Όλοι χτίζουν

🕔21/11/2016 09:50
Νίκος Σαραντάκος

Πιθανόν να σας παραξένεψε ο τίτλος, αφού είναι γνωστό ότι μέσα στα χρόνια της κρίσης η οικοδομική δραστηριότητα, που μάλιστα ήταν η ατμομηχανή της οικονομίας μας (αν έπρεπε να είναι, είναι άλλη κουβέντα) έχει μειωθεί κιεγωδενξερωπόσο τοις εκατό.

Θα αναρωτιέστε λοιπόν τι σας τσαμπουνάω και μήπως θέλω έμμεσα να περάσω κάποιο φιλοκυβερνητικό μήνυμα.

Όχι, το σημερινό άρθρο είναι, όπως το συνηθίζουμε εδώ, γλωσσικό, και δεν έχει καμιά σχέση με την οικοδομική δραστηριότητα. Ναι, έγραψα ότι «όλοι χτίζουν», αλλά εννοούσα την ορμητική εξάπλωση της (μεταφορικής) χρήσης του ρήματος «χτίζω» (ή κτίζω) τα τελευταία χρόνια.

Πήρα αφορμή από μια φράση αγαπητού φίλου και μέλους της Λεξιλογίας, που την είδα πρόσφατα σε κάποιο άλλο φόρουμ, όπου έγραφε ότι πρέπει η Ελλάδα να χτίσει στρατηγική για την έξοδο από την κρίση. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν το γράφω για να τον ξεμπροστιάσω -το επισημαίνω όπως θα λέγαμε ότι την τάδε αξιοσημείωτη χρήση τη βρήκα, π.χ., στον Σεφέρη.

Πριν από μερικά χρόνια δεν θα το έλεγε έτσι ο αγαπητός φίλος, είμαι βέβαιος. Θα έλεγε «να χαράξουν στρατηγική» ή να εκπονήσουν ή να καταστρώσουν ή κάποιο άλλο ρήμα -που μπορεί να το χρησιμοποιεί και τώρα, σε άλλη ευκαιρία, δεν υπάρχει αποκλειστικότητα σε αυτά.


Τώρα όμως έγραψε ‘χτίζω’, όπως άλλοι (από το γκουγκλ τα παίρνω) χτίζουν καριέρα, χτίζουν εμπιστοσύνη, χτίζουν συμμαχίες ή όπως το υπουργείο ανακοίνωνε πως οι φορολογούμενοι πρέπει να μαζέψουν τόσες αποδείξεις για να ‘χτίσουν το αφορολόγητο’. Εννοείται ότι εξακολουθεί να χρησιμοποιείται το ρήμα και στην κυριολεξία του, ακόμα χτίζουμε σπίτια και .

Μια και εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι το ρήμα χτίζω είναι αρχαίο (ως κτίζω, βέβαια), μάλιστα μυκηναϊκό. Στα ετυμολογικά λεξικά βρίσκω ότι η αρχική του σημασία πιθανόν να ήταν «εκχερσώνω, φυτεύω» πάντως γρήγορα πήρε τη σημασία «οικοδομώ» και επίσης «ιδρύω, κατασκευάζω». Ο τύπος «χτίζω» είναι μεσαιωνικός.

Τόσο δυνατό ρήμα είναι το κτίζω, που επηρέασε την ορθογραφία των λέξεων κτίριο και κτίτορας, παρόλο που μάλλον δεν έχουν ετυμολογική σχέση μαζί του. Έτσι, στην ορθογραφική διχογνωμία κτίριο/κτήριο, το ιστολόγιο προτιμά κατηγορηματικά, όπως και το λεξικό ΛΚΝ, τον τύπο «κτίριο» -μεταξύ άλλων επειδή τα κτ*ρια με ήτα είναι ακριβότερα 20%. Αλλά αυτά τα έχουμε γράψει σε παλιότερο άρθρο.

Όταν κάποιος ματαιοπονεί, λέμε ότι «χτίζει στην άμμο» -αλλά όπως μας λέει το τραγούδι «είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, ο βοριάς θα τα κάνει συντρίμμια, κομμάτια». Με τα λόγια, βέβαια, μπορεί κανείς να χτίζει ανώγια και κατώγια. Λέμε ακόμα ότι ο Μεγαλέξαντρος έχτισε την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και κάμποσες άλλες πόλεις -αλλά ο Μπρεχτ στις «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει» αναρωτιέται:

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια;

Στα νέα ελληνικά όταν λέμε «χτίζω σπίτι» εννοούμε και τις δυο περιπτώσεις, δηλαδή είτε αναθέτω σε άλλους να χτίσουν το σπίτι μου, που είναι και η συνηθέστερη περίπτωση, είτε κατασκευάζω σπίτι (είμαι οικοδόμος ή κατασκευαστής) για λογαριασμό άλλου. Στα αρχαία ελληνικά υποτίθεται ότι η χρήση της μέσης φωνής πετύχαινε τη διάκριση, κι έτσι όταν έλεγε ο αρχαίος «οικοδομούμαι οικίαν» εννοούσε ότι βάζει άλλους να χτίσουν το σπίτι του ενώ όταν έλεγε «οικοδομώ οικίαν» εννοούσε ότι χτίζει ως οικοδόμος το σπίτι ενός άλλου. Ωστόσο, ο Ροΐδης λέει ότι οι εξαιρέσεις από αυτή τη χρήση της μέσης φωνής είναι πάμπολλες και ότι οι περισσότεροι συγγραφείς δεν τηρούν αυστηρά τη διάκριση.

Να προσθέσουμε ότι στα πανάρχαια ελληνικά, της εποχής πριν από το 2009, υπήρχε και μια άλλη ιδιότυπη σημασία του ρήματος «χτίζω», στη φράση «το οικόπεδο αυτό χτίζει διακόσια τετραγωνικά» -δηλαδή ότι με βάση τον συντελεστή δόμησης που ισχύει στην περιοχή, στο οικόπεδο αυτό μπορεί να χτιστεί σπίτι με επιφάνεια το πολύ 200 τ.μ. Βέβαια, οι λέξεις αυτές έχουν να ακουστούν πάρα πολλά χρόνια κι έτσι πιθανόν οι νεότεροι αναγνώστες να μην καταλαβαίνουν τη σημασία τους.

Αλλά ας επανέλθουμε στη μεταφορική χρήση του ρήματος, σε φράσεις όπως: χτίζω την καριέρα μου, έχτισε μια αυτοκρατορία, πώς να χτίσετε μια επιχείρηση, χτίζει μεθοδικά το προφίλ του, ο Τραμπ χτίζει την κυβέρνησή του (χτεσινό, με εισαγωγικά), η Βρετανία χτίζει επαφές με τον Τραμπ (επίσης χτεσινό). Στον αθλητικό χώρο το ρήμα χρησιμοποιείται πολύ, σε χρήσεις όπως: ο προπονητής χτίζει την ομάδα, έχτισε διαφορά 4 πόντων, η ομάδα χτίζει χαρακτήρα, μια νίκη απ’ αυτές που χτίζουν ομάδες, ο Εργοτέλης χτίζει σερί κτλ. ενώ βέβαια και οι μποντιμπιλντεράδες «χτίζουν κορμιά», γι’ αυτό και λέγονται και ‘χτιστοί’.

Στους μποντιμπιλντεράδες ασφαλώς αρχικά επέδρασε το αγγλικό build, το ίδιο και σε ορισμένες άλλες χρήσεις, αλλά τώρα πια το «χτίζω» χρησιμοποιείται και σε χρήσεις που δεν είναι μεταφορά από τα αγγλικά. Στην εδραίωση του όρου θα έπαιξε ρόλο ότι το «χτίζω» δίνει την εικόνα της επίπονης και σχετικά μακρόχρονης προσπάθειας -που δεν τη δίνει π.χ. το ‘χαράζω στρατηγική’. Όπως γράφει στη σχετική συζήτηση που προηγήθηκε στη Λεξιλογία ένας φίλος «είναι σαν να έχει να προσθέτει κανείς λίγα ή πολλά, με μόχθο, με πιθανές αναποδιές σε μια βάση, σε κάτι που ήδη υπάρχει»

Προσωπικά, δεν χρησιμοποιώ μεταφορικά το «χτίζω» σε φράσεις όπως οι παραπάνω, αλλά δεν με ενοχλούν και τόσο. Αν τις έβρισκα σε μια μετάφραση που είχα να την επιμεληθώ, κάποιες θα τις άλλαζα και κάποιες όχι.

Τουλάχιστον το «χτίζω» είναι ένα ρήμα λαϊκό, και αξιοσημείωτο είναι πως συνήθως χρησιμοποιείται με τον λαϊκότερο τύπο του, χτίζω αντί για κτίζω, δηλαδή διατηρεί το, αφορεσμένο από κάποιους στον γραπτό μας λόγο, χτ.

Βέβαια, κάποιοι μπορεί να χρησιμοποιούν το λογιότερο «οικοδομώ» αν και παρατηρώ ότι υπάρχει ένας καταμερισμός: όταν έχουμε ρήμα, προτιμάμε το «χτίζω» (ή κτίζω) και όταν έχουμε ουσιαστικό την οικοδόμηση και όχι το χτίσιμο. Τα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης» (confidence-building measures) είναι όρος που έχει τα χρονάκια του άλλωστε.

Στα σχόλιά σας, θα με ενδιέφερε να δω αν χρησιμοποιείτε κάποιες από αυτές τις φράσεις και ελπίζω να έχουμε… εποικοδομητική συζήτηση.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !