Οι σχέσεις μεταξύ γονέων και μαθητών - μαθητριών

🕔04/01/2016 17:39

Του Νίκου Τσούλια

Πρόκειται για μια διαχρονική σχέση, για μια σχέση οικουμενική στην ιστορία του ανθρώπου. Είναι μια σχέση που κρύβει πολλά μυστικά και πολλαπλές λειτουργίες, άλλοτε αθέατες και άλλοτε γεμάτες με παραινέσεις αλλά και με εντάσεις και με τριβές.

Προφανώς οι σχέσεις αυτές συναρτώνται με τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά κάθε εποχής, με τις ιδεολογικές αξίες και τις πολιτικές προτεραιότητες κάθε λαού και με τα κοινωνικά στερεότυπα. Είναι διαμεσολαβημένες σχέσεις, γιατί αφενός μεν διαμορφώνονται από τα προαναφερθέντα στοιχεία και αφετέρου εμπεριέχουν στο βασικό πυρήνα τους τη σχέση των παιδιών με το σχολείο.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι ανατρέπεται η πανίσχυρη σχέση μεταξύ γονέων και παιδιών; Προφανώς και όχι, αλλά είναι βέβαιο ότι η σχέση αυτή μετασχηματίζεται και αποκτά και άλλα πρόσθετα στοιχεία ή αναθεωρεί κάποια από τα προϋπάρχοντα με πρόσθετα χαρακτηριστικά. Άλλωστε, στο γενικό τίτλο «σχέσεις γονέων – παιδιών» ενυπάρχουν πολλά αντιφατικά και αντιθετικά στοιχεία σε κάθε περίπτωση γονέων και παιδιών. Γιατί θα υπάρχουν οικογένειες όπου θα επικυριαρχεί το αίσθημα της αγάπης και της φροντίδας, άλλες που θα βιώνουν δύσκολες καταστάσεις, άλλες που θα έχουν αλλοτριωμένες σχέσεις για ποικίλους λόγους κλπ κλπ

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι σχέσεις γονέων – μαθητών / μαθητριών είναι πολυσύνθετες και αρκετά διαφοροποιημένες μεν αλλά έχουν σε κάθε περίπτωση πολλά κοινά στοιχεία. Ας δούμε λοιπόν αυτό τον κοινό κορμό σε τι συνίσταται και ποια είναι η μορφολογία του. Ουσιαστικά η σχέση γονέων – μαθητών / μαθητριών αρχίζει αδιόρατα, πριν καλά – καλά αναπτυχθούν και ολοκληρωθούν αυτές καθ’ εαυτές οι σχέσεις γονέων – παιδιών. Και αυτό οφείλεται τόσο στην πρώιμη «εμφάνιση» των σχολικών θεσμών στην ηλικία του παιδιού όσο και στην ακόμα και πιο πρώιμη «περίοδο μαθητείας» του παιδιού στα «χέρια» των γονέων. Οι μαθητές και οι μαθήτριες ούτως ή άλλως αποκτούν αυτή την ιδιότητά τους πριν την αποκτήσουν και θεσμικά μέσα από τους φορείς της εκπαίδευσης!

Η χαρά και ευτυχία που νιώθουν οι γονείς στα πρώτα βήματα της μάθησης των παιδιών τους είναι κορυφαίες στιγμές της ζωής των. Άλλωστε, αυτή η περίοδος είναι μια περίοδος καινούργιας «γέννησης» – κοινωνικής και πολιτισμικής – των παιδιών τους, μια περίοδος νέας μορφής του συναισθηματικού τους κόσμου. Εκείνο που ίσως δεν ξέρουν οι γονείς είναι ότι σ’ αυτό το μεσοδιάστημα μεταξύ εκμάθησης της γλώσσας των παιδιών και της πρώτης φοίτησής των στο σχολείο παίζεται ένα σημαντικό μέρος της πνευματικής ανάπτυξης των παιδιών. Σ’ αυτή την περίοδο έχουμε μια επαναστατικού τύπου μαθησιακή λειτουργία, μια εντυπωσιακής μορφής πνευματική καλλιέργεια και ο εγκέφαλος των παιδιών γνωρίζει το δικό του «big bang» κυρίως σ’ αυτό το διάστημα.

Η έξοδος όμως του παιδιού στο σχολείο είναι μια νέα δοκιμασία για τις συζητούμενες σχέσεις. Οι γονείς περνούν σε δεύτερη μοίρα και εφεξής και μέχρι ενός «σημείου» θα έχουν συμπληρωματικό ρόλο, αφού στο λύκειο – αν όχι και στο γυμνάσιο – ο συμπληρωματικός ρόλος ή θα είναι υποτυπώδης ή θα είναι απλά οικονομικά στηρικτικός με τα κάθε λογής φροντιστήρια. Εκείνο που οφείλουν να γνωρίζουν και να συνειδητοποιούν πολύ καλά οι γονείς είναι ότι στα πρώτα χρόνια μάθησης των παιδιών τους – προσχολική ηλικία και φάση του Δημοτικού σχολείου – κρίνεται στο σημαντικότερο βαθμό η εκπαιδευτική και η μορφωτική εξέλιξή τους και όχι στη φάση του Λυκείου, επειδή εκεί εμφανίζονται να δίνουν τη «μητέρα των μαχών» τα παιδιά ως υποψήφιοι φοιτητές / φοιτήτριες.

Αλλά καθ’ όλη την εκπαιδευτική διαδρομή των παιδιών ο ρόλος των γονέων είναι πολύ σημαντικός και αρκετά πολύπλευρος. Δεν είναι μόνο καθοριστικός ο βοηθητικός τους ρόλος στο μαθησιακό πεδίο. Παράλληλα οφείλουν να συνεργήσουν στη συναισθηματική και ψυχική ωρίμανση των παιδιών τους, στην προαγωγή του ορθολογισμού και της κριτικής σκέψης, στην καλλιέργεια των ουμανιστικών παιδαγωγικών αξιών, στην τροφοδότηση των φιλοδοξιών και των ονείρων τους, στη συνεχή ενίσχυση της υπευθυνότητάς τους αλλά και της αυτονομίας τους.

Και σ’ αυτό το τελευταίο σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί η αυτονομία των παιδιών θα πάρει έντονα χαρακτηριστικά κατά την περίοδο της εκρηκτικής ούτως ή άλλως εφηβείας και θα συνδεθεί με την ίδια την αμφισβήτηση των γονέων. Πώς μπορούν να ισορροπήσουν σ’ ένα τέτοιο εκρηκτικό τοπίο; Πώς μπορούν να συμβιβαστούν με την απομείωση της κηδεμονίας τους και της κυριαρχίας τους; Οι συγκρούσεις και οι αντιπαραθέσεις εμφανίζονται ως μια κατάσταση φυσιολογική και σε θεωρητικό επίπεδο είναι από τους γονείς αποδεκτές. Αλλά τι γίνεται όταν τις γεύονται στην πράξη; Καμιά θεωρία δεν τους ικανοποιεί. Άλλωστε, σ’ αυτή τη φάση οι «ματιές» γονέων και παιδιών – μαθητών /μαθητριών έχουν άλλη γωνία θέασης των γεγονότων. Οι γονείς είναι οι τελευταίοι που νιώθουν ότι τα παιδιά τους μεγάλωσαν και τα παιδιά προ-οικονομούν την αίσθηση ότι έχουν μεγαλώσει, άρα ότι έχουν και την ανάλογη ανεξαρτησία τους.

Η προσωπική σχέση γονέων και μαθητών – σε συνάρτηση αλλά και ανεξάρτητα με όλα τα προηγούμενα σημεία – είναι αυτή που τελικά θα βάλει τη σφραγίδα της επί του όλου πλέγματος των τόσων πλευρών της γενικότερης σχέσης τους. Και εδώ έγκειται και η ομορφιά αλλά και η ευθύνη του όλου παιχνιδιού, του παιχνιδιού της γονεϊκής διαπαιδαγώγησης…

filologikos-istotopos.gr

Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !