Οι αντιεξουσιαστές και η παραοικονομία

🕔11/08/2016 09:50
Νίκος Σαραντάκος

Μη σας τρομάζει ο τίτλος, το άρθρο δεν πρόκειται να εξετάσει την υπαρκτή ή υποτιθέμενη σχέση των αντιεξουσιαστών με την παραοικονομία. Δεν θα με απασχολήσουν τα δυο αυτά φαινόμενα, αλλά (εμείς εδώ λεξιλογούμε, γιά) οι δυο λέξεις που τα περιγράφουν.

Τι κοινό έχουν οι δυο λέξεις, αντιεξουσιαστές και παραοικονομία; Θα το δείτε στη συνέχεια του άρθρου.

Την αφορμή για το άρθρο μού την έδωσε μια «επιστολή αναγνώστη» στην προχτεσινή Καθημερινή. Να πω παρεμπιπτόντως ότι η στήλη της αλληλογραφίας αναγνωστών της Καθημερινής έχει αναδειχτεί σε προπύργιο (και) του γλωσσικού συντηρητισμού, αφού συστηματικά, με συχνότητα περίπου δισεβδομαδιαία, δημοσιεύονται σ’ αυτήν επιστολές γλωσσικώς ανησυχούντων πολιτών. Βέβαια, και η ίδια η ύλη της εφημερίδας προδιαθέτει για μια τέτοια στείρα ρυθμιστική και καταστροφολογική στάση περί τα γλωσσικά, αφού πλάι στον Χρήστο Γιανναρά, ο οποίος αρθρογραφεί για την αιωνίως θνήσκουσα ελληνική γλώσσα εδώ και μερικές δεκαετίες, προστέθηκε τελευταία ο ιδανικός εραστής της καθαρεύουσας Τάκης Θεοδωρόπουλος, που χαρίζει απλόχερα τα μαργαριτάρια του.

Έδωσα παραπάνω την παραπομπή, αλλά αφού η επιστολή είναι σύντομη την αναδημοσιεύω εδώ:

Το «ι» δεν έχει θέση στους… αντεξουσιαστές

Κύριε διευθυντά
Η γλώσσα μας είναι από τα λίγα που στέκονται ακόμη, μολονότι την έχουν κουρελιάσει τα ΜΜΕ. Μήνες τώρα παρακολουθώ τον όρο «αντιεξουσιαστές». Τι μόρφωμα κι αυτό; Λέμε ποτέ αντιεπίθεση; αντιαμείβω; αντιαγωνισμός; αντιέλληνας; αντιωνυμία; (Βέβαια λένε όλοι «αντηλιακό» για το ΑΝΘΗΛΙΑΚΟ, άλλη κοτσάνα…).

Ντροπή σ’ όλα τα γραπτά μέσα και τους αρμόδιους. Αυτοί οι ακατανόμαστοι είναι αντεξουσιαστές. Ευτυχώς δεν είμαστε όλοι αναλφάβητοι.

Ε.Ι. Μαχαιρά, Κυκλάδες

Η στάση της επιστολογράφου απέναντι στη γλώσσα φαίνεται θαρρώ ξεκάθαρα από την παρατήρηση που κάνει σε παρένθεση, ότι «όλοι λένε αντηλιακό», χαρακτηρίζοντας «κοτσάνα» αυτο που λένε όλοι, στάση που ασφαλώς θυμίζει τον οδηγό του ανεκδότου, που επέμενε πως δεν είναι ένας ο παλαβός που οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα του αυτοκινητόδρομου αλλά χιλιάδες.

Ενδεικτικό είναι επίσης ότι σε μια τόσο σύντομη επιστολή η επιστολογράφος μπόρεσε να χωρέσει όχι λίγους αιχμηρούς, υποτιμητικούς ή υβριστικούς χαρακτηρισμούς.

Πριν απαντήσω στην ουσία των επιχειρημάτων της, θέλω να παρατηρήσω πως μέσα στην ιερή οργή της η επιστολογράφος φρόντισε να επιβεβαιώσει τον νόμο του ΜέΦΡι, αφού, την ώρα που μεμφόταν άλλους για τα γλωσσικά τους λάθη δεν απέφυγε κι η ίδια να χρησιμοποιήσει τον τύπο «ακατΑνόμαστος», έναν λαϊκό τύπο που, αν πάμε με τα λεξικά και με τους κανόνες, είναι επίσης λάθος -και μάλιστα άλλοι λαθοθήρες στο παρελθόν έχουν στηλιτεύσει τη χρήση και έχουν χαρακτηρίσει αγράμματους όσους γράφουν «ακατΑνόμαστος» αντί «ακατΟνόμαστος». Υπάρχει λοιπόν θεία δίκη.

Επί της ουσίας, η επιστολογράφος παραθέτει πέντε σύνθετες λέξεις που έχουν πρώτο συνθετικό την πρόθεση αντί και δευτερο συνθετικό που αρχίζει από φωνήεν και όπου το «αντι» έχει πάθει έκθλιψη κατά τη σύνθεση και έχει μετατραπεί σε αντ-, π.χ. αντωνυμία, ανταμείβω.

Αφού λοιπόν δεν λέμε αντιωνυμία και αντιαμείβω, υπονοεί η επιστολογράφος, δεν πρέπει να πούμε και «αντιεξουσιαστής».

Ωστόσο, αν ανοίξουμε ένα λεξικό, βλέπουμε ότι υπάρχουν δεκάδες λήμματα όπου η πρόθεση «αντί» δεν έχει υποστεί έκθλιψη κατά τη σύνθεση. Παραδείγματα (όλα από το λεξικό Μπαμπινιώτη, που θεωρείται και πιο συντηρητικό):

αντιαποικιακός, αντιαεροπορικός, αντιαισθητικός, αντιαθλητικός, αντιαρματικός, αντιένζυμο, αντιήρωας, αντιολισθητικό….

Όσο αφύσικο ακούγεται το «αντιωνυμία» άλλο τόσο θα ακουγόταν και το «ανταεροπορικός» ή το «αντήρωας» (αυτό μάλιστα θα «έπρεπε» με τη λογική της επιστολογράφου να είναι… ανθήρωας, αφού ο ήρωας μια φορά κι έναν καιρό έπαιρνε δασεία).

Πολύ εύστοχα ο Μπαμπινιώτης έχει ειδικό σημείωμα στο λεξικό του (για να μη λέτε πως όλο τον κατηγορώ), στο οποίο επισημαίνει ότι «στα νεότερα χρόνια εμφανίζονται σύνθετα που διατηρούν άθικτη (χωρίς έκθλιψη) την αρχική μορφή του αντί, ήτοι χωρίς να θίγονται τα συνθετικά της λέξης «. Παρατηρεί επίσης ότι κάποιες φορές η επιλογή του ενός ή του άλλου τύπου (αντιεπιστημονικός ή αντεπιστημονικός) είναι ζήτημα ύφους (καθημερινότερο ή τυπικότερο) -προσωπικά θα χρησιμοποιούσα πάντοτε το «αντιεπιστημονικός».

Παρόμοια ένσταση είχε εκφραστεί παλιότερα, από άλλους λαθοθήρες, για τα σύνθετα με την πρόθεση παρα-, και κάποιοι είχαν χαρακτηρίσει αγράμματους και ανελλήνιστους όσους έλεγαν «παραολυμπιάδα». Όχι τυχαία, η συζήτηση είχε έρθει στο προσκήνιο την περίοδο των ολυμπιακών αγώνων του 2004, αλλά συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια αργότερα.

Είχα τότε γράψει στο βιβλίο μου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων» τα εξής, περιγράφοντας έναν φανταστικό διάλογο με κάποιους λαθοθήρες:

Λένε οι λαθολόγοι:

Είναι λάθος να λέμε ‘παραολυμπιάδα’, το σωστό είναι ‘παρολυμπιάδα’. Η πρόθεση ‘παρά’ από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, σε κάθε περίπτωση που συντίθεται με λέξη που αρχίζει από φωνήεν, από οποιοδήποτε φωνήεν, το τελικό άλφα της απαλείφεται, χάνεται, αφανίζεται. Δεν λέμε παραϊστάμενος, παράεργο, παραόραμα, αλλά παριστάμενος, πάρεργο, παρόραμα.

Απαντάμε:

Αυτά παθαίνει όποιος προσπαθεί να εφαρμόσει τους κανόνες της αρχαίας στη νέα ελληνική. Σήμερα λέμε ‘παραοικονομία’ ….

Μας διακόπτει ο λαθολόγος:

Αυτό εξαιρείται γιατί η δεύτερη λέξη δεν αρχίζει από φωνήεν αλλά από δίφθογγο.

Με ετοιμότητα πνεύματος απαντάμε:

Γιατί, η παροικία δεν αρχίζει από δίφθογγο επίσης; Αλλά για να προχωρήσει η συζήτηση θα σου το χαρίσω.

Λοιπόν, λέμε:

παραϊατρικά επαγγέλματα και όχι παριατρικά

παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και όχι παρεκκλησιαστικές (ενώ λέμε παρεκκλήσιο)

παραεξουσία και όχι παρεξουσία

Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι λέξεις; Ότι είναι καινούργιες· όχι λαϊκές, όχι απαραίτητα της δημοτικής, αλλά καινούργιες. Στις μέρες μας, όλο και λιγότερο γίνεται έκθλιψη των φωνηέντων των προθέσεων σε σύνθεση. Αυτό είναι εξέλιξη της γλώσσας, που δεν μπορώ να την αιτιολογήσω έτσι πρόχειρα αλλά φαίνεται αδυσώπητη. Και όχι μόνο η πρόθεση ‘παρά’, αλλά και η ‘αντί’, και το πρόθεμα τηλε- και τόσα άλλα, όλο και λιγότερο εκθλίβουν τα φωνήεντά τους στη σύνθεση. Άρα, δεν είναι λάθος το παραολυμπιάδα. Για το ‘παραλυμπιάδα’, θα συμφωνήσω ότι είναι αγγλισμός της κακιάς ώρας (από το paralympics).

Ομολογώ ότι δεν έχω καταλήξει ποιες είναι οι αιτίες αυτού του γλωσσικού φαινομένου που θέλει να διατηρούνται ακέραια τα δύο συνθετικά -θα έλεγα μάλιστα ότι δεν ταιριάζει απόλυτα στα προσωπικά γλωσσικά μου γούστα, αφού παράγει χασμωδίες.

Με αυτό το τελευταίο φοβάμαι πως θα πρέπει να συμφιλιωθούμε -ή μάλλον να συμφωνήσουμε ότι αλλιώς γράφουμε και αλλιώς προφέρουμε. Για παράδειγμα, θα γράψουμε «το όνομα» αλλά συνήθως προφέρουμε «τ’ όνομα». Γενικά, η έκθλιψη στον γραπτό λόγο (όχι τον λογοτεχνικό) υποχωρεί, αφού διατηρείται μόνο στα: γι’ αυτό, απ’ όλα, απ’ όσο, απ’ ό,τι -καθώς και στις καθιερωμένες λόγιες εκφράσεις (αντ’ αυτού, κατ’ αυτόν, μετ’ επιτάσεως κτλ.)

Παλιότερα, οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την έκθλιψη πολύ περισσότερο. Συναντώ σε μεταπολεμικά χρονογραφήματα του Βάρναλη φράσεις όπου σήμερα ελάχιστοι θα έβαζαν έκθλιψη:

Και παρ’ όλο το τρέξιμό τους και το θόρυβο πάλ’ είναι λίγ’ οι τροχοί

Και φυσικά, όσο να προσέχ’ η γυναίκα, θα έρθ’ η μοιραία στιγμή να σκάσ’ η μπόμπα.

Νομίζω ότι σήμερα οι εκθλίψεις που έχω υπογραμμίσει θα ξένιζαν.

Αλλά αυτό είναι εξέλιξη της γλώσσας, την παρατηρείς, σου αρέσει ή όχι, δεν ανάγεις το προσωπικό σου γούστο σε κανόνα.

Όσο για τους αντιεξουσιαστές, το γεγονός είναι πως οι ίδιοι χρησιμοποιούν τον ανέκθλιπτο τύπο. Από την άλλη, παρατηρώ ότι όπου έχω δει γραμμένο, σε άρθρο ή ανάλυση, τον τύπο «αντεξουσιαστές», με έκθλιψη, το άρθρο είναι εχθρικό προς τους αντιεξουσιαστές.

Αν αυτό δεν είναι εντύπωσή μου και ισχύει, έχουμε έναν εύκολο εμπειρικό κανόνα -κάτι ανάλογο ίσχυε παλιότερα για τους κομμουνιστές, όπου ο τύπος «κουμουνιστές» χρησιμοποιόταν πάντοτε από αντίπαλους των κομμουνιστών.

Για την παραοικονομία και το παραεμπόριο δεν ξέρω να υπάρχει τέτοια λεπτή διάκριση.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !