ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 8/3 : Υλικό για αξιοποίηση στην τάξη

🕔05/03/2016 12:10

ΣΥΛΛΟΓΟΣ Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 8/3: Υλικό για αξιοποίηση στην τάξη

ΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΗΣ

Δείτε ΕΔΩ την παρουσίαση

(Μικρό τρίπρακτο θεατρικό για παιδιά και όχι μόνο…)

Tι γιορτάζεις σήμερα μαμά;…

Βγαίνει κάποιος κρατώντας μια ταμπέλα που γράφει:

«Πρώτη Πράξη: Τι γιορτάζεις σήμερα μαμά;…»

Σκηνικά: ένα τραπέζι με λεκάνη επάνω γεμάτη ρούχα, όπου η Πιπίτσα σιδερώνει, και δίπλα δεύτερο τραπέζι με κατσαρόλα επάνω, όπου μαγειρεύει.

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Τι γιορτάζεις σήμερα μαμά;…»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (της κυρίας Πιπίτσας της ήρθε μια σκοτοδίνη από το σκύψιμο) «Μα δε γιορτάζω σήμερα!… Η γιορτή μου ήτανε το Δεκέμβριο. Την ίδια μέρα με τη δική σου… τι έπαθες παιδάκι μου; Δεν το θυμάσαι;»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Μαμά, δεν εννοώ ‘εκείνη’ τη γιορτή!... Σήμερα είναι η Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας!».

ΠΙΠΙΤΣΑ: «Ευχαριστώ για την πληροφορία. Και τι πρέπει να κάνω δηλαδή;»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Δεν ξέρω… Νόμιζα ότι θα μου έλεγες εσύ!»

ΠΙΠΙΤΣΑ: «Ρώτα τον πατέρα σου…»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Μα τι λες τώρα καλέ μαμά… Αφού κάθε φορά που με στέλνεις να τον ρωτήσω, ο μπαμπάς με ξαναστέλνει σε σένα! (μιμείται)‘Να ρωτήσεις τη μάνα σου!’…Κι έπειτα μουρμουράει ότι ‘…αυτά είναι γυναικείες δουλειές’… Δυο-τρεις ώρες –λέει– έχει όλες κι όλες ύστερα από τo ξεθέωμα στη δουλειά και θέλει να διαβάσει σαν άνθρωπος την εφημερίδα του και να δει το ματς με την ησυχία του…»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (στον εαυτό της) «…ενώ εγώ όλη την ώρα κάθομαι...»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Άσε που, και να ’θελα να τον ρωτήσω, δε γίνεται… Κλείστηκε όπως συνήθως στο μπάνιο. Θα ’ναι κανένα μισάωρο που μουλιάζει στη μπανιέρα…»

ΠΙΠΗΣ: (από μέσα): «Πάλι ξεχάσατε ν’ ανάψετε το θερμοσίφωνα;… Ούτε πέντε λεπτά δεν άνοιξα τη βρύση και τελείωσε το νερό!»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (κάτι μουρμουρίζει που δεν γίνεται αντιληπτό στο κοινό, δείχνει όμως τη δυσαρέσκειά της) «…»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: (που δεν παραιτείται) ««Η Γιαννούλα έλεγε χθες ότι ο μπαμπάς της χαρίζει στη μαμά της τριαντάφυλλα τη Μέρα της Γυναίκας!»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (αφηρημένα) «Για φαντάσου…»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Ναι… και, ξέρεις μαμά, ο κύριος Γιάννος είχε χαρίσει λουλούδια στην κυρία Γιάννα και του Αγίου Βαλεντίνου, που ήταν η μέρα των ερωτευμένων! Εσένα γιατί δε σου κάνει ποτέ δώρα ο μπαμπάς;…»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (ζορισμένα) «Όχι και δε μου κάνει… Ξέχασες που μου έφερε…»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Για κείνο το τηγάνι λες;… (γελώντας ειρωνικά) Ναι καλέ, το είχα ξεχάσει. Μας είχε φάει τ’ αυτιά από το καμάρι του που το πήρε μισοτιμής…»

ΣΠΥΡΑΚΟΣ: (μπαίνει φουριόζος): «Ρε μάνα, πες τίποτα του μπαμπά… Ένα μπάνιο έχουμε όλο κι όλο και κάθε πρωί ιδρώνουμε να τον βγάλουμε από κει μέσα. Θ’ αργήσω για το σχολείο. Σήμερα έχουμε φιλικό ματς με το άλλο τμήμα της Έκτης. Θα τους τσακίσουμε τους ξεφτίλες!»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «… Πολύ ‘φιλικό’ ματς… Αναρωτιέμαι πώς είναι το ‘εχθρικό’…»

ΣΠΥΡΑΚΟΣ: (προκλητικά) «Μωρέ για κοίτα μία άσχετη, που θέλει να πει και γνώμη!»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (προσπαθώντας ν’ αποφύγει τον καβγά ανάμεσα στ’ αδέρφια) «Να μου κάνετε τη χάρη κι οι δυο σας… Θέλετε να σας ακούσει ο πατέρας σας;… Μόνο οι καβγάδες μου έλειπαν τέτοια ώρα. Έπρεπε να ’χω φύγει για το εργοστάσιο κι ούτε το φαγητό είναι έτοιμο, ούτε πλύση έβαλα ακόμα. Τι παιδιά έχω κάνει… Ο ένας με τα νταηλίκια, η άλλη με τις ερωτήσεις… Και, για να ’χουμε καλό ερώτημα, εσένα κυρία μου (απευθύνεται στη Σπυριδούλα) ποιος σε παραμύθιασε με ‘παγκόσμιες μέρες’ και σαχλαμάρες;

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Μου το είπε η φίλη μου η Μιμίκα, που της το είπε η μαμά της, η κυρία Μήτση, που δουλεύατε πέρσι μαζί στο εργοστάσιο…

ΠΙΠΙΤΣΑ: (τη διακόπτει έντρομη) «Ιιιιιι!… αυτή καλέ την απολύσανε! Ο πατέρας σας δε θέλει ούτε στο στόμα μας να τους πιάνουμε αυτούς τους ‘ανακατώστρες’…»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Τι θα πει ‘ανακατώστρες’ μαμά;»

ΠΙΠΗΣ: (μπαίνοντας, θυμωμένα) «Αυτό που κάνετε τώρα εσείς! Χώνουν τη μύτη τους σε δουλειές που δεν είναι δικές τους. Δε σας έχω πει να τους κόψετε και την καλημέρα; Σας απαγορεύω να κάνετε παρέα με το Μιμάκη και τη Μιμίκα. Η μάνα τους κι ο πατέρας τους, αντί να κοιτάζουνε τη δουλειά τους, όλο φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνουν. Πάω στοίχημα ότι και τα παιδιά τους το ίδιο είναι».

ΣΠΥΡΑΚΟΣ: «Δίκιο έχεις μπαμπά. Ούτε στα μάτια μου δε θέλω να τον βλέπω αυτόν τον παλιο-Μιμάκη»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Έτσι ε;… Κι εγώ σου λέω ότι δεν τον θες για φίλο επειδή είναι στη μπάλα καλύτερος από σένα και δε σε σύμφερε που παίζατε στην ίδια ομάδα.

ΠΙΠΗΣ: (με καμάρι) «Αηδίες… Κανείς δεν είναι καλύτερος από το γιο το δικό μου!»

ΣΠΥΡΑΚΟΣ: «Πες τα καλέ μπαμπά… Αλλά τι περιμένεις από κορίτσια. Όλο βλακείες σκέφτονται κι από μπάλα δε σκαμπάζουν μία…»

(Βγαίνουν παρέα)

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Πάντως, μαμά, εγώ έμαθα κι άλλα πράγματα για τη Μέρα της Γυναίκας»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (αφηρημένα, ανακατεύοντας το φαγητό): «Τι πράγματα;»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Να… ‘κάποιος που δε θέλετε να ξέρετε’, μου είπε ότι η Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας είναι η επέτειος μιας μεγάλης διαμαρτυρίας… Κάπως σα να κάνετε τώρα εσείς απεργία στο εργοστάσιο του Φαταούλα, για να σας δώσει καλύτερο μεροκάματο…»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (της πέφτει η κουτάλα απ’ τα χέρια) «Απεργία;!… Χριστός κι Απόστολος… τι λόγια είναι αυτά;! Κοίτα κακομοίρα μου μη σ’ ακούσει ο πατέρας σου γιατί θα σου κόψει τα πόδια και το χαρτζιλίκι… Άσε που ο Φαταούλας δεν αστειεύεται μ’ αυτά τα πράγματα. Δεν είναι κακός άνθρωπος, αλλά η καλοσύνη του έχει όρια και η απεργία ξεπερνά πολύ τα όριά του!… Από τη Μιμίκα τις ψάρεψες κι αυτές τις ανοησίες;… Σα ν’ ακούω τη Μήτση. Ακούς εκεί απεργία! Λες και δεν έχουμε αρκετά βάσανα και χωρίς αυτή… Εγώ δεν είμαι άνεργη σαν τη μάνα της πρώην φιλενάδας σου, για να κάθομαι να σκαλίζω εκείνα που πρέπει να μείνουν ασκάλιστα… Εγώ τη θέλω τη δουλειά μου και δεν πρόκειται να πάω γυρεύοντας να μ’ απολύσουν!»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Αφού το λες εσύ… Να ξέρεις όμως ότι δεν είναι πρώην φιλενάδα μου η Μιμίκα, γιατί εγώ δεν βρίσκω κανένα λόγο να μη συνεχίσω την παρέα μαζί της. Είμαστε φίλες από την πρώτη δημοτικού! Αν ο μπαμπάς πραγματικά δεν θέλει ‘να χώνει τη μύτη του σε ξένες δουλειές’, δε θα μάθει ποτέ ότι αυτή η φιλία συνεχίζεται… Εκτός κι αν του το πεις εσύ»

ΠΙΠΙΤΣΑ: «Να καθίσεις στ’ αυγά σου. Ορίστε μας… Ένα μονάχα σου λέω. Κοίτα μη σε πάρει χαμπάρι ο πατέρας σου γιατί μαύρο φίδι που σ’ έφαγε (ξαφνικά ανακαλύπτει ότι καίγεται το φαγητό)… Άπαπα… ορίστε τι έπαθα μ’ αυτές τις ανοησίες!»

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ: «Αφού είναι έτσι τα πράγματα, τελικά, εσύ τι γιορτάζεις σήμερα μαμά;»

ΠΙΠΙΤΣΑ:: «Γιορτάζω;… Θέλεις να μάθεις τι γιορτάζω;… Δες και μόνη σου. Μ’ εσάς που έμπλεξα πρωί πρωί, θ’ αργήσω κάνα τέταρτο σήμερα να χτυπήσω κάρτα. Ούτε πλύσιμο πρόλαβα ούτε σιδέρωμα. Και τι έχω ν’ ακούσω από τον πατέρα σου για το καμένο φαγητό… το ξέρεις! Έτσι κι αλλιώς όλο γκρινιάζει για τις ‘σπατάλες που γίνονται σ’ αυτό το σπίτι’… Θες κι άλλα;… Σίγουρα θα ξενυχτήσω για να τελειώσω με τις δουλειές κι ύστερα δε θα με παίρνει ο ύπνος γιατί θ’ ανησυχώ μήπως δεν ακούσω το αυριανό ξυπνητήρι. Σου μοιάζει εσένα αυτή για μέρα γιορτής;… Όπως καταλαβαίνεις δε γιορτάζω τίποτα. Δεν έχω κανένα λόγο για να γιορτάσω…»

ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ

Τζάμπα δουλεύετε και δε λυπάστε κόπους

για να αναπληρώσετε αυτό που δεν μπορεί να αναπληρωθεί

και να προκάνετε αυτό που κανένας να προκάνει δεν μπορεί

σαν η δεκάρα λείπει, καμιά δουλειά δεν είναι αρκετή.

Το ζήτημα για το κρέας, που σας λείπει στην κουζίνα

δεν πρόκειται μες στην κουζίνα να κριθεί.

ΠΡΑΞΗ 2η

Τα λουλούδια του βιομήχανου Φαταούλα

Βγαίνει κάποιος κρατώντας μια ταμπέλα που γράφει:

«Δεύτερη Πράξη – Μια μέρα πριν: Τα λουλούδια του βιομήχανου Φαταούλα»

Σκηνικά: τα δύο τραπέζια σε σχήμα ΓΑΜΑ (σαν γραφείο) με τηλέφωνα επάνω, χαρτιά, υπολογιστή κλπ. Πίσω από τα τραπέζια μια καρέκλα

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (τηλεφωνεί) «Πόσο είπες πήγε το δολάριο;… Και το γιεν;… Σωστή καταστροφή! Πάνε τα λεφτάκια μου… Καταραμένη κρίση!» (κλείνει το τηλέφωνο και πατάει ένα κουμπί στο γραφείο του) «Για στείλε μέσα το Γλυφταδάκο! (στον εαυτό του) Να δούμε τι δικαιολογία θα σκαρφιστεί πάλι ο γελοίος… Τι τραβάω ο επιχειρηματίας… Δεν υπάρχει τέλος πάντων κανείς που να μπορεί να τον εμπιστευτεί σήμερα ένας ‘υγιής’ αναξιοπαθών βιομήχανος;»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: (μπαίνει) Μάλιστα αφεντικό!

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (σηκώνει ένα χαρτί) «Τι χάλια είναι αυτά που ήρθαν απ’ το λογιστήριο;… Δε βλέπετε πως η μετοχή ‘Φαταούλας’ πήρε την κατρακύλα; Τι σας έχω και σας πληρώνω;… Δώστε μου καμιά συμβουλή της προκοπής, αλλιώς να πάτε όλοι σας στον αγύριστο!»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: «Μα, αφεντικό… τι φταίμε εμείς που έχει καθίσει η αγορά;… Όσο η φτώχεια και η ανεργία μεγαλώνουν, τόσο λιγότερο ψωνίζει ο κόσμος. Οι γέροι με το κιάλι τις ψάχνουνε τις συντάξεις τους. Ούτε κουλουράκι δεν έχουνε ν’ αγοράσουν. Το γιαούρτι έγινε είδος πολυτελείας. Με τι λεφτά να το πάρουνε, που δεν τους βρίσκεται πια στην πάντα ευρουλάκι τσακιστό; Μόνο σέντσια κουδουνίζουνε στις τσέπες τους»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Αυτό όμως ίσχυε και πέρσι… Κι εσείς τι με συμβουλέψατε;… Να χαρίσω την παρτίδα των διαιτητικών γιαουρτιών που κόντευαν να χαλάσουν στο γηροκομείο…»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: «Κι έχεις παράπονο αφεντικό;… Δε δώσαμε εντολή στο διαφημιστικό τμήμα της επιχείρησης να το διαδώσει παντού; Δεν ανακηρύχτηκες πανηγυρικά μέγας ευεργέτης του γηροκομείου;»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Σπουδαία τα λάχανα!... Και τι να το κάνω, βρε άχρηστοι; Όσο εμείς χασομερούσαμε με τους μαθουσάλες, μας πρόλαβε ο ανταγωνιστής μου ο Φαγάνας. Οι δικοί του σύμβουλοι, βλέπεις, δεν είναι βλαμμένοι σαν του λόγου σας για να του προτείνουν να παραστήσει τον ευεργέτη. Δεν έχασαν τον καιρό τους με ηλίθιες φιλανθρωπίες και τον συμβούλεψαν να λανσάρει το γιαούρτι με τη διπλή χρήση. Ρίχνεις τον κεσέ στην κατάψυξη και σε μία ώρα έχεις παγωτό!… Που σημαίνει ότι ο ανταγωνιστής μείωσε τη χασούρα του, γιατί χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος της απούλητης παρτίδας στην παρασκευή του καινούργιου προϊόντος. Ανάρπαστο γίνεται το γιαουρτοπαγωτό γιατί είναι φτηνότερο και απ’ όλα τα γιαούρτια και απ’ όλα τα επιδόρπια και τα παγωτά που κυκλοφορούν στην αγορά. Για να μη σου πω σε τι ύψη έφτασε η μετοχή του Φαγάνα…»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: «Δεν έχετε δίκιο αφεντικό… Το τμήμα μας σας το επισήμανε εδώ και καιρό. Τα γιαούρτια δεν έχουν μέλλον! Μπορείτε να το δείτε και στο αρχείο. Αριθμός πρωτοκόλλου χίλια εκατόν έντεκα. (του προσφέρει ένα κεσεδάκι) Α, σας έφερα να δείτε και το προϊόν του ανταγωνιστή…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (παραμερίζοντας κάτι χαρτιά και βγάζοντας άλλο κεσεδάκι) «Σώθηκα αν περίμενα από σας να το θυμηθείτε… Εδώ το έχω. (δοκιμάζοντας με αηδία) Χειρότερο κι από το δικό μου! Τι στο καλό του βρίσκουν;…»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: «Και πάλι δεν έχετε δίκιο αφεντικό… Αφού μας έχετε πει ότι σιχαίνεστε τα γιαούρτια. Ειδικά τα προϊόντα από το εργοστάσιό σας δεν θέλετε ούτε να τα βλέπετε…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Άκου Γλυφταδάκο, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια… Ο Φαγάνας πρέπει να σβηστεί από τον επιχειρηματικό χάρτη γιατί δύο εξίσου ισχυροί γιαουρτάδες δε χωράμε στην ίδια αγορά. Βασικός κανόνας του ανταγωνισμού… όλα εγώ θα τα λέω;… Βγάλε χαρτί και μολύβι και κράτα σημειώσεις. Θα ρίξουμε στο εμπόριο ένα νέου τύπου παγωτό με τ’ όνομα ‘μολότοφ’! Δώσε εντολή στο αρμόδιο τμήμα να το σχεδιάσει έτσι ώστε να μπορείς να το φας με δύο τρόπους: ή κανονικά ή στα μούτρα (ρίχνει μούντζα στο ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟ)…»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: (γεμάτος θαυμασμό για το αφεντικό του): «Ένα αεροδυναμικό παγωτό;!»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Ακριβώς! Θα είναι ειδικά κατασκευασμένο για να λειτουργεί και σαν όπλο σε παγωτομαχίες. Θα μπορείς δηλαδή να το πετάξεις στον αντίπαλο και να τον κάνεις χάλια!

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: «Μόνο που πρέπει κανείς να προσέχει μην του σκάσει στα χέρια…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Ναι, αλλά αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα! Βάζω στοίχημα τις μισές από τις μετοχές μου ότι με τέτοιο αριστούργημα θα κάνω κυριολεκτικά θραύση!»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: «Να πω δηλαδή στο Ρουφιανάκο ότι το τμήμα των γιαουρτιών κλείνει οριστικά;…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Να μην ανακατευτείς καθόλου. Στο Ρουφιανάκο θα το πω εγώ… Και, πρόσεξε καλά κακομοίρη μου… Έτσι και διαρρεύσει πριν την ώρα του το μυστικό, έχεις καταλάβει ποιον θα κατηγορήσω. Με τα ‘μολότοφ’ θα σε πάρω. Ούτε ρουθούνι δε θα μείνει από σένα, ξέρε το…»

ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ: (καταφοβισμένος) «Μάλιστα Πολυεθνικότατε! Δούλος σας αφεντικό…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (τον διώχνει) «Βρε ουστ από δω…!» ( Ο ΓΛΥΦΤΑΔΑΚΟΣ φεύγει τρέχοντας κι ο ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ μονολογεί) Ε, ρε κατακαημένε Φαγάνα… Που νόμιζες ότι μπορείς να τα βάλεις με τον μέγιστο Φαταούλα!

(Μπαίνει ο ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ)

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (στον εαυτό του) «Άλλος προκομμένος! (στο ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟ) Για πέρασε καμάρι μου, για έλα μέσα να τ’ ακούσεις κι εσύ…»

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: (μαγκωμένος) «Καλημέρα αφεντικό…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Κακή και ψυχρή…»

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: «Τι μπορώ να κάνω για σας αφεντικό;»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Αμ… αν δεν ήσουν βλάκας όπως ο άλλος, θα ’τανε κιόλας καμωμένο, ηλίθιε! Λοιπόν: βάζουμε λουκέτο στο τμήμα με τα γιαούρτια. Ενισχύστε τον τομέα των παγωτών κι αρχίστε τις απολύσεις. Να ξεκινήσετε από τις γυναίκες, εκτός κι αν θέλει καμιά τους να μεταφερθεί στο τμήμα των παγωτών… με το μισό μεροκάματο βέβαια. Θα δουλεύει μόνο όταν υπάρχει ανάγκη. Ως αύριο οπωσδήποτε να τις έχεις ξεφορτωθεί…».

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: «Αφεντικό…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Μη με διακόπτεις την ώρα που μιλάω γιατί χάνω τον ειρμό μου! Τι ήθελα να πω;… Κάτι πολύ σημαντικό σίγουρα και μ’ έκανες τώρα να το ξεχάσω. Α, το θυμήθηκα… Να ξέρουν ότι δε θα τις ασφαλίζω για τ’ ατυχήματα που μπορεί να πάθουν, άμα γίνει λάθος στην κατασκευή των παγωτών. Προειδοποίησέ τις ότι θα μ’ ασφαλίζουν αυτές. Έτσι και τους σκάσει ‘μολότοφ’ στα χέρια, θα τους κρατάω μισό μεροκάματο γι’ αποζημίωση!»

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: «Μα, αφεντικό… αύριο είναι η Μέρα της Γυναίκας!»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (ξινίζοντας τα μούτρα του) «Κιόλας;!… Πότε πέρασε ένας χρόνος;»

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: «Σας το λέω αφεντικό γιατί πέρσι κοντέψαμε να πάθουμε μεγάλη νίλα…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Καταραμένη μέρα. Κάθε φορά που τη θυμάμαι, συγχύζομαι. Μα, να μη μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει με την περιουσία του;… Πώς να το φανταστώ ότι για δέκα ψωροαπολύσεις θα γινόταν απέξω ολόκληρη διαδήλωση;…»

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: (στον εαυτό του) «Άσε που, φέτος, δε θα ’ναι μόνο δέκα οι απολύσεις»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (αγανακτισμένος) «Τι κακό βρε παιδί μου με τις γυναίκες… Οι τρίχες μού σηκώνονται όταν σκέφτομαι τι κέρδη θα έχανα αν ήμουν υποχρεωμένος να κρατήσω όλες αυτές τις εργάτριες τούτη τη δύσκολη στιγμή. Πότε γκαστρώνονται, πότε γεννούν, πότε θηλάζουν, πότε παιδοκομούν… κι ούτε δουλειά ούτε κάματος. Μπας και νομίζουν πως η επιχείρησή μου είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα;

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: (τολμάει) «Συγγνώμη που σας το λέω αφεντικό… αλλά, αν σας άκουγε κανένας -κανένας άλλος εκτός από μένα δηλαδή- θα νόμιζε ότι είσαστε… μισογύνης!»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (θιγμένος αλλά όχι θυμωμένος) «Μισογύνης;! Όχι δα. Ξέρεις πώς την έχω εγώ τη γυναίκα μου Ρουφιανάκο;… Στα χρυσάφια και στα μεταξωτά. Με την Ελβετία της για το σκι της, με το Παρίσι της για τη γκαρνταρόμπα της, με τη Νέα Υόρκη της για τις πλαστικές της… Αμέ! Άκου και κάτι άλλο, εμπιστευτικά σου το λέω, είμαι σίγουρος ότι, αν είχα μία κόρη, θα μου ήταν πολύ πιο χρήσιμη στην επιχείρηση από τον τεμπέλη το γιο μου. Αντί να πουλάει τα γιαούρτια του πατέρα του, δεν έχει αφήσει πάρτι για πάρτι ο ανεπρόκοπος… Άλλο όμως γυναίκα κι άλλο εργάτρια στο εργοστάσιό μου

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: «Και με τις απολύσεις τι να κάνω αφεντικό;»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Έχε τις έτοιμες εσύ και τις κρατάμε γι’ αργότερα. Τσιμουδιά σε κανένα. Τώρα που το σκέφτομαι, μου ’ρχεται μια ιδέα που θα σπάσει κόκαλα. Για λέγε, πόσες γυναίκες δουλεύουν αυτή τη στιγμή στο εργοστάσιό μου;…

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: «Καμιά εκατονπενηνταριά…»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: «Τόσες πολλές;! Μωρέ, θα πάρουν πόδι κι ούτε θα το καταλάβουν. Άστο τώρα αυτό… Θέλω να μου παραγγείλεις για αύριο ένα φορτηγό λουλούδια. Τριαντάφυλλα. Αύριο το μεσημέρι (να ’χει τελειώσει η βάρδια, μην έχουμε κι άλλη χασούρα), θα μαζέψεις όλες αυτές τις σουσουράδες στην αίθουσα εκδηλώσεων και θα τους κάνουμε γιορτή για την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Θα τους δώσω τα λουλούδια προσωπικά! Μια κι έχω τον τίτλο του μεγάλου ευεργέτη των γερόντων, δε θα ’ταν άσχημα ν’ αποκτήσω και τον τίτλο του προστάτη των δικαιωμάτων των γυναικών. Ξέρεις τι έλεγε η μακαρίτισσα η βάβω μου;… Τις μύγες τις πιάνεις καλύτερα με το μέλι παρά με το ξύδι!»

ΡΟΥΦΙΑΝΑΚΟΣ: «Είστε απίστευτα πονηρός… (έντρομος που του ξέφυγε)… ήθελα να πω πονόψυχος! Είστε πολύ πονόψυχος κύριε!»

ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ: (αδιάφορα) «Μωρέ και πονηρός είμαι, κι αδίσταχτος, κι ό,τι άλλο θες… Σκασίλα μου για τη γνώμη του κόσμου. Με την αγιαστούρα περιουσίες δε γίνονται. Στα δικά μας τώρα… Παραδέχεσαι ότι η ιδέα μου είναι όλα τα λεφτά;… Χα, χα… Θα το καταπιούνε αμάσητο οι χαζές. Που είχαν το θράσος να φωνάζουν πέρσι έξω από τη δική μου πύλη «νόμος είναι το δίκιο της εργάτριας και του εργάτη»… Είσαστε γελασμένες πουλάκια μου. Στον κόσμο που ζούμε, «νόμος», και στα χαρτιά και στην πράξη, είναι το «δίκιο» του επιχειρηματία. Κι όσο περνάει απ’ το χέρι μου, θα κάνω τα πάντα για να μην αλλάξει αυτός ο κόσμος!»

ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ

Έχουν ρίξει τη διχόνοια και μας τρών’ οι δυνατοί

δούλος τους εσύ να μένεις κι αφεντάδες να `ναι αυτοί

Δούλοι και προσκυνημένοι βάρη άχρηστα της Γης

μαύρη μοίρα τους προσμένει σαν θα ενωθούμε εμείς

ΠΡΑΞΗ 3η

Ένα ντέρμπι και μία διαδήλωση

Βγαίνει κάποιος κρατώντας μια ταμπέλα που γράφει:

«Τρίτη Πράξη: Ένα ντέρμπι και μία διαδήλωση»

Σκηνικά: Τραπέζι με τηλέφωνο επάνω και καρέκλα δίπλα.

Σκηνή 1η

Το σπίτι του κυρίου Γιάννου και της κυρίας Γιάννας, του Γιαννάκη και της Γιαννούλας

(η κυρία Γιάννα μιλάει στο τηλέφωνο με την κυρία Μήτση)

ΓΙΑΝΝΑ: «Όπως σου τα λέω, Μήτση μου… Καμιά μας δεν περίμενε τέτοιες καλοσύνες από το γουρσούζη το Φαταούλα… Πάθαμε όλες την πλάκα μας όταν μας έδωσε τα τριαντάφυλλα. Και να δεις δημοσιότητα, και κάμερες, και κακό… Πρώτη φορά τον είδα να χαμογελάει το μούργο. Κι άμα χαμογελάει, ξέρεις, είναι ωραίος άντρας. Κομψός. Εμ, επιχειρηματίας βλέπεις… Πώς το είπες αυτό;… Να φοβάμαι τους εχθρούς που φέρνουν δώρα;… Μα τι λες τώρα Μήτση μου;… Όχι δα κι εχθρός μας ο Φαταούλας. Από το ίδιο εργοστάσιο τρώμε όλοι. Τι πράγμα;… Α, Μήτση, θα μαλώσουμε άσχημα, να είμαστε εξηγημένες. Τι εννοείς δηλαδή ‘εμείς κάνουμε όλη τη δουλειά κι αυτός μας δίνει μόνο ψίχουλα’;… Αυτά, Μήτση τα λένε οι χαραμοφάηδες. Λυπάμαι που θα στο πω, αλλά με κάτι τέτοια την έχασες κυρία μου τη δουλειά σου. Κι εγώ, να σου πω την αλήθεια, βρίζοντας ξεκίνησα για τη φάμπρικα το πρωί. Τελικά όμως υπάρχουν κι εργοδότες που αναγνωρίζουνε τα δικαιώματα της γυναίκας, έστω και καθυστερημένα!... (απευθύνεται στον κύριο Γιάννο, που μπαίνει φορώντας φακιόλι και ποδιά και κρατώντας ένα καλάθι πλυμένα ρούχα) Στο άλλο μπαλκόνι να τ’ απλώσεις. (ο ΓΙΑΝΝΟΣ βγαίνει κι η ΓΙΑΝΝΑ συνεχίζει τη συνδιάλεξη) Που λες, Μήτση μου, το πιο αστείο πράγμα που είδα σήμερα ήταν η φίλη μας η Πιπίτσα. Όταν της ευχήθηκα «Χρόνια Πολλά», δεν ήξερε καν ότι στις 8 του Μάρτη γιορτάζονται τα δικαιώματα της γυναίκας! Αλλά πώς να το ξέρει;… Αυτή δε βγαίνει από την κουζίνα της παρά μόνο για να συσκευάσει τα παλιογιαούρτια του Φαταούλα. Άσε που τρόμαξε να πείσει το τζαναμπέτη τον άντρα της πως ‘τ’ αφεντικό τρελάθηκε’ κι ότι εκείνο το τριαντάφυλλο δεν ήταν από κάποιον άλλον… Χα, χα, χα!»

ΓΙΑΝΝΟΣ: (ξαναμπαίνει) «Τις κάλτσες να τις πλύνω με τ’ άσπρα ή με τα χρωματιστά;»

ΓΙΑΝΝΑ: «Με τα χρωματιστά… (στο τηλέφωνο) Έτσι που λες Μήτση μου…. Δοξάζω το θεό που ο δικός μου άντρας δεν είναι σαν τον Πίπη ή σαν κάτι άλλους που ξέρω. Και βέβαια βοηθάει. Κατεβάζει τα σκουπίδια, βάζει κανένα πλυντήριο… έχει τύχει ακόμα και να μαγειρέψει! Σήμερα όμως είναι ξεχωριστή μέρα. Έχω και παραπάνω δικαιώματα, τι νομίζεις;… Πρώτα-πρώτα Μήτση μου, έχω το ‘δικαίωμα’ ενός ολονύχτιου γλεντιού. Ναι, ναι… ‘Μόνο για γυναίκες’! Θες και το καλύτερο;… Κρατήσου! Κάθε τέτοια μέρα, για ένα εικοσιτετράωρο, όλες τις δουλειές τις κάνει ο Γιάννος. Όταν λέω όλες, εννοώ όλες! Από το ξεσκόνισμα ως το διάβασμα των παιδιών. Να σου πω όμως, αφού εσύ δε θα βγεις για ξεφάντωμα, να σου φέρω τη Γιαννούλα;… Ο Γιαννάκης με τον πατέρα του θα δουν το ντέρμπι στην τηλεόραση κι η μικρή βαριέται μαζί τους. Όλο γκρίνια είναι. Λοιπόν;… Θα μου την κρατήσεις;… Α, δεν κατάλαβα ότι θα βγείτε κι εσείς. Τι;… Δε σε πειράζει;… Εντάξει τότε. Πού είπες πως θα πάτε;… Δε σ’ άκουσα... Πάλι διακοπές κάνει το τηλέφωνο. Άμα όμως δε σας νοιάζει εσάς να σέρνετε μαζί σας τρία παιδιά, εγώ πρόβλημα δεν έχω… Στη φέρνω σε λίγο και τρέχω να ετοιμαστώ!»

ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ

Ό,τι κι αν κάνετε/ ποτέ αρκετό δε θα ‘ναι.

Η κατάστασή σας είναι άσκημη/ κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.

Σκηνή 2η

Το σπίτι του κυρίου Πίπη και της κυρίας Πιπίτσας, του Σπυράκου και της Σπυριδούλας

(η κυρία Πιπίτσα μιλάει στο τηλέφωνο με την κυρία Γιάννα)

ΠΙΠΙΤΣΑ: «Άκου Γιάννα μου, συγγνώμη κιόλας που σε παίρνω τηλέφωνο… Να σου στείλω την κόρη μου, να καθίσει λίγο με τη Γιαννούλα;… Ο άντρας μου κι ο γιος μου έχουν εισιτήρια για το ντέρμπι και θα πάνε γήπεδο. Είναι μοναδική ευκαιρία για μένα να ξεκουραστώ λιγάκι. Α, τι κρίμα… Πού να το φανταστώ. Μπα!... Πώς να της τηλεφωνήσω της Μήτσης;! Ένα χρόνο έχω να της μιλήσω, τις ξέρεις τις παραξενιές του Πίπη. Θα της μιλήσεις εσύ;… Κάνε μου αυτή τη χάρη και θα σου είμαι υπόχρεη. Λες να δεχτεί και τη Σπυριδούλα;… Μακάρι. Θα βγουν, είπες με το Μήτσο;… Και θα κουβαλάνε και τέσσερα παιδιά;!... Χαρά στο κουράγιο τους. Τους ντρέπομαι πολύ Γιάννα μου. Μα να δουλεύει ο Μήτσος με τον δικό μου στην ίδια φάμπρικα κι ούτε να μιλιούνται… Αστειεύεσαι;… Πώς να τολμήσω να του πω εγώ του Πίπη κουβέντα;… Όχι, όχι… Ο άντρας της Μήτσης δεν έχει πρόβλημα. Ο προκομμένος μου είναι που δεν θέλει ούτε ν’ ακούσει, επειδή ο Μήτσος ανακατεύεται με τα σωματεία. Και, τον τελευταίο χρόνο, από τότε που απολύθηκε δηλαδή, μπερδεύεται στα συνδικαλιστικά κι η γυναίκα του… Τέλος πάντων. Σινεμά πάνε, είπες;… Α, δεν είσαι σίγουρη. Εγώ;… Εγώ θα κάνω την ‘επανάστασή’ μου Γιάννα μου! Ποια επανάσταση; Να, θα κάτσω να δω καμιά αισθηματική ταινία στην τηλεόραση. Λίγο να ξεγελαστώ… Λοιπόν;… Τι θα γίνει με τη Μήτση; Θα με πάρεις στο τηλέφωνο να μου πεις;…»

ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ

Σαν την καρακάξα που άλλο δεν μπορεί πια τα μικρά της να ταΐζει

ανίσχυρη μπροστά στη χιονοθύελλα του χειμώνα

και δε βλέπει διέξοδο καμιά και στο μοιρολόι το ρίχνει

έτσι και συ δε βλέπεις διέξοδο καμιά κι αρχινάς το μοιρολόι.

Στο τέλος της 2ης σκηνής, το τραπέζι και οι καρέκλες σπρώχνονται στο βάθος ώστε το προσκήνιο να μείνει άδειο

Σκηνή 3η

(Αρχικά η κυρία Μήτση μόνη της)

ΜΗΤΣΗ: (στο κοινό) Έτσι έγινε και βρέθηκαν η Σπυριδούλα κι η Γιαννούλα, μαζί με τη Μιμίκα και το Μιμάκη, στη διαδήλωση εκείνης της μέρας για τα δικαιώματα της γυναίκας στη δουλειά, στη μόρφωση, στην υγεία και στην ισοτιμία. Δικαιώματα που δεν έχουν κατακτηθεί ακόμα και δικαιώματα που πρέπει να τα ξαναπάρουμε πίσω…

(ακούγοντας τα ονόματά τους, τα τέσσερα παιδιά μπαίνουν στη σκηνή και πλησιάζουν σιγά-σιγά τη ΜΗΤΣΗ) Στη διαδήλωση αυτή τα παιδιά έλυσαν μερικές απορίες τους και τους γεννήθηκαν άλλες τόσες. Είδαν εκεί κόσμο από τη γειτονιά τους, παιδιά από το σχολείο τους κι ανθρώπους, γυναίκες και άντρες, που ήταν συνάδελφοι των μπαμπάδων και των μαμάδων τους, στο εργοστάσιο του Φαταούλα κι αλλού. (πλησιάζουν σιγά-σιγά άντρες και γυναίκες με σημαίες και με πανό που γράφουν: ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΘΕΛΟΥΝ ΣΤΑΘΕΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ, ΟΧΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΛΑΒΙΑ και 8 ΜΑΡΤΗ, ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΓΩΝΑ, ΘΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΑΙΩΝΑ!) Άνεργους και απολυμένους. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, είχαν όμως κάτι κοινό. Δε δέχονταν να παίρνουν τα πράγματα όπως έρχονται κι ήταν αποφασισμένοι να καλυτερέψουνε τη ζωή τους. Ήξεραν επίσης ότι, για να το πετύχουν αυτό, δεν έπρεπε και δεν μπορούσαν να είναι μόνοι τους, αλλά να προσπαθήσουν μαζί»

(Πλησιάζουν ο κύριος Πίπης με το Σπυράκο και η κυρία Πιπίτσα)

ΠΙΠΗΣ: (στο κοινό) «Αν θέλετε να μάθετε κάτι και για το ντέρμπι, που παίχτηκε τη μέρα της γιορτής, σας λέω πως εξελίχτηκε εντελώς επεισοδιακά. Το ματς τελείωσε με ισοπαλία και κρίθηκε στα πέναλτι. Όπως καταλαβαίνετε, παρά τα μέτρα της αστυνομίας, έπεσε πολύ ξύλο (ο ΠΙΠΗΣ έχει σχισμένο πουκάμισο και ο ΣΠΥΡΑΚΟΣ μαυρισμένο μάτι)

ΣΠΥΡΑΚΟΣ: (στο κοινό) «Κι έχασε κι η ομάδα μας… Ούτε συζήτηση ότι έφταιγε ο διαιτητής… Είχε ακυρώσει, ο ξεφτίλας, ολοκάθαρο γκολ ένα δευτερόλεπτο πριν τη λήξη!»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (στο κοινό) «Η Σπυριδούλα, ευτυχώς, πρόλαβε να γυρίσει σπίτι πριν επιστρέψουνε οι άλλοι δύο...»

ΜΗΤΣΗ: (στο κοινό) «Στη διαδήλωση, σε αντίθεση με το γήπεδο, δε σημειώθηκαν επεισόδια και δεν άνοιξε ρουθούνι. Η τηλεόραση δεν έδειξε τίποτε από τη συγκέντρωση που έγινε για να τιμηθεί η Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Το ενδιαφέρον των ρεπόρτερ μονοπώλησαν η συμπλοκή των ‘φιλάθλων’ στο ντέρμπι και… ο καινούργιος τίτλος του Φαταούλα ως ‘υποστηριχτή των δικαιωμάτων των γυναικών’! Όσο για τη μικρή ‘επανάσταση’ της φίλης μου της Πιπίτσας… άρχισε και τέλειωσε μάλλον άδοξα, μέσα σε σωρούς ρούχων ασιδέρωτων και σε αποφάγια που κολυμπούσαν στην άπλυτη και καμένη της κατσαρόλα»

ΠΙΠΙΤΣΑ: (στο κοινό) «Και να φανταστεί κανείς ότι, όταν είδα τον εαυτό μου στην τηλεόραση ν’ ακούει μαζί με τις άλλες τον δεκάρικο λόγο του βιομήχανου ‘για τα δικαιώματα της γυναίκας’, πήγα να τρελαθώ από τη χαρά μου με κείνη την ανέλπιστη δημοσιότητα. Αυτό που δεν είδα να έρχεται ήταν η απόλυση… Όταν, σε καμιά βδομάδα, παρέλαβα το χαρτί, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Το μόνο πράγμα που κατάφερα να σκεφτώ ήταν ότι, δε μπορεί, θα έγινε λάθος. Εγώ ποτέ δεν είχα παραπονεθεί, ποτέ δεν είχα διαμαρτυρηθεί, ποτέ δεν είχα απεργήσει…»

(πλησιάζουν ο κύριος ΓΙΑΝΝΟΣ, η κυρία ΓΙΑΝΝΑ, ο ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ και η ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ)

ΓΙΑΝΝΟΣ: (στο κοινό) «Εγώ, πάλι, τα πέρασα φίνα. Καλύτερα απ’ όλους μη σας πω… Η ομάδα μου κέρδισε, έστω και στα πέναλτι, κι απόλαυσα το ματς παρέα με το γιόκα μου (αγκαλιάζει το ΓΙΑΝΝΑΚΗ που δείχνει ευχαριστημένος), χωρίς να ταλαιπωρηθώ και χωρίς να δαρθώ με κανένα»

ΓΙΑΝΝΑ: (στο κοινό) «Γυρνώντας το χάραμα, τους βρήκα αποκοιμισμένους στον καναπέ και με την τηλεόραση ανοιχτή, μέσα σ’ ένα σωρό φυστικότσουφλα που, φυσικά, δεν είχαν κάνει τον κόπο να μαζέψουν… Όσο για μένα, πλήρωσα ακριβά το γλέντι του Μεγάλου Ξεφαντώματος. Πριν προλάβει να μου περάσει ο πονοκέφαλος από το ξενύχτι, ήρθε το χαρτί του Φαταούλα και με αποτελείωσε…»

ΜΗΤΣΗ: (στο κοινό) «Δέκα μέρες μετά, η Γιάννα έτρεχε στο σωματείο για βοήθεια… Μέχρι τότε, βέβαια, δεν ήθελε ούτε να το ξέρει το σωματείο… Κι επειδή ξαφνικά θυμήθηκε πως είχα περάσει κι εγώ τα ίδια, ήρθε να με ρωτήσει τι να κάνει για να προστατευτεί από τις καλοσύνες του Φαταούλα, που νόμιζε ότι του ’ρθε η επιφοίτηση κι αναγνώρισε για δικό μας καλό τα δικαιώματα της γυναίκας…»

ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ

Δεν πάει έτσι άλλο πια/ αλλά η διέξοδος ποια είναι;…

(Στο προσκήνιο, μπροστά από τους άλλους, ο ΜΗΤΣΟΣ, η ΜΗΤΣΗ και οι διαδηλωτές με τις σημαίες και τα πανό)

ΜΗΤΣΟΣ: (στο κοινό) «Ξέρουμε ότι έχουμε κάμποση δουλειά μπροστά μας…»

ΜΗΤΣΗ: (στο κοινό) «Ξέρουμε ακόμη ότι ‘το δίκιο του εργάτη και της εργάτριας’ δε θα γίνει νόμος όσο υπάρχουν άνθρωποι που στηρίζουν τους εκμεταλλευτές τους. Οι Φαταούλες κι οι Φαγάνες έχουν προς το παρόν το πάνω χέρι στον κόσμο που ζούμε. Ευτυχώς, όμως, υπάρχουμε κι εμείς –και δεν είμαστε λίγοι– που θα κάνουμε τα πάντα για να τον αλλάξουμε!»

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

(ΑΥΛΑΙΑ)

8 Μάρτη - Ιστορικά στοιχεία

Η πρώτη γυναικεία απεργία έγινε στην Αγγλική πόλη Ουόρτσεστερ το 1804 από τις εργάτριες που κατασκεύαζαν γάντια. Το 1831 τις ακολούθησαν οι Γαλλίδες καπελούδες.

Στις ΗΠΑ, η πρώτη αποκλειστικά γυναικεία απεργία έγινε το 1820 στο New England, στις βιοτεχνίες ενδυμάτων, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες δουλειάς, αξιοπρεπείς μισθούς και μικρότερα ωράρια. Η δε απεργία των υφαντριών στο Ντόβερ, το 1828, είχε επιτυχία 100% (και μια εφημερίδα κάλεσε την κυβέρνηση να ενεργοποιήσει την πολιτοφυλακή, για να προλάβει την επιβολή… γυναικοκρατίας!). Το 1834 και το 1836 ακολούθησαν δύο ακόμη μεγάλες απεργίες από τις βαμβακεργάτριες της βιομηχανίας Lowell στη Μασαχουσέτη. Ειδικά το 1836, η απεργία κατατρόμαξε τις αρχές (που νόμιζαν ότι επρόκειτο για λαϊκή επανάσταση!).

Το 1844, οι εργάτριες της συγκεκριμένης βαμβακοβιομηχανίας ίδρυσαν το πρώτο γυναικείο εργατικό σωματείο. Η έντονη δραστηριότητά του είχε σαν αποτέλεσμα τις πρώτες μεταρρυθμίσεις στις συνθήκες εργασίας στην κλωστοϋφαντουργία. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημιουργήθηκαν σωματεία στους κλάδους των καπνεργατριών, των ραφτρών, των τυπογράφων, των μοδιστρών και των εργαζόμενων σε πλυντήρια.

Το 1900 οι εργαζόμενες στις βιομηχανίες ενδυμάτων συγκρότησαν μερικά από τα πιο σημαντικά σωματεία στην ιστορία των ΗΠΑ. Οι συνθήκες εργασίας στα κέντρα του εμπορίου ενδυμάτων στις μεγάλες πόλεις, όπως η Ν. Υόρκη, ήταν εκείνη την εποχή σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Υπήρχαν συχνά πυρκαγιές, το φως ήταν ανεπαρκές, ο ήχος των μηχανημάτων εκκωφαντικός και το περιβάλλον μολυσμένο. Οι γυναίκες δέχονταν πρόστιμα για οτιδήποτε βάζει ο νους. Επειδή μιλούσαν, επειδή γελούσαν ή τραγουδούσαν, για τους λεκέδες από τα λάδια των μηχανών πάνω στα υφάσματα, για τις ραφές που ήταν πολύ στενές ή πολύ χαλαρές. Οι υπερωρίες ήταν συχνές, αλλά η πληρωμή γι’ αυτές όχι.

Στις 8 Μαρτίου 1857, οι εργαζόμενες στις βιοτεχνίες ενδυμάτων της Ν. Υόρκης διοργάνωσαν πορείες με πικετοφορία, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, ωράριο 10 ωρών και ισότιμα δικαιώματα για τις γυναίκες. Το συγκεντρωμένο πλήθος δέχτηκε επίθεση από την αστυνομία.

Το Φλεβάρη του 1910 έγινε μια μεγάλη και μακροχρόνια απεργιακή κινητοποίηση, στην οποία πήραν μέρος πάνω από 20000 εργάτριες. Για 13 βδομάδες, μέσα στο καταχείμωνο, γυναίκες μεταξύ 16 και 25 ετών διοργάνωσαν και συμμετείχαν σε πικετοφορίες σε καθημερινή βάση. Σε αυτές δέχονταν την επίθεση των αστυνομικών οι οποίοι τις ξυλοκοπούσαν και τις φόρτωναν σε κλούβες. Τα δικαστήρια ήταν προκατειλημμένα υπέρ των ιδιοκτητών. Ένας δικαστής δοκίμασε να αναμείξει τη θρησκεία, που έχει αποδειχθεί ένα από τα πάγια και πιο αποτελεσματικά όπλα κάθε εκμεταλλευτικού συστήματος: «Απεργείτε εναντίον του θεού και της φύσης, της οποίας ο πρώτος νόμος λέει ότι ο άνθρωπος κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα και τον κόπο του. Απεργείτε εναντίον του θεού!»… Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Μπέρναρντ Σο σχολιάζει: «Θαυμάσια! Η μεσαιωνική Αμερική βρίσκεται πάντα σε στενές προσωπικές σχέσεις με τον παντοδύναμο!» Ωστόσο, η απεργία δεν διαλύθηκε παρά μόνο όταν έγιναν συμβιβασμοί στις περισσότερες επιχειρήσεις. Ο ενθουσιασμός και το πείσμα των γυναικών υπήρξαν πρωτοφανείς.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 25 Μαρτίου του 1911, ξέσπασε η περίφημη φωτιά του Τριγώνου. Παγιδεύοντας γυναίκες στους ψηλότερους ορόφους μιας μεγάλης βιομηχανίας (οι έξοδοι κινδύνου είχαν σφραγιστεί από την εξωτερική πλευρά για να εμποδίζουν τους εργάτες να το σκάνε), η πυρκαγιά κόστισε τη ζωή 146 ανθρώπων. Ανάμεσά τους πολλές ήταν οι γυναίκες, ηλικίας μεταξύ 13 και 25 ετών, οι οποίες πρόσφατα είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ.

Το Μάρτιο του 1912 έγινε μια μεγαλειώδης πορεία στη Ν. Υόρκη. 23000 γυναίκες, εργάτριες στις κλωστοϋφαντουργίες της Ν. Υόρκης διαδήλωσαν και πάλι, απαιτώντας 10ωρη βάρδια, καλύτερες συνθήκες εργασίας, ίσο μισθό με τους άντρες, την κατάργηση της παιδικής εργασίας και το δικαίωμα ψήφου. Το σύνθημά τους ήταν «Ψωμί και Τριαντάφυλλα».

Αλλά το 1910, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Δεύτερης Διεθνούς Συνδιάσκεψης Σοσιαλιστριών γυναικών (Κοπεγχάγη), η επαναστάτρια και αγωνίστρια του παγκόσμιου εργατικού κινήματος Κλάρα Τσέτκιν είχε ήδη προτείνει να καθιερωθεί η 8η Μάρτη ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, ώστε να τιμηθούν οι δυο προηγούμενες ιστορικές διαδηλώσεις των ΗΠΑ. Να αφιερωθεί στις εργαζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου και στον αγώνα για το δικαίωμα ψήφου που, ακόμη, δεν είχε καταχτηθεί.

Ακολούθησαν πολλές διαδηλώσεις γυναικών στις 8 του Μάρτη (στη Γερμανία και τη Γαλλία το 1914, στην προεπαναστατική Ρωσία το 1917), διεκδικητικές και τιμητικές ταυτόχρονα.

Το 1977 ο ΟΗΕ καλεί κάθε χώρα να αφιερώνει αυτή την ημέρα στα δικαιώματα των γυναικών.

Στην Ελλάδα, η πρώτη απεργία εργατριών έγινε στις 13 Απριλίου του 1892, από τις υφάντριες του δεύτερου εργοστασίου υφαντουργίας των Αδελφών Ρετσίνα, στον Πειραιά. Εκείνη τη χρονιά, η συγκεκριμένη υφαντουργία αποφασίζει να μειώσει την αμοιβή που κατέβαλλε στις εργάτριες, από 80 σε 65 λεπτά το τόπι υφάσματος (μείωση στο μεροκάματο κατά 20%).

Είναι η χρονιά που οι Αδελφοί Ρετσίνα, εκ Πελοποννήσου καταγόμενοι, αποκτούν και το πέμπτο εργοστάσιό τους, απασχολούν δε συνολικά 2000 εργάτες κι εργάτριες. Παράγουν βαμβακερά υφάσματα, γνωστά και ως ‘ρετσίνες’. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υφαντουργία τους ήταν εκείνη την εποχή η σημαντικότερη των Βαλκανίων. Επιπλέον, ο Θεόδωρος Ρετσίνας ήταν τότε δήμαρχος Πειραιά, ενώ ένας αδελφός του θα εκλεγεί βουλευτής Αττικής στις εκλογές της 3ης του Μάη.

Με την κοινοποίηση της απόφασης, 60 (ή και περισσότερες) εργάτριες αρνούνται να δουλέψουν και, διασχίζοντας σε πορεία τους δρόμους του Πειραιά, πηγαίνουν στη διεύθυνση του εργοστασίου να διαμαρτυρηθούν.

Αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, οι εργαζόμενες γυναίκες στη χώρα μας πάλευαν από πολύ νωρίς ενάντια στους εργοδότες, όχι απλά συμπληρωματικά στο πλευρό των εργατών, αλλά και αυτόνομα. Σε μια εποχή που η γυναίκα θεωρούνταν ετερόφωτη ακόμα προσωπικότητα και πάντα εξαρτημένη από έναν άντρα, χωρίς δική της άποψη και θέληση, άρα αυτονόητα υποταγμένη και στον άντρα και στον εργοδότη, οι πρώτες εκείνες προσπάθειες αντίστασης αποδεικνύουν τη δυναμική της εργαζόμενης, ανατρέποντας τα ως τότε δεδομένα.

Σχετικά με το γεγονός, ο τύπος τότε τήρησε σιωπή. Η Τρικουπική «Εφημερίς» του Κορομηλά μόλις που αναφέρει την απεργία στις «μικρές ειδήσεις», υποβαθμίζοντας και στηλιτεύοντάς τη. Αν λάβουμε υπόψη ότι γύρω στο 1900, το δεύτερο εργοστάσιο των Αδελφών Ρετσίνα (εκτός από 50 εργάτες και 10 υπαλλήλους) απασχολούσε 200 εργάτριες, το ποσοστό που απέργησε υπολογίζεται περίπου στο 30%. Δε συνέφερε να γίνουν παραδείγματα προς μίμηση. Αντίθετα, έπρεπε να διατηρηθεί το «διαίρει και βασίλευε» ανάμεσα στις γυναίκες (που πληρώνονταν λιγότερα) και στους άντρες εργάτες. Με ανύπαρκτη ακόμα την εργατική νομοθεσία και, στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού, οι εργάτες δούλευαν εξαντλητικά. Σε ισχύ βρισκόταν η ατομική συμφωνία μεταξύ εργάτη και εργοδότη που μόνος του καθόριζε τον χρόνο δουλειάς, την πρόσληψη και απόλυση των εργατών, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης. Ωστόσο, η «Εφημερίς των Κυριών» της Καλλιρόης Παρέν (που εκδίδεται από το 1887), υπερασπίζεται τις γυναίκες απεργούς: «Φρονούμεν ότι έδει να αυξηθή το ημερομίσθιον των πτωχών εργατίδων, αίτινες δι’ όλης της ημέρας εργαζόμεναι, μόλις πορίζονται τον επιούσιον άρτον, πλουτίζουσαι ολονέν δια του ιδρώτος αυτών τα βαλάντια των εργοστασιαρχών».

Στη συνέχεια, οι γυναίκες της εργατικής τάξης έλαβαν μέρος σε πολλές κινητοποιήσεις, δίνοντας και θύματα στον αγώνα για την κατάκτηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων που ήταν το πρώτο ουσιαστικό βήμα για τη χειραφέτηση και την ισοτιμία τους.

Από το 1924 αρχίζουν οι αγώνες των καπνεργατών. Οι συνθήκες εργασίας είναι άσχημες, τα μεροκάματα μικρά, η εφεύρεση των μηχανών και η εφαρμογή τους φέρνουν ανεργία. Τη χρονιά εκείνη (1924) σκοτώνεται η καπνεργάτρια Μαρία Χουσιάδου, στην απεργία της Καβάλας. Αλλά το 1926, οι καπνεργάτες πραγματικά αναστατώνονται. Αρχίζουν οι κινητοποιήσεις. Κατεβαίνουν σε συλλαλητήρια.

Στην απεργία του εργοστασίου «Παπαστράτος» στο Αγρίνιο, η Βασιλική Γεωργαντζέλη (Μικρασιάτισσα που είχε εγκατασταθεί εκεί από το 1923) συμμετέχει στην ομάδα των εργατών που φρουρούν την απεργία και τις συγκεντρώσεις των απεργών.

Στις 8 Αυγούστου 1926 οι γυναίκες συμπορεύονται με τους άντρες. Ανάμεσά τους και η Βασιλική. Είναι νέα, 28 με 30 χρονών. Έχει ήδη δύο παιδιά (τον Γεράσιμο, 9 ετών και την Παρασκευή ή Βούλα, 5) και είναι έγκυος 6 μηνών. Αγωνίζεται για να εξασφαλίσει ένα πιο αισιόδοξο μέλλον στα παιδιά της. Παλεύει για καλύτερο μεροκάματο και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Η πορεία συναντά την αντίσταση των αστυνομικών κάπου στις βενζίνες του Πολυχρόνη, κοντά στο πάρκο. Εκτελούν διαταγή. Οι σφαίρες πέφτουν βροχή, βαρούν στο ψαχνό. Στην τύχη, ίσως, σημαδεύουν τη μητέρα με το έμβρυο στην κοιλιά. Την ίδια μέρα σκοτώθηκε κι ο Θεμιστοκλής Καραμιχάλης. Η κηδεία των θυμάτων πήρε τη μορφή συλλαλητηρίου όπου συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τελικά, πολλά από τα αιτήματα των καπνεργατών βρήκαν τη λύση τους (600 δρχ ενίσχυση στους ανέργους, αύξηση του μεροκάματου κατά 25 δρχ, καθιέρωση του Ταμείου Ασφάλισης Καπνεργατών).

Το 1927 σκοτώνεται η καπνεργάτρια Κωνσταντέλλη, επίσης από το Αγρίνιο. Αλλά και η Αναστασία Καρανικόλα, στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης (9 του Μάη 1936).

Ο 19ος αιώνας συνδέεται στενά και άμεσα με την παιδική εργασία, αγοριών και κοριτσιών, αδιάκριτα. Σε Ευρώπη και Αμερική, οι ανήλικοι που απασχολούνταν σε εργοστάσια, ορυχεία, αλλά και κάθε δουλειά που μπορούσε να βγάλει σε πέρας η ιδιομορφία της μικρής ακόμα ανάπτυξης τους, (η οποία συχνά ήταν προτέρημα!) δεν διαχωρίζονταν από τους ενήλικους «συναδέλφους» τους, παρά μόνο στο μεροκάματο. Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία έδωσε, ωστόσο, στην έννοια της παιδικής εργασίας μια εντελώς καινούργια διάσταση. Η Μαρξιστική αντίληψη για την εκμετάλλευση αποκάλυψε το μέγεθος του εγκλήματος που συντελούνταν σε βάρος των παιδιών των εργατών, από τη νηπιακή κιόλας ηλικία.

Παιδιά από 4 ετών δούλευαν στα εργοστάσια, κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες, αναγκαστικά, αφού πολλές φορές ήταν ορφανά.

Για τις συνθήκες και τον τρόπο συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά, ο Τζον Άλετ δηλώνει χαρακτηριστικά στον Μάικλ Σάντλερ πως «θα προτιμούσε να βλέπει τα παιδιά να πεθαίνουν απ’ την πείνα, παρά να τους συμπεριφέρονται με τον συγκεκριμένο τρόπο. Ο Τσαρλς Αμπερντίν δηλώνει πως η αύξηση της εργασίας μειώνει κατά 1/10 τη ζωή των παιδιών και πως το όριο ζωής τους δεν ξεπερνά τα 40 χρόνια.

Ο Στέφεν Μπίνις αναφέρει πως στα υφαντουργεία η θερμοκρασία του αέρα έφτανε τους 80ο C, του νερού 110-120ο C και τα παιδιά υπέφεραν, καθώς έβρεχαν συνέχεια τα χέρια τους με το καυτό νερό. Τα παράθυρα έμεναν κλειστά και κινδύνευαν να πεθάνουν από την αλλαγή της θερμοκρασίας, όταν έβγαιναν στο κρύο. Κοιμόντουσαν 3 σε 1 κρεβάτι, παρόλο που τους υπόσχονταν καλύτερη ζωή.

Ο Τζον Μπίρλεϊ θυμάται τη μέρα που τον πήραν να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο, γυναίκες να κλαίνε και μια να φωνάζει ότι θα ξέφευγε απ’ τη θέση του. Ένα άλλο παιδί, ο Ρόμπερτ Μπλίνικ απέκτησε σοβαρό πρόβλημα στο γόνατο, ζώντας την όμορφη ζωή που του υποσχέθηκαν.

Τα παιδιά έκαναν συνήθως δουλειά σε κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες. Εκεί, η δουλειά που έκαναν τα μικρότερα, 6-7 χρονών, ήταν αυτή των «σκουπιδιάρηδων». Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να μαζεύουν το μαλλί που είχε πέσει στο πάτωμα του εργοστασίου. Περιλάμβανε όμως και το σύρσιμο κάτω από τις μηχανές που δούλευαν, με πολύ συχνά τα ατυχήματα. Φυσικά, απαγορευόταν να κάτσουν τα παιδιά κάτω ή να ξεκουραστούν. Μια άλλη σημαντική δυσκολία ήταν ο τρόμος που ένιωθαν τα παιδιά, ακούγοντας και μόνο το μηχάνημα πάνω από τα κεφάλια τους, η σκόνη που υπήρχε μέσα στα εργοστάσια και τα έπνιγε και ένας δυνατός πόνος στη μέση από τη σκυφτή στάση που έπρεπε να έχουν διαρκώς. Πάντα όμως ακουγόταν και η αντίθετη άποψη των εργοστασιαρχών. Σύμφωνα με αυτούς, η δουλειά που είχαν να κάνουν τα μικρά παιδιά ήταν πανεύκολη, αφού απλά περπατούν και, όποτε θέλουν, μπορούν να καθίσουν!…

Σε όλες αυτές τις ώρες δουλειάς, δεν υπήρχε καμιά ευκαιρία ξεκούρασης. Όποιος τολμούσε να καθίσει, το πλήρωνε στην κυριολεξία με αίμα. Ο Στέφεν Μπίνις, ο οποίος έγινε επιτηρητής, δηλώνει ότι τα παιδιά, για να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, τρώνε συνέχεια ξύλο και πως, κάθε φορά που υπάρχει κάποιο αντικείμενο στο οποίο μπορούν να ξεκουραστούν, διατάζει να εξαφανιστεί. Ο Τζον Μπίρλεϊ θυμάται μια φορά που ο γιος ενός τεχνίτη τον χτυπούσε μέχρι που τρόμαξε. Ο λόγος της τρομάρας του νταή νεαρού ήταν ότι ο Τζον λιποθύμησε από τον πόνο και ο δράστης νόμιζε πως τον είχε σκοτώσει. Υπήρχαν όμως κι επιτηρητές που λυπούνταν τα παιδιά. Ο Ρόμπερτ Μπλίνκε αναφέρει πως υπήρχε κάποιος που δεν άντεχε τις φωνές των παιδιών και το αίμα που έσταζε από το ξύλινο ταβάνι και έκανε παρατηρήσεις στους επιτηρητές. Όταν όμως η βάρδια του τελείωνε, οι υπόλοιποι τσάκιζαν τα παιδιά…

Οι τιμωρίες που δέχονταν τα παιδιά, ακόμα και γι’ ασήμαντες αφορμές, ήταν πάρα πολύ σκληρές και, συνήθως, επιβάλλονταν από τους επιτηρητές. Τα παιδιά τους φοβούνταν και τους μισούσαν γι’ αυτά που έκαναν. Οι τιμωρίες μπορεί να ήταν μαστίγωμα ή άγριο γρονθοκόπημα, αρκετές φορές μέχρι θανάτου! Οι προφάσεις που έβρισκαν για να τιμωρήσουν ήταν η παραμικρή καθυστέρηση των παιδιών στη δουλειά ή και η «ανικανότητά» τους να επιτελέσουν κάποια εργασία, ανεξάρτητα από το βαθμό δυσκολίας της. Ακόμη, αν υπήρχε η οποιαδήποτε υποψία ότι κάποιος εργάτης, μεγάλα κορίτσια κυρίως (17-18 χρονών), μπορεί να το έσκαγε, έδεναν στα πόδια του σίδερα με τα οποία έπρεπε να κυκλοφορεί συνέχεια. Αυτά τα σίδερα δένονταν γύρω από τους αστραγάλους και τους γοφούς και συνδέονταν μεταξύ τους. Έτσι, τα κορίτσια έπρεπε να φορούν λιγότερα ρούχα, ακόμη και το βαρύ χειμώνα. Φυσικά, και σε αυτή την περίπτωση, υπήρχαν κάποιοι που υποστήριζαν ότι αυτά ήταν οι εξαιρέσεις και όχι ο κανόνας.

Τα ατυχήματα ήταν επίσης πάρα πολλά. Προς το τέλος της μέρας, τα παιδιά ήταν κουρασμένα και πολύ λιγότερο προσεκτικά. Ο Τζον Άλετ ήταν αυτόπτης μάρτυς ενός ατυχήματος: ένα νυσταγμένο παιδί ετοίμαζε το μαλλί για τη μηχανή παραγωγής υφάσματος. Ένα λουρί όμως τον τράβηξε και τον έσυρε στη μηχανή. Το παιδί διαμελίστηκε.

Ένα κορίτσι με το όνομα Μέρι Ρίτσαρντς, πάρα πολύ όμορφο, έφυγε από το φτωχοκομείο σε ηλικία 10 ετών για να δουλέψει σε εργοστάσιο. Το ατύχημα έγινε ένα απόγευμα, όταν η ποδιά της πιάστηκε στο κοντάρι της μηχανής. Σε μια στιγμή, το κορίτσι σύρθηκε με ακαταμάχητη δύναμη και βρόντηξε στο πάτωμα. Όλοι άκουσαν τις κραυγές της. Ο Μπλίνκε έτρεξε προς το μέρος της, κατατρομαγμένος από τη σκηνή, ανίκανος ωστόσο να κάνει το παραμικρό. Την είδε να στροβιλίζεται μαζί με το κοντάρι. Άκουγε τα κόκαλά της να σπάνε καθώς το μηχάνημα, στροβιλίζοντάς την, την τράβαγε μέσα όλο και πιο βίαια. Το αίμα της σκορπιζόταν πάνω στα τελάρα, έρεε στο πάτωμα. Το κεφάλι της έγινε χίλια κομμάτια. Τέλος, το κατακρεουργημένο σώμα της συνθλίφτηκε τόσο γρήγορα ανάμεσα στο κοντάρι και το πάτωμα, που το νερό χαμήλωσε και οι τροχοί σταμάτησαν. Τότε σταμάτησε και το κεντρικό κοντάρι. Όταν το σώμα της απαγκιστρώθηκε, κανένα κόκαλό της δε βρέθηκε στη θέση του.

Η ζωή στα εργοστάσια ήταν πολύ δύσκολη για τα παιδιά. Σκληρή δουλειά, κακή τροφή, τιμωρίες, ατυχήματα, αναπηρίες, αρρώστιες, θάνατος. Ο Σάμουελ Φίλντεν που, σε ηλικία 8 χρονών, δούλευε σε εργοστάσιο βαμβακιού έγραψε στην αυτοβιογραφία του: «αν ο διάβολος είχε ένα συγκεκριμένο εχθρό, κι ήθελε να τον βασανίσει ανελέητα, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει είναι να πάρει την ψυχή του και να τη βάλει μέσα σε ένα εργαζόμενο παιδί στα εργοστάσια. Και να τον κρατήσει εκεί μέχρι το τέλος του!»

Αναφορά της Επιτροπής Ορυχείων του Λόρδου Άσλεϊ (1842)

Από τα Πρακτικά του Κοινοβουλίου

Πηγαίνω στο ορυχείο γύρω στις 4 η ώρα (μερικές φορές κατά τις 3.30 το πρωί) και φεύγω στις 5.30 το απόγευμα. Όταν έχει φως τραγουδάω, ποτέ όμως μέσα στο σκοτάδι. Τότε δεν τολμώ να τραγουδήσω. Δεν αγαπώ τις γαλαρίες… Πολλές φορές έχω ακούσει να μιλούν για το Χριστό. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ήρθε στη γη, ούτε γιατί πέθανε. Αλλά αυτός έβρισκε κανένα λιθαράκι για να ακουμπάει το κεφάλι του. Πόσο θα ’θελα, αντί για τις γαλαρίες, να πήγαινα στο σχολείο…

Σάρα Γκούντερ, 8 ετών

Κατεβαίνω στη γαλαρία στις 7 το πρωί και βγαίνω κατά τις 6 το απόγευμα, μερικές φορές κατά τις 7. Δουλεύω πάντα χωρίς κάλτσες, χωρίς παπούτσια, χωρίς φόρμα. Μόνο το μισοφόρι μου φοράω. Δουλεύω μαζί με τους άντρες. Εκείνοι είναι ολόγυμνοι. Στην αρχή φοβόμουνα πολύ και δεν μου άρεσε αυτό. Τώρα συνήθισα και δεν με νοιάζει. Μου φέρονται όμως καλά. Δεν ξέρω ούτε να διαβάζω ούτε να γράφω.

Μαίρη Μπάρετ, 14 ετών

Κατάθεση μιας βιομηχανικής εργάτριας στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή

-Ποια είναι η ηλικία σου;

-23

-Πού κατοικείς;

-Στο Λυντς.

-Σε ποια ηλικία έπιασες δουλειά στο εργοστάσιο;

-Όταν ήμουν 6 χρονών

-Σε τίνος εργοστάσιο εργαζόσουν;

-Στου κυρίου Μπερκ.

-Τι είδους εργοστάσιο είναι;

-Κλωστήριο λιναριού.

-Ποια ήταν η δική σου δουλειά σ’ αυτό το εργοστάσιο;

-Άλλαζα μασούρια

-Ποιες ήταν οι ώρες εργασίας σου σ’ αυτό το εργοστάσιο;

-Από τις 5 το πρωί ως τις 9 το βράδυ όταν είχε πολλή δουλειά

-Για πόσο συνεχόμενο διάστημα εργάστηκες μ’ αυτό το εξοντωτικό ωράριο;

-Περίπου 1 χρόνο.

-Ποιες ήταν οι συνήθεις ώρες εργασίας όταν δεν είχατε τόση πολλή δουλειά;

-Από τις 6 το πρωί μέχρι τις 7 το βράδυ

-Πόσο χρόνο σας έδιναν για τα γεύματά σας;

-40 λεπτά το μεσημέρι

-Είχατε καθόλου χρόνο για να φάτε πρωινό ή να πιείτε νερό;

-Όχι, αυτά τα κάναμε όποτε μπορούσαμε

-Θεωρείς τη μεταφορά μασουριών κουραστική εργασία;

-Μάλιστα.

-Εξήγησέ μας, τι έπρεπε να κάνεις;

-Όταν τα τελάρα γεμίσουν, τα σταματάμε, βγάζουμε τις σαϊτες, μετά τα

γεμάτα μασούρια, τα πηγαίνουμε στο μαγγάνι, ύστερα βάζουμε τα άδεια και

τα τελάρα ξεκινάνε και πάλι.

-Γι’ αυτή τη δουλειά είσαι συνέχεια όρθια;

-Μάλιστα, έχει τόσα πολλά τελάρα και πάνε τόσο γρήγορα…

-Η εργασία σου είναι πολύ εξοντωτική;

-Μάλιστα, δεν έχεις καιρό για τίποτα.

-Αν καθυστερούσατε λίγο ή αργούσατε τι σας έκαναν;

-Μας χτυπούσαν με τη λουρίδα.

-Και συνηθίζουν να χτυπούν εκείνους που δεν δουλεύουν γρήγορα;

-Μάλιστα.

-Συνεχώς;

-Μάλιστα.

-Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια;

-Μάλιστα.

-Εσένα σε χτύπησαν ποτέ;

-Μάλιστα.

-Δυνατά;

-Μάλιστα.

-Χρησιμοποιούν τη λουρίδα για να σας χτυπούν δυνατά;

-Μάλιστα. Ο επιστάτης πήγαινε στην άκρη του δωματίου, εκεί που δουλεύουν

τα μικρά κορίτσια, έπαιρνε μια λουρίδα και μια σφυρίχτρα στο στόμα του

και μερικές φορές έπαιρνε μια αλυσίδα και τα έδενε και τα χτυπούσε.

-Για ποιο λόγο;

-Ήταν πολύ θυμωμένος.

-Έμενες μακριά από το εργοστάσιο;

-Μάλιστα, 2 μίλια.

-Είχες ρολόι;

-Όχι, δεν είχαμε.

-Κατά κανόνα, έφτανες στην ώρα σου;

-Μάλιστα. Η μητέρα μου ξυπνούσε στις 4 το πρωί, αλλά και στις 2 το πρωί.

Οι ανθρακωρύχοι πήγαιναν στη δουλειά τους στις 3 ή στις 4 κι όταν τους άκουγε να προχωρούν, σηκωνόταν από το ζεστό της κρεβάτι κι έβγαινε έξω να τους ρωτήσει την ώρα. Και μερικές φορές ήμουν στο Χάνσλετ Καρ στις 2 το πρωί κι έβρεχε δυνατά και περιμέναμε μέχρι ν’ ανοίξει το εργοστάσιο.

-Η σοβαρή παραμόρφωση στο σώμα σου είναι συνέπεια αυτής της εργασίας;

-Μάλιστα.

-Πότε σου συνέβη;

-Ήμουν περίπου 13 χρονών όταν άρχισε, κι από τότε χειροτέρεψε. Πάνε 5

-Χρόνια αφότου πέθανε η μητέρα μου κι η μητέρα μου δεν κατάφερε ποτέ να

μου πάρει ένα καλό ζευγάρι δεκανίκια για να με κρατούν. Όταν πέθανε η

μητέρα μου, έπρεπε να τα βγάλω πέρα μόνη μου και έτσι πήρα ένα ζευγάρι.

-Είχες ευθυτενές παράστημα και ήσουν υγιής πριν εργαστείς στο εργοστάσιο;

-Μάλιστα, ήμουν τόσο ευθυτενής ως κοριτσάκι, που πηγαινοερχόμουν στην

πόλη.

-Ήσουν ευθυτενής ώσπου να γίνεις 13 ετών;

-Μάλιστα.

-Η παραμόρφωσή σου σου προκάλεσε πολύ πόνο και κούραση;

-Ναι, δεν μπορώ να περιγράψω τον πόνο που μ’ έπιανε κάθε φορά.

-Ξέρεις κανέναν άλλο που η υγεία του να έπαθε παρόμοια βλάβη;

-Βλάβη, μάλιστα, αλλά όχι πολλούς ανάπηρους σαν εμένα.

-Είναι πολύ συνηθισμένο να έχει κανείς αδύνατους αστραγάλους και στραβά

γόνατα;

-Ναι, πραγματικά πολύ συνηθισμένο.

-Αυτό προκαλείται από τη δουλειά στο αδράχτι;

-Ναι.

-Που ζεις τώρα;

-Στο φτωχοκομείο.

-Δήλωσε τι πιστεύεις για τις συνθήκες που αντιμετώπισες όλο αυτό το

διάστημα της εργασίας σου και τι σκεφτόσουν για τη σκληρότητα και τις

ταλαιπωρίες της.

Η μάρτυς ήταν πολύ συγκινημένη και δεν μπόρεσε ν’ απαντήσει στην ερώτηση

Ελίζαμπεθ Μπέντλεϊ, 23 ετών

Εμείς οι γυναίκες

Αμερικάνικο τραγούδι

Είμαστε μεις οι γυναίκες,

που τον ιδρώτα μας στ’ αργαστήρια αφήνουμε

που δουλεύουμε με το κομμάτι,

στα εργοστάσια των τροφίμων και τα ραφτάδικα,

των μεταλλείων οι γυναίκες,

που ήλιο ποτέ δε βλέπουν.

Είμαστε μεις οι γυναίκες,

που για 5 σέντσια την ώρα,

13 ώρες τη μέρα σκληρά δουλεύουμε,

οι φάντρες, οι κλώστρες,

των κρεοπωλείων οι γυναίκες,

αυτές που τσακιζόμαστε πάνω απ’ τον αργαλειό.

Είμαστε όμως κι οι γυναίκες με τις πικέτες,

οι γυναίκες συνδικαλίστριες,

οι απεργοί που μποϋκοτάρουμε τον εργοδότη,

οι νικήτριες γυναίκες των απεργιών πείνας,

που τολμούν και τραγουδούν.

Κι ακόμη είμαστε οι γυναίκες που διαμαρτύρονται,

πέρα από τις βουβές και άλαλες σελίδες της ιστορίας,

ηχώ από πέπλους σκεπασμένη,

πέρα από την εσκεμμένη, τέλεια σιωπή της ιστορίας,

εκεί που μεταξύ μας βρισκόμαστε,

εκεί που βρίσκουμε τους εαυτούς μας,

εκεί που πολλές ιστορίες μαζεύουμε

και σε μια νέα εποχή

ΟΛΕΣ σαν ΜΙΑ τις γιορτάζουμε.

Το Μάρτιο του 1912 έγινε μια μεγαλειώδης πορεία στη Ν. Υόρκη. 23000 γυναίκες, εργάτριες στις κλωστοϋφαντουργίες της Ν. Υόρκης διαδήλωσαν και πάλι, απαιτώντας 10ωρη βάρδια, καλύτερες συνθήκες εργασίας, ίσο μισθό με τους άντρες, την κατάργηση της παιδικής εργασίας και το δικαίωμα ψήφου. Το σύνθημά τους ήταν «Ψωμί και Τριαντάφυλλα». Ο Τζέιμς Οπενχάιμ αφιέρωσε ένα ποίημα στην απεργία των εργατριών που, όπως γινόταν πάντα, δέχτηκε επίθεση από την αστυνομία.

Σήμερα, 98 χρόνια μετά, ούτε στο τραπέζι μας είναι μπόλικο το ψωμί, ούτε τις μέρες μας ομορφαίνουν τα τριαντάφυλλα.

8 Μαρτίου 1910

Στις αγωνιζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός στην ομορφιά της μέρας

χιλιάδες σκοτεινές κουζίνες, χιλιάδες μαύρες φάμπρικες

γεμίζουν ξάφνου με του ήλιου τη λαμπράδα

γιατί ο κόσμος μας ακούει να τραγουδάμε

«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός είναι και για τους άνδρες ο αγώνας μας

γιατί είναι των γυναικών παιδιά και τους γεννάμε πάλι,

φτάνει πια ο παιδεμός σ’ όλη μας τη ζωή,

πεινάνε οι ψυχές και όχι το σώμα μόνο

«δώστε μας Ψωμί, δώστε μας Τριαντάφυλλα»

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός αμέτρητες γυναίκες πεθαμένες

σμίγουν το θρήνο τους και λένε το παλιό τραγούδι του ψωμιού

οι σκλαβωμένες ψυχές τους γνώρισαν λίγη μόνον ομορφιά, τέχνη κι αγάπη.

Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα.

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός φέρνουμε τις μεγάλες μέρες

το ξεσήκωμα των γυναικών είναι ξεσήκωμα όλης της ανθρωπότητας

όχι πια σκλάβοι και τεμπέληδες, δέκα που μοχθούν για έναν που ξαπλώνει

αλλά ένα δίκαιο μοίρασμα στ’ αγαθά της ζωής,

«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»

……………………………….

«Ω, δεν είναι κρίμα ένα όμορφο κορίτσι σαν εμένα να πρέπει να το στέλνουν στο εργοστάσιο με μισθούς της πείνας και στο τέλος να πεθάνει;…»

(τραγούδι βαμβακεργατριών σε γυναικεία απεργία το 1836»

Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !