Ομιλία Κωνσταντίνου Γανωτή στην ημερίδα για τον άγιο Πορφύριο

🕔06/02/2016 10:17

ΟΜΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΑΝΩΤΗ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ, ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΟΡΦΥΡΙΟ
Ὅσο θυμοῦμαι καί συλλογίζομαι τό πέρασμα τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου ἀπ’τή ζωή μας, ἐκτιμῶ τό πέρασμά του σάν ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ παρατεταμένο πρός τό λαό του` ἔτσι βεβαιώνομαι καί γιά ὅλους τούς ἁγίους ὅτι εἶναι ἕνας θησαυρός δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, πού καί μέ πολύ λίγη θέληση μποροῦν νά μᾶς στηρίξουν τίς καρδιές μας μέσα στούς πειρασμούς τῆς ἀπογοήτευσης.

Κι ὅταν μελετοῦμε τά συναξάρια τῶν ἁγίων, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ βίος τοῦ καθενός προβάλλεται εἰδικά στις ἀνάγκες καί στις περιπέτειες τῆς ἐποχῆς του σάν ξεχωριστή ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στά ἐρωτήματα καί τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων τῆς κάθε ἐποχῆς.

Ἔτσι ὁ ἅγιος Πορφύριος φυτεύτηκε ἀπό τόν δωροδότη Θεό καί στό Ἅγιον Ὄρος καί στήν ἐπαρχία τῆς πατρίδας μας ἀλλά καί στήν καρδιά τῆς Ἀθήνας γιά πολλά χρόνια καί μάλιστα χρόνια δύσκολα καί ταραγμένα. Στό Ἅγιον Ὄρος ἡ παιδική ἀκόμα ζωή του ἀπάντησε στούς σκανδαλισμένους ἀναχωρητές, ὅτι ἡ ἄσκηση δέν εἶναι βασανισμός μόνο ἀλλά καί γλέντι χαρᾶς καί ἀγάπης. Ὁ ἅγιος Πορφύριος ὑπῆρξε πανηγυριστής τῆς ὑπακοῆς καί τοῦ ἀσκητικοῦ μόχθου. Ἀποζητοῦσε νά βρεθεῖ στήν ὑπηρεσία αὐστηρῶν γερόντων καί λυπῶταν, ὅταν δέν τόν μάλωναν. Ἕτσι ὁ Θεός μέ τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου δίδαξε στούς λίγους ἀκόμα ἀσκητές τή γλύκα τῆς ὑπέρ Χριστοῦ κακοπάθειας.
Στήν Εὔβοια ἐγκαταστάθηκε γιά λίγα χρόνια στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους καί στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νικολάου στήν Ἀμάρυνθο, ὅπου οἱ ἁπλοϊκοί ἀγρότες γνώρισαν τά θαύματα τοῦ ἁγίου καί ἀνταποκρίθηκαν μέ εὐχαριστία. Στήν καρδιά τῆς Ἀθήνας, στήν Ὁμόνοια, ξεδιάλεξε τίς πονεμένες ψυχές, τίς παρηγόρησε καί δίδαξε μέ τό παράδειγμά του τήν ὑπομονή, τό φιλότιμο τῆς αὐτοσυντήρησης, τήν ὁλοκληρωτική ἀφοσίωση στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Στό Μήλεσι πραγματοποίησε τό ὄνειρό του νά χτίσει μοναστήρι παρ’ ὅλες τίς ἀντιξοότητες. Ἔβλεπε τούς οὐρανοξύστες νά πνίγουν τήν Ἀθήνα καί ὀνειρευόταν τή μοναστηριακή ἀνάπαυση… Τόν ῥωτήσαμε γιατί ἔχτισε τόσο μεγάλο ναό γιά καθολικό τοῦ μοναστηριοῦ κι ἔλεγε: νά ἰδεῖτε κόσμος πού θά ἔρχεται ἐδῶ ἀπ’ τήν Ἀθήνα… Στά ὑπόγεια τοῦ καθολικοῦ ἔφτιαξε ναό τῶν Κελτῶν ἁγίων, πού ἦταν ἄγνωστοι γιά πολλούς τά χρόνια ἐκεῖνα. Παρακινήθηκε ἀπό τόν προφητικό λόγο τοῦ ἁγίου Ἀρσενίου, πού ἔλεγε πώς ὅταν ἀρχίσουν στήν Ἑλλάδα νά μελετοῦν τήν ἱστορία τῶν Κελτῶν ἁγίων, τότε οἱ Ἀγγλικανοί θά ξαναγίνουν Ὀρθόδοξοι. Κι ὅταν πρίν δύο χρόνια ἔπρεπε νά μιλήσω γιά ἕναν ἅγιο τῆς Κελτικῆς Ἐκκλησίας, δέν χωροῦσε ὁ κόσμος στόν ὑπόγειο ναό καί συγκινήθηκα, γιατί εἶδα νά ἐπαληθεύεται ἡ προσδοκία τοῦ ἁγίου. Ὁ μεγάλος ναός τοῦ καθολικοῦ ἦταν σχεδόν γεμάτος! Ὁ ἅγιος μᾶς δίδαξε νά ἀγαποῦμε τά πάντα ὡς δωρεές τοῦ Χριστοῦ καί ὡς ἀφορμές δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἀγαποῦσε τά ζῷα καί ἰδιαίτερα τά πουλιά, ἀγαπούσε τά λουλούδια καί συγκινοῦνταν ἀπ’τά ἰδιαίτερα χρώματα καί ἀρώματά τους. Κοίταζε ὄχι πλάνα τοῦ περιβάλλοντος ἀλλά εἰδικά ἕνα-ἕνα τά λουλουδάκια, τά ζωάκια, τά ἔντομα. Ζοῦσε αὐτόν τόν κόσμο σάν Παράδεισο. Ἔβλεπε τά πάντα λουσμένα στό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ ἅγιος τοῦ Λεπροκομείου Εὐμένιος, πού ῥωτοῦσε μέ ἀπορία: -Μά καλά, δέν σᾶς ἀρέσει ἡ Ὁμόνοια;! Κι ἐνοοῦσε τήν πλατεῖα Ὁμονοίας, πού τήν ἔβλεπε σάν τό ὡραιότερο τοπίο!
Τούς ἀνθρώπους, πού πήγαιναν κοντά του, δέν τούς μετροῦσε σάν ἄτομα οὔτε τούς κατέτασσε σέ ὁμάδες. Ἔβλεπε τόν καθένα ὡς πρόσωπο μέ ὅλες τίς ἰδιαιτερότητές του καί τούς θυμῶταν. Διέβλεπε τά πάθη ἀλλά καί τά παθήματα τῶν ἐπισκεπτῶν του καί πολλές φορές πρίν νά τούς δεῖ ἀκόμα. Συμπονοῦσε, παρηγοροῦσε, καθησύχαζε καί θεράπευε τούς ταλαιπωρημένους ἀνθρώπους. Ἀκόμα συμβούλευε ἀλλά καί μάλωνε συχνά. Μάλωνε μέ πραότητα σχεδόν πάντοτε. Κάποτε τόν ἐπισκεφτήκαμε μαζί μέ τήν γυναῖκά μου, πού τήν ἔβλεπε γιά πρώτη φορά. Μόλις μπήκαμε στό καλυβάκι του καί μᾶς εἶδε, βάζει τίς φωνές στήν γυναῖκά μου: -Ἄφησέ τα, κυρά μου, τά παιδιά σου, μήν τά βασανίζεις` τἄφαγες τά καημένα. Θά σοῦ φύγουνε. Ἐμεῖς μ’ἕνα στόμα ἀπολογηθήκαμε ὅτι γιά νά γίνουν καλά παιδιά τά πιέζουμε κι ἐκεῖνος συνέχισε μέ αὐστηρό ὕφος: -Ἐσεῖς νά γίνετε καλύτεροι καί νά τά ἀφήσετε ἥσυχα. Μετά ζήτησε νά τοῦ ποῦμε τά ονόματά τους μέ τή σειρά ἡλικίας τους καί ξαναζήτησε καί δεύτερη φορά νά τά ὁνοματίσουμε. Γιατί ξαναζητᾷς τά ὀνόματά τους, ῥώτησα ἐγώ ὑποψιασμένος. Κι ἐκεῖνος ἀπήντησε: -Γιά νά τά θυμοῦμαι βρέ… Ἔτσι ἤξερα κι ἐγώ ὅτι τά θυμοῦνταν ὁ ἅγιος στις προσευχές του.
Ὁ ἅγιος Πορφύριος εἶχε συνείδηση τῆς ἱερῆς ἀποστολῆς του μέσα στό λαό τοῦ Θεοῦ καί ἐκτιμοῦσε καί κάθε ἄλλη προσπάθεια γι’ αὐτόν τόν σκοπό.
Θυμοῦμαι ἦταν Ὀκτώβρης τοῦ 1989 καί ἡ Πειραϊκή Ἐκκλησία, πού μόλις εἶχε ἱδρύσει τόν ῥαδιοφωνικό της σταθμό στά 91,2, ἔκανε τήν πρώτη ἐξωτερική της μετάδοση ἀπό τόν Παρνασσό στήν πλατεῖα Καρύτση. Μετέδιδε τήν παρουσίαση τοῦ πρώτου μου ἐγχειριδίου «Τά κρυφά σχολειά», γιά τή διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στά πρῶτα τμήματα, πού σχηματίστηκαν ἀπό ἐθελοντές μαθητές στούς νάρθηκες τῶν ἱερῶν ναῶν. Ὁ ἅγιος Πορφύριος παρακουλούθησε τήν ὁμιλία μέ ἕνα κασσεττοφωνάκι καί ἐνθουσιάστηκε ὑπερβολικά ἴσως ὄχι ἀπό τήν ὁμιλία, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἀπό τήν πρωτοβουλία μας. Ἰδιαίτερα ἐνθουσιάστηκε μέ τή λειτουργία τοῦ πρώτου Ἐκκλησιαστικοῦ Ῥαδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ στήν Ἑλλάδα. Πῆρε ἀμέσως τηλέφωνο σπίτι μου, χωρίς νά εἶμαι ἀκόμα ἐκεῖ καί βρῆκε τή γυναῖκά μου καί ἐξέφρασε τόν θαυμασμό του. Ἡ γυναῖκά μου ἀπ’τή συγκίνησή της δέν συγκράτησε σχεδόν τίποτε ἀπό τά λόγια του, ξαφνιάστηκε ἀπό τόν ἐνθουσιασμό τοῦ ἁγίου. Πραγματοποιήσατε, ἔλεγε, τό ὄνειρο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πού ἤθελε νά μπορέσει νά ἀνέβει στά σύννεφα κι ἀπό ΄κεῖ νά κηρύξει στό λαό τοῦ Θεοῦ.
Τόν ἀπασχολοῦσε τόν ἅγιο ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν καί μοῦ πρότεινε νά πάω κάποια μέρα, γιά νά μοῦ δείξει πῶς νά τά διδάσκω καλύτερα καί εἶμαι πλέον βέβαιος ὅτι νοερά μέ δίδαξε καί μέ βελτίωσε, παρ’ὅλο πού δέν ὁλοκληρώσαμε… Καί αὐτά ἔγιναν ἐνῷ συσταίνονταν ὁ ἴδιος ὡς ‘‘πτυχιοῦχος’’ τῆς Α΄Δημοτικοῦ.
Ἀπό τότε ἔνιωθα ὅτι μέ συνοδεύει καί μέ παρακολουθεῖ στό πενιχρό, διδακτικό καί κηρυκτικό μου ἔργο. Κάποια μέρα μέ κάλεσε ὁ πατήρ Βασίλειος Τσιμούρης, ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίων Ἀναργύρων Καραβᾶ, νά τόν συνοδεύσω στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου, γιά νά τελέσουμε μαζί τόν ἑσπερινό, μετά ἀπό πρόσκληση τῶν μοναζουσῶν. Ὅταν μπῆκα στό μικρό ναό, πού εἶναι ἀνάμεσα στά κελλιά, ἔνιωσα ἔντονη συγκίνηση καθώς ἀνέπνεα τόν ἀέρα, πού εἶχε ἁγιάσει ὁ ἅγιος μέ τίς συχνές ἀκολουθίες του μέσα σ’αὐτόν. Ἀπό τή συγκίνηση νόμιζα πώς ἔτρεμα, ἄν δέν ἔτρεμα πραγματικά. Κι ἐνῷ ἐγώ τά εἶχα χαμένα, κάποιος μέ εἰδοποίησε νά πάω στό ἱερό βῆμα. Ἐκεῖ ὁ πατήρ Βασίλειος μοῦ πρότεινε νά ‘‘πῶ δυό λόγια’’ στό μικρό ἐκκλησίασμα. Ἔντρομος καθώς ἤμουν εἶπα πώς δέν εἶμαι σέ θέση νά μαζέψω τίς σκέψεις μου, τά εἶχα χαμένα. Τότε ὁ πατήρ Βασίλειος ἀνοίγει μιά κασσέλα καί βγάζει ἀπό μέσα ἕνα φελόνιο καί τό ῥίχνει ἐπάνω μου, ὅπως ὁ πνευματικός τό πετραχῆλι του στόν ἐξομολογούμενο καί ἔκανε μιά σύντομη εὐχή. Μέ μιᾶς ἡ ταραχή μου σταμάτησε, γέμισα γαλήνη καί αὐτοκυριαρχία καί τόν ἄκουσα νά μοῦ λέει: -Τώρα βγές στήν Ὡραία Πύλη. Κατάλαβα ὅτι αὐτό τό φελόνιο ἦταν τοῦ ἁγίου καί δυναμώθηκα. Βγῆκα στήν Ὡραία Πύλη, ἐξακολουθώντας ν’ ἀμφιβάλλω ἄν θά ἔλεγα κάτι ἀξιόλογο. Εἶδα ὅμως ἀπό κάτω τίς μοναχές νά γράφουν στό μαγνητοφωνάκι τους τήν ὁμιλία μου κι ἀπ’ αὐτό συμπέρανα ὅτι δέν ἔλεγα ἀνοησίες, ὅπως φοβώμουν.
Ἔτσι ἀντιλήφθηκα ὅτι καί μέτά θάνατον ὁ ἅγιος εἶναι μαζί μας καί μᾶς παρακολουθεῖ, γι’αὐτό τόν ἐπικαλοῦμαι σέ κάθε δύσκολη ὥρα σάν νά τόν ἔχω μπροστά μου καί συνειδητά τό πιστεύω ὅτι τόν ἔχω μπροστά μου. Καί πιστεύω ὅτι βλέπει τά καμώματά μας, τούς φόβους καί τίς λιποψυχίες μας καί θ’ἀγανακτεῖ μέ τήν ἀνωριμότητά μας καί θά λέει: -Τί φοβᾶστε, βρέ χαζοί;
Μέ τήν πολυβασανισμένη ζωή του, μέ τήν ἄνετη χάρη του νά θεραπεύει καταστάσεις, νά προειδοποιεῖ, νά διαβλέπει, νά προβλέπει, νά ἐξηγεῖ μέ θαυμαστή σοφία καί πληροφόρηση πάνω σέ θέματα τῆς ἐπιστήμης καί τῆς ἐξειδικευμένης ἀκόμα, μέ τίς θαυματουργικές ἐμφανίσεις του σέ νοσοκομεῖα τοῦ ἐξωτερικοῦ, πού μέ ἐπιμέλεια τίς ἔκρυβε, γιά νά συμπαρασταθεῖ σέ συγκεκριμένα πρόσωπα γιά συγκεκριμένους λόγους. Μέ ὅλα αὐτά ἀνέτρεψε τήν ἀπολυτοποίηση τοῦ κοσμικοῦ τρόπου ζωῆς. Περνοῦσε μπροστά ἀπό τήν ἐπιστήμη χωρίς νά τήν περιφρονεῖ ἀλλά ἴσα-ἴσα δίνοντάς της μιά πνευματική πνοή.
Ὁ ἅγιος Πορφύριος ξεσκέπασε τήν αἰτία τῆς κατάθλιψης, πού ἐπικρατεῖ στόν παγκόσμιο πληθυσμό καί εἶναι ἰσχυρότερη στούς πιό εὐημεροῦντες λαούς. Οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι μάχονται τόν Θεό καί τόν μισοῦν συνειδητά, πιστεύουν ὅτι μποροῦν νά εὐτυχήσουν καί καταθλίβονται ὅταν διαπιστώσουν ὅτι δέν τό κατορθώνουν. Ὅσοι προσπαθοῦν νά παίξουν κρατῶντας μιά στάση ἀνοχῆς ἀπέναντι στό Θεό καί προσπαθοῦν νά τόν ξεγελάσουν μέ τυπικές ὑποκριτικές συμμορφώσεις, πάλι καταθλίβονται καί δέν ἔχουν ἐλπίδα νά βροῦν τή χαρά, γιατί πιστεύουν ὅτι ἔχουν τοὐλάχιστον τίς προϋποθέσεις τῆς χαρᾶς` κρατοῦν γερά τήν πίστη τους ὅτι ὁ πλοῦτος, ἡ ἐπιστήμη, ἡ πολιτική καί ἡ συνεπής κερδοσκοπία τελικά θά τούς κάνουν εὐτυχισμένους. Καί ἡ καρδιά τους, τό ἀμανέτι τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει καί ὁ Μακρυγιάννης, κλαίει καί θρηνεῖ γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Πλάστη της` κι αὐτό λέγεται κατάθλιψη.
Ὁ ἅγιος Πορφύριος γελοιοποίησε τό κοσμικό πνεῦμα πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στη λεγόμενη ‘‘πρόοδο καί ἀνάπτυξη’’, ὅταν γίνει ἰδανικό καί τελικός σκοπός τῆς ζωῆς. Ἔδειξε ἁπλά καί πρακτικά τό μεγαλεῖο τῆς ταπείνωσης, τῆς ἀγάπης πρός τόν καθένα καί τό κάθε τι ὅταν αὐτός πού ἀγαπάει εἶναι στραμμένος στό κέντρο, πού εἶναι ὁ Χριστός.
Ἔβλεπε τόν Χριστό νά γνέφει στοργικά μέσα ἀπ’ὅλα τά πράγματα. ‘‘Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν’’. Δέν ὑπάρχει ἀληθινή ἀρετή χωρίς τόν Χριστό. Γιά τήν ἀκρίβεια δέν ὑπάρχει ἀρετή, ἀλλά ὁ Χριστός πού ἐκφράζεται ὡς ἀρετή.
Ἀνέβηκε πάνω ἀπ’τήν ἠθική καί τήν ἠθικολογία` τά ἀντικατέστησε μέ τόν ἔρωτα. Ὅταν ἀγαπᾷς θερμά κάποιον ἤ κάτι, πῶς μπορεῖς νά τό βλάψεις ἤ νά τό δεῖς αἰσχρά. Τελικά ἐπέμενε ὅτι τά πάντα ὑπάρχουν ἀληθινά καί δυναμικά ὡς ἐκφράσεις τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί ἦταν πρόσχαρος καί ὑπομονετικός ἀκόμα καί μέσα στούς τόσους πόνους καί τά κάθε λογῆς βάσανα.
Ὁ ἅγιος Πορφύριος διακήρυξε καθαρά καί δυνατά ἀλλά καί ἔδειξε μέ τό σαφές παράδειγμά του ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Δόξα τῷ Θεῷ λοιπόν.
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !