποὺ ἐνεργεῖ σ’ αὐτές, σύμφωνα μὲ τὴ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου: « δ Παράκλητος, τ Πνεμα τγιον, πέμψει πατρ ν τνόματί μου, κενος μς διδάξει πάντα καπομνήσει μς πάντα επον μν» (ω.14,25). Μέγας θανάσιος σπιστολή του πρς τος ν φρικπισκόπους γράφει: «Τ δῥῆμα το Κυρίου τ δι τς Οκουμενικς Συνόδου ν τ Νικαί γενόμενον, μένει ες τν αἰῶνα».[2] Ὁ δὲ γιος Νικόδημος γιορείτης, ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς νεωτέρους κανονολόγους τῆς Ἐκκλησίας, παρατηρεῖ σχετικῶς στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ «Πηδαλίου» του: «Ατη βίβλος (δηλαδ συλλογ τν ερν Κανόνων, στν ποία μπεριέχονται συνοπτικς κα ο δογματικς ποφάσεις τν Οκουμενικν κα Τοπικν Συνόδων), εναι μετ τς γίας Γραφάς, γία Γραφή, μετ τν Παλαιν κα Καινν Διαθήκην, Διαθήκη. Τ μετ τ πρτα κα θεόπνευστα λόγια, δεύτερα κα θεόπνευστα λόγια. Ατη στ τ αώνια ρια, θεντο ο πατέρες μν κα νόμοι οπάρχοντες ες τν αἰῶνα,…. τος ποίους σύνοδοι οκουμενικαί τε κα τοπικα δι Πνεύματος γίου θέσπισαν…..Ατη ς ληθς στι, καθς ατν πωνομάσαμεν, τ Πηδάλιον τς Καθολικς κκλησίας, δι μέσου τοποίου ατη κυβερνωμένη, σφαλς τος ν ατ ναύτας καπιβάτας, ερωμένους τε λέγω κα λαϊκούς, πρς τν κύμαντον παραπέμπει τς νω βασιλείας λιμένα»[3].
Ἐντεῦθεν οἱ ἅγιες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀποτελοῦν τὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας, συνιστοῦν τὴν ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ καὶ τὸ ἀνώτατο ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κριτήριο, γι’ αὐτὸ καὶ εὑρίσκονται ὑπεράνω τῶν ἐπισκόπων καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν πατριαρχῶν. Οἱ ἀποφάσεις τους, δογματικές, κανονικὲς καὶ διοικητικές, εἶναι ὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, κλῆρο καὶ λαό, ἀπὸ τοῦ πατριάρχου μέχρι τοῦ τελευταίου λαϊκοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ τήρησή τους ἀναγκαία διὰ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία, ἡ δὲ παράβασή τους συνιστᾶ βαρύτατο ἁμάρτημα ἀθετήσεως αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τὸν λόγο του: «άν δ κα τς κκλησίας παρακούση, στω σοι σπερ θνικς κα τελώνης» (Ματθ.18,17).

ροι κα προϋποθέσεις τς Οκουμενικς Συνόδου.

Μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τότε μόνο μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθῶς Ὀρθόδοξος Σύνοδος καὶ στόμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκφράζουσα θεοπνεύστως καὶ ἀλαθήτως τὴ γνήσια Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση, ὅταν πληροῖ κάποιες βασικὲς προϋποθέσεις.[4] γιος Νικόδημος γιορείτης στὸ «Πηδάλιόν» του, στὰ προλεγόμενα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου,[5] ἀναφέρει τέσσερα διώματα, ποὺ ἀποτελοῦν κατ’ οὐσίαν ὅρους καὶ προϋποθέσεις γνησιότητος καὶ αὐθεντικότητος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων: α) «Τ ν συναθροίζονται δι προσταγν οχ το Πάπα, το δενος Πατριάρχου, λλ δι προσταγν βασιλικν». Εἶναι γνωστό, ὅτι κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους συγκαλοῦσε ὁ αὐτοκράτορας. Ὡστόσο ἡ σύγκληση αὐτὴ εἶχε περισσότερο τυπικὸ χαρακτήρα, διότι πίσω ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ὑπῆρχε ἡ ἐκκλησιαστικὴ Ἱεραρχία, ἡ ὁποία ἔπαιζε καθοριστικὸ ρόλο στὴ σύγκληση τῆς Συνόδου. Σήμερα ποὺ δὲν ὑφίσταται τὸ πολιτικὸ καθεστὸς τῆς βυζαντινῆς περιόδου, τὴν εὐθύνη τῆς συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔχει τὸ σύνολο τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν Προκαθημένων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, συναινούσης προφανῶς καὶ τῆς Ἱεραρχίας τῶν κατὰ τόπους Πατριαρχείων καὶ Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. β) «Τ ν γίνεται ζήτησις (=συζήτηση) περ πίστεως κακολούθως νκτίθεται πόφασις καρος δογματικς ες κάθε μίαν π τς Οκουμενικάς, γ) Τ ν εναι πάντα τκτιθέμενα παρ’ ατν δόγματα κα ο Κανόνες, ρθόδοξα, εσεβ κα σύμφωνα «τας θείαις Γραφας, τας προλαβούσαις Οκουμενικας Συνόδοις», δ) Τ ν συμφωνήσουν κα νποδεχθον τ παρ τν Οκουμενικν Συνόδων διορισθέντα κα κανονισθέντα, παντες ορθόδοξοι Πατριάρχαι καρχιερες τς Καθολικς κκλησίας, ετε δι τς ατοπροσώπου παρουσίας ατν, ετε δι τν δίων τοποτηρητν, κα τούτων πόντων, δι γραμμάτων ατν».[6]
Πέρα ἀπὸ τοὺς παραπάνω ὅρους τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, Μέγας θανάσιος προσθέτει κόμη δύο ρους: α) Δν εναι δυνατν ν συμμετάσχουν, ς μέλη τς Συνόδου, πρόσωπα, τποα δν χουν ρθόδοξο φρόνημα: «Ο γρ οόν τε συνόδ συναριθμηθναι τος περ πίστιν σεβοντας»,[7] β) Δν πιτρέπεται νποσιωπνται κα ν παραμερίζονται στ Σύνοδο δογματικς διαφορς κα διαφωνίες, λλ εναι ναγκαον πρτον νξετάζ, ( Σύνοδος), τν τκκλησί προκύψαντα ζητήματα πίστεως κα στ συνέχεια κάθε λλο ζήτημα: «Χρ γρ πρτον πσαν περ τς πίστεως διαφωνίαν κκόπτεσθαι κα τότε περ τν πραγμάτων ρευναν ποιεσθαι»[8].
Ἂς προστεθεῖ ἐπίσης ὅτι, φ’ σον κατ τν Οκουμενικ Σύνοδο «λαλε ατ τδιο τγιο Πνεμα» κα ο λαμβανόμενες ποφάσεις εναι «καρπς θείου φωτισμο», (πως κριβς πρξαν κα οποφάσεις τς ποστολικς Συνόδου, κατ τήν μαρτυρία της Γραφς, «δοξε τγί Πνεύματι καμν» [Πραξ.15,28]), πεται τι δν εναι δυνατ οποφάσεις ατς ν εναι προαποφασισμένες κτς τς Συνόδου. Τὸ προαποφασίζειν ἀποτελεῖ οὐσιαστικὰ κατάλυση τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος καὶ ἐμπαιγμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἐκ τῶν προτέρων ληφθεῖσες ἀποφάσεις δὲν ἐπιτρέπουν καὶ δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο νὰ ὁμιλήσει τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι περιττὸ μάλιστα νὰ λεχθεῖ ὅτι τέτοιου εἴδους ἀνθρώπινες μεθοδεύσεις εἶναι τελείως ξένες πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Εἶναι ἐπίσης αὐτονόητο ὅτι οἱ συζητήσεις πρέπει νὰ διεξάγονται μὲ μοναδικὸ γνώμονα καὶ κριτήριο τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἔτσι ὥστε καὶ οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου νὰ ἕπονται καὶ νὰ συμφωνοῦν πλήρως μὲ τὶς προγενέστερες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, μὲ τὴν πίστη δηλαδὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θα πρέπει νὰ ἐπηρεάζονται ἀπὸ πολιτικοὺς παράγοντες, οὔτε νὰ δεσμεύονται ἀπὸ πολιτικὲς, ἢ ἄλλες σκοπιμότητες, οὔτε καὶ νὰ περιορίζονται ἐν ὀνόματι τοῦ χρόνου. Ὅπως διακηρύττουν ογιοι Πατέρες τς Ζ΄ Οκουμενικς Συνόδου: «σπασίως τος θείους Κανόνας νστερνιζόμεθα καλόκληρον τν ατν διαταγν κασάλευτον κρατύνομεν, τν κτεθέντων π τν σαλπίγγων το Πνεύματος πανευφήμων ποστόλων, τν τε ξ γίων Οκουμενικν Συνόδων κα τν τοπικν συναθροισθεισν πκδόσει τοιούτων διαταγμάτων κα τν γίων Πατέρων μν. ξ νς γρ παντες κα το ατο Πνεύματος αγασθέντες, ρισαν τ συμφέροντα. Κα ος μν τναθέματι παραπέμπουσι, καμες ναθεματίζομεν, ος δ τ καθαιρέσει καμες καθαιρομεν, ος δ τφορισμ καμες φορίζομεν, ος δ τπιτιμί παραδιδόασι καμες σαύτως ποβάλλομεν»[9]. Ὁ δὲ γιος Μάξιμος μολογητς σ πλήρη συμφωνία μ τος γίους Πατέρες τς Ζ΄ Οκουμενικς παρατηρε: «κείνας οδεν γίας καγκρίτους συνόδους εσεβς τς κκλησίας κανών, ς ρθότης δογμάτων κρινεν».[10] Τέλος γιὰ νὰ θεωρηθεῖ μιὰ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὄντως Ὀρθόδοξος, θὰ πρέπει οἱ ἀποφάσεις της νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἱεράρχες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλο τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα. Ὅπως ἔχει εὐστόχως παρατηρηθεῖ: «σον φορ δ τν διοίκησιν κα τν διδασκαλίαν, συμμετοχ το λαο εναι θεμελιώδης φ’ σον οτος, χαρισματοχος ν κα διδακτς Θεο, ποτελε μετ το κλήρου τν γρυπνοσαν συνείδησιν τς κκλησίας, τις μαρτυρε (κρίνει, διακρίνει, γκρίνει καποδέχεται, κατακρίνει καπορρίπτει) τν διδασκαλίαν κα τς πράξεις τς εραρχίας, ς πεφάνθησαν κα ο Πατριάρχαι τς νατολς ν τγκυκλί ατν τς 6ης Μαΐου 1848, “ φύλαξ τς ρθοδοξίας τ σμα τς κκλησίας τουτέστιν λας ατός στι”»[11].





[1]Ἑρμηνεία στὸν 149ον Ψαλμό, PG 55,493.
[2]PG 26,1032B. Ἐδῶ ὁ ἅγιος Πατὴρ ἀναφέρει μόνο τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἐπειδή οἱ ἄλλες δέν εἶχαν συγκληθεῖ ἀκόμη.
[3]Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, Ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. ιστ΄.
[4]Κατὰ τὸν κ. Παναγιώτη Μπούμη, Καθηγητὴ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν: «Θὰ μποροῦσε νὰ παρατηρήσει κανεὶς ἐξ’ ἀρχῆς, ὅτι κανόνες- νόμοι συγκλήσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου δὲν ὑπάρχουν. Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐκπροσωπεῑ τὸν θεανθρώπινο ὀργανισμό, τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομοθετοῦσα, αὐτὴ νομοθετεῖ καὁρίζει τὴν πορεία τῶν ἐπὶ μέρους μελῶν αὐτῆς .…. ἴδια Ἐκκλησία δὲν ὑπόκειται σὲ νόμο, εἶναι ἁγία καὶ δικαία [‘δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται’ Α΄ Τιμ.1,9 εξ.]». (Βλ. Παναγιώτη Μπούμη, Κανονικὸν Δίκαιον, Ἐκδ. Γρηγόρη, Γ΄ Ἔκδοση, Ἀθήνα 2000, σελ. 179). Ὡστόσο ὁ καθηγητὴς θεωρεῖ ἀναγκαῖο νὰ παραθέσει καὶ αὐτὸς κάποιους κανόνες- νόμους, ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικούς, ἀρυόμενος αὐτοὺς προφανῶς ἀπὸ τὴν Κανονικὴ καὶ Πατερική μας Παράδοση, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ὡς ἀπαραίτητους γιὰ τὴ γνησιότητα μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
[5]Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, ……ο.π. σελ. 118.
[6]Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον,……ὅ,π. σελ. 118.
[7]Μεγάλου Ἀθανασίου, ΒΕΠΕΣ, 31, 260.
[8]Μεγάλου Ἀθανασίου, ΒΕΠΕΣ, 31, 260.
[9]Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον,……ὅ,π. σελ.. 322.
[10]Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Περὶ τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐξορίᾳ 12, PG 90, 148.
[11]Ἀρχ. Γεωργίου Καψάνη, πρώην καθηγ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, Ἡ Ποιμαντικὴ Διακονία κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, Ἐκδ. Ἄθως, Πειραιεύς 1976, σελ. 110.
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !