Ἀπετάξω τῷ πολυτονικῷ; (άρθρο του Βενέδικτου Βασιλείου)

🕔25/08/2016 11:46
Νίκος Σαραντάκος

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του γλωσσολόγου Βενέδικτου Βασιλείου, που δημοσιεύτηκε στις αρχές του μήνα στην κυπριακή εφημερίδα «Σημερινή», όπου ο Βασιλείου διατηρεί εβδομαδιαία στήλη για γλωσσικά θέματα.

Μια και δεν είναι πολλές οι γλωσσικές στήλες σε ελληνόφωνες εφημερίδες, καλό είναι να μαθαίνουμε όσες υπάρχουν (μια άλλη είναι του φίλου Γιάννη Χάρη στην Εφημερίδα των Συντακτών, με αναδημοσίευση στο ιστολόγιό του -όποιος ξέρει κι άλλες, προσθέτει στα σχόλια). Κατά σύμπτωση, από σήμερα θα είναι διαθέσιμα ονλάιν τα άρθρα του Βασιλείου στη Σημερινή, σε αυτή τη σελίδα του Φέισμπουκ.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα άρθρο του Βασιλείου που ασχολείται με το πολυτονικό, ένα ζήτημα για το οποίο έχω κι εγώ γράψει αρκετά, τόσο στο ιστολόγιο όσο και στον παλιό μου ιστότοπο (όπου μάλιστα είχα και ειδική ενότητα για το θέμα, με τον τίτλο Δασείας καταίρεσις). Για να το πω ακριβέστερα, το άρθρο του Βασιλείου είναι το δεύτερο για το θέμα των συστημάτων γραφής και τονισμού, έχει προηγηθεί το άρθρο «Και εγένετο μονοτονικόν«, που εξετάζει την εξέλιξη από την κεφαλαιογράμματη γραφή ως το πολυτονικό και στη συνέχεια το μονοτονικό. Για τεχνικούς λόγους προτίμησα να παρουσιάσω εδώ το δεύτερο άρθρο -το πρώτο μπορείτε να το διαβάσετε στον ιστότοπο της εφημερίδας.

Έχω πάντως μια μικρή διαφωνία με τον Βασιλείου: δεν είμαι βέβαιος ότι όντως «το πολυτονικό έχει επιστρέψει στη μόδα» -δεν έχω αυτή την εντύπωση. Αντίθετα, βλέπω εκδοτικούς οίκους που κάποτε τύπωναν μόνο πολυτονικό να έχουν ρίξει νερό στο κρασί τους και να τυπώνουν και μονοτονικό. Αλλά τον αφήνω να τα πει ο ίδιος.

— Ἀπετάξω τῷ πολυτονικῷ; — Ἀπεταξάμην! — Σίγουρα;

Οι αντιδράσεις στη νομοθετική κατάργηση του πολυτονικού και καθιέρωση του μονοτονικού το 1982 στην Ελλάδα και στην Κύπρο είναι λίγο πολύ γνωστές. Οι υποστηρικτές του μονοτονικού ανέμεναν από καιρό τον επίσημο ενταφιασμό του άταφου νεκρού και χειροκρότησαν με ικανοποίηση την απόφαση. Αντίθετα, οι πολέμιοι του μονοτονι­κού και υποστηρικτές του πολυτονικού αντέδρασαν στην «εθνική μειοδοσία» καλλιεργών­τας την κινδυνολογία ότι δήθεν η ελληνική γλώσσα καταστρέφεται και αφελληνίζεται μόνο και μόνο επειδή γράφουμε, για παράδειγμα, «εκ των υστέρων» και όχι «ἐκ τῶν ὑστέρων»· οι Κασσάνδρες μάλιστα προβλέπουν ότι σύν­τομα το ελληνικό αλφάβητο θα δώσει τη θέση του στο λατινικό και καλούν σε πατριωτικό ξε­σηκωμό για την προάσπιση των εθνικών ηθών και αξιών! Η ιδεολογικο-πολιτική χροιά που δόθηκε στη διένεξη αυτή υπήρξε κάτι παραπά­νω από προφανής: προοδευτικοί και πρώην οπαδοί του στρατοπέδου της δημοτικής από τη μια, ακραίοι συντηρητικοί με προσκόλληση στην καθαρεύουσα από την άλλη.

Από γλωσσολογική και διδακτική άποψη, η απλοποίηση του τονικού συστήματος στη γραφή με την κατάργηση των τονικών σημεί­ων που για αιώνες είχαν πάψει να αντιπρο­σωπεύουν στοιχεία του προφορικού λόγου αποτελεί ξεκάθαρο βήμα λειτουργικού και χρηστικού εξορθολογισμού της ορθογραφίας της νέας ελληνικής: δεν υπάρχει κανένας λό­γος να επιβαρύνονται οι μαθητές και γενικό­τερα όσοι γράφουν με ένα σωρό κανόνες και λίστες εξαιρέσεων για να σημειώνουν τρία διαφορετικά τονικά σημεία που δεν διαφο­ροποιούνται ακουστικά στον προφορικό λό­γο και δύο πνεύματα που δηλώνουν έναν μη υπαρκτό σήμερα φθόγγο.

Και πάλι της μοδός

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά την κατάργηση, το πολυτονικό έχει επιστρέψει στη μόδα. Φιλολογικά περιοδικά, λογοτεχνικές εκδόσεις, διαδικτυακοί ιστότοποι και εφημερίδες (όπως η «Εστία» που κυκλοφορεί στην Ελλάδα), αλ­λά και άνθρωποι των γραμμάτων και των τε­χνών επιμένουν να γράφουν σε πολυτονικό σύστημα. Έχουν μάλιστα σχεδιαστεί πληκτρο­λόγια και ηλεκτρονικοί διορθωτές κειμένων για δακτυλογράφηση στο πολυτονικό, ενώ στο διαδίκτυο κάνουν την εμφάνισή τους κι­νήματα πολιτών με στόχο την επαναφορά του. Μέσα στους σύγχρονους «πολυτονιάτες» —κατά το σατιρικό ποίημα —συγκαταλέγονται ακόμα και άνθρωποι του ευρύτερου προοδευτικού (αριστερού) χώρου και νέοι της γενιάς που δεν διδάχτηκε το πολυτονικό στο σχολείο, οι οποίοι παρ’ όλα αυτά κατα­φεύγουν σε μια συγκινησιακή ρητορική με κλασικά συντηρητικά επιχειρήματα υπέρ του πολυτονικού. Σταθεροί οπαδοί του πολυτονικού, ανακατεμένου με μια ήπια μορφή καθα­ρεύουσας, είναι διαχρονικά και οι προσκείμε­νοι στον εθνικιστικό χώρο —πρακτικά βεβαί­ως μόνο στις δημόσιες φιγούρες τους. Γι’ αυ­τούς, το πολυτονικό αντανακλά την παλιά εκείνη ιδεολογικο-πολιτική διένεξη: είναι φο­ρέας αντικομμουνισμού και δεσμός με την αρχαία δόξα!

Αξίζει να πούμε ότι το πολυτονικό που αναβιώνει μέσα στον ετερόκλητο κύκλο των πολυτονιατών είναι μια κουτσουρεμένη μορ­φή του αλεξανδρινού πρωτότυπου συστήμα­τος. Για παράδειγμα, η βαρεία έχει σταδιακά απαλειφθεί. Επίσης, το αν ένα α, ι ή υ σε νε­ότερες λέξεις (όπως το ι στη λέξη «κρετίνος») θα θεωρηθεί μακρό και θα πάρει περι­σπωμένη («κρετῖνος») ή θα θεωρηθεί βραχύ και θα πάρει οξεία («κρετίνος») γίνεται τυ­χαία, αφού ο ομιλητής της νεοελληνικής δεν έχει επίγνωση του πώς θα προφερόταν στην αρχαία ελληνική. Εντούτοις, το σύγχρονό μας πολυτονικό παρέχει εικαστική ομοιότητα με τα (μεταγεγραμμένα κατά την αλεξανδρινή και τη βυζαντινή εποχή σε πολυτονικό!) σπουδαία κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων —όπως του Πλάτωνα και του Σοφοκλή— και αυτό φαίνεται να αρκεί για να το νομιμοποιήσει ως γνήσιο απόγονο και συ­νεχιστή μιας αδιάκοπης γραπτής παράδοσης. Σήμερα το πολυτονικό λειτουργεί αποκλει­στικά ως στοιχείο εκδοτικού ύφους προσθέ­τοντας αισθητική λεπτομέρεια, μια ιδιόμορφη καλαισθησία, στα κείμενα και βοηθώντας μια «λόγια» ελίτ συγγραφέων και εκδοτικών οί­κων —μάλλον επιγόνων των «σοφολογιωτάτων» του 19ου αιώνα ξεχωρίσει από τους «πληβείους» του συγγραφικού κόσμου που ακολουθούν το μονοτονικό.

Επιδρά αρνητικά το μονοτονικό στην εκμάθηση της ορθογραφίας; Μπορεί να οδηγήσει σε δυσλεξία;

Το εύλογο ερώτημα που απασχολεί πολύ κόσμο είναι κατά πόσο το μονοτονι­κό επιδρά αρνητικά στην εκμάθηση της ορ­θογραφίας από τους μαθητές και, επιπλέον, αν μπορεί να οδηγήσει σε μαθησιακές δυ­σκολίες, όπως είναι η δυσλεξία. Για τους υπερασπιστές του πολυτονικού οι επιπτώ­σεις αυτές θεωρούνται δεδομένες. Δεν χά­νουν μάλιστα ευκαιρία να τις προβάλουν και ως πορίσματα «επιστημονικών ερευ­νών». Μια τέτοια πολυσυζητημένη «έρευνα» κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 2004 από τον ψυχίατρο Ιωάννη Τσέγκο και τους ψυχολό­γους Θαλή Παπαδάκη και Δήμητρα Βεκιάρη, οι οποίοι υποστήριζαν ότι οι μαθητές του δημοτικού σχολείου που μαθαίνουν ορ­θογραφία με πολυτονικό σύστημα παρου­σιάζουν υψηλότερες επιδόσεις σε νοητικά τεστ σε σύγκριση με τα παιδιά που μαθαί­νουν ορθογραφία με το μονοτονικό, τα οποία παρουσιάζουν συλλήβδην αντιληπτι­κές και μαθησιακές δυσκολίες συμπεριλαμβανομένης της δυσλεξίας. Δικαιολογημένα οι γονείς θα πανικοβάλλονταν και θα ανα­ζητούσαν την πρόληψη μαθησιακών δυσκο­λιών που προκαλεί «το κακό μονοτονικό» σε ιδιωτικά φροντιστήρια εκμάθησης «του κα­λού πολυτονικού» —με το αζημίωτο φυσικά! Αν και ως προς τον σχεδιασμό της η «έρευνα» αυτή φαινόταν να ακολουθεί τους κανό­νες ενός επιστημονικού πειράματος, υπήρχε μια βασική ανισορροπία —μάλλον ηθελημένη και καθόλου τυχαία— που προκαταλάμβανε τα αποτελέσματα υπέρ της χρήσης πολυτονι­κού. Εν συντομία, συγκρίθηκαν δύο ομάδες παιδιών από πρώτη μέχρι τρίτη τάξη του δη­μοτικού: η ομάδα ελέγχου που ακολουθούσε το πρόγραμμα του σχολείου και διδασκόταν σε μονοτονικό και η πειραματική ομάδα που έκανε το ίδιο και επιπλέον έκανε μαθήματα αρχαίων ελληνικών σε εξωσχολικό χρόνο.

Η βελτίωση μόνο της πειραματικής ομάδας σε οπτικοαντιληπτικά τεστ (δηλαδή, αντιγρα­φή σχημάτων κ.λπ.) αποδόθηκε από τους «ερευνητές» στο γεγονός ότι η πειραματική ομάδα διδάχτηκε επιπλέον το πολυτονικό· διατύπωσαν μάλιστα την εικασία, χωρίς οποιαδήποτε δεδομένα, ότι το πολυτονικό συμβάλλει στην πρόληψη μαθησιακών δυ­σκολιών. Στην πραγματικότητα, η πειραματι­κή ομάδα έκανε συστηματικά μια επιπρόσθε­τη διδακτική δραστηριότητα —μάθαινε αρ­χαία ελληνικά και άρα το πολυτονικό εμμέσως— ενώ η ομάδα ελέγχου δεν έκανε τίπο­τα. Αν η ομάδα ελέγχου συμμετείχε αντίστοι­χα σε κάποια παρόμοια διδακτική δραστηριότητα —για παράδειγμα, αν διδασκόταν μια ξένη γλώσσα— είναι πολύ πιθανό να βελτιω­νόταν επίσης στις οπτικοαντιληπτικές της ικανότητες. Η ανισορροπία του πειράματος είναι ξεκάθαρη· όπως και η δόλια προώθηση των ιδεοληψιών των «ερευνητών».

Ειδικότερα για τη δυσλεξία, δεν υπάρ­χουν σοβαρές επιστημονικές μελέτες που να εισηγούνται συσχέτιση μεταξύ χρήσης μονο­τονικού και εμφάνισης δυσλεκτικών συμπτω­μάτων στους μαθητές, πόσο μάλλον αιτιακή σχέση μεταξύ τους. Η λογική όμως λέει ότι ένα απλουστευμένο σύστημα ορθογραφίας, όπως είναι το μονοτονικό, απαιτεί πολύ λιγότερη απομνημόνευση αντιστοιχίσεων φωνημάτων-γραφημάτων συγκριτικά με το πολύ­πλοκο πολυτονικό, και επομένως, επιβαρύνει λιγότερο τον τομέα που παρουσιάζει έλλειμ­μα στη δυσλεξία. Επιπλέον, με τη λογική των πιο πάνω «ερευνητών» θα περιμέναμε στρα­τιές αγγλόφωνων, γερμανόφωνων ή ιταλόφωνων δυσλεκτικών ομιλητών, οι οποίοι δεν σημειώνουν κανένα τονικό σημάδι στον γρα­πτό λόγο.

Ο ήλιος δίνει αντηλιά στην υφήλιο…

Ακούμε συχνά από τους νοσταλγούς του πολυτονικού ότι για να σχηματίσουμε λέ­ξεις όπως «αφαίμαξη» και «εφοπλιστής» πρέπει να ξέρουμε ότι οι λέξεις «αίμα» και «όπλο» έπαιρναν δασεία («αἷμα» και «ὅπλο») και, άρα, τα π των προθέσεων «από» και «επί» πρέπει να μετατραπούν στο αντίστοιχο δασυνόμενο φ. Έτσι αποδει­κνύουν περίτρανα (!) τη χρησιμότητα του πολυτονικού —και κυρίως της σημείωσης της δασείας και της ψιλής. Με αυτή τη λο­γική θα έπρεπε να σχηματίζουμε λέξεις όπως «ανθηλιά», «ανθηλιακό» και «θώρα» και φράσεις όπως «πάνω αφ’ όλα», αφού οι λέξεις «ήλιος», «ώρα» και «όλα» έπαιρ­ναν δασεία («ἥλιος», «ὣρα» και «ὃλα»). Δεν το κάνουμε όμως· λέμε «αντηλιά», «αντη­λιακό», «τώρα» και «πάνω απ’ όλα». Η με­τατροπή σε δασύ σύμφωνο έχει μόνο ιστο­ρική αξία: έγινε κάποια στιγμή στο παρελ­θόν όταν ο δασύς φθόγγος [h] προφερόταν ακόμα· έτσι δημιουργήθηκαν τα «πενθήμε­ρος» («πέντε» + «ἡμέρα»), «υφήλιος» («ὑπό» + «ἥλιος») και «εφ’ όλης της ύλης» («ἐπί» + «ὃλης»). Όταν ο δασύς φθόγγος είχε πια απαλειφθεί δημιουργήθηκαν τα «αντηλιά», «αντηλιακό», «τώρα» και «πάνω απ’ όλα». Όταν όμως μιλάμε, ανασύρουμε λέξεις που έχουμε αποθηκευμένες στη μνή­μη μας και δεν εφαρμόζουμε κανόνες δάσυνσης. Το να ξέρουμε ότι μια λέξη έπαιρνε κάποτε δασεία είναι μόνο εξειδικευμένη εγ­κυκλοπαιδική γνώση και δεν έχει καμιά χρησιμότητα στη συγχρονική παραγωγή και κατανόηση της γλώσσας.

Βενέδικτος Βασιλείου (vassileiou@cbs.mpg.de)
M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences, Τμήμα Νευροψυχολογίας, Λειψία, Γερμανία

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !