Ο χλεμπονιάρης δεν ήρθε από την Κέρκυρα

🕔15/09/2016 10:14

Δεν ξέρω αν σας είναι οικεία η λέξη «χλεμπονιάρης». Στην οικογένειά μου δεν τη λέγαμε, πρέπει να την άκουσα αργότερα. Την βρήκα αρκετές φορές στα γραφτά του Τσιφόρου, που συχνά χαρακτηρίζει «χλεμπονιάρη» κάποιον.

Χλεμπονιάρης είναι ο κιτρινιάρης.

Κοίταζα τις προάλλες το slang.gr, το γνωστό και πολύ ενδιαφέρον διαδικτυακό λεξικό της ελληνικής αργκό, και είδα στο λήμμα «χλεμπονιάρης» να αναφέρεται ως πιθανή κάποια σχέση με τη λέξη «χλεμπ», όπως λέγεται το ψωμί σε διάφορες σλαβικές γλώσσες.

хлеб / χλιέμπ … είναι το ψωμί στα ρώσικα και γενικά σε πολλές σλαβικές γλώσσες.

Αυτός που πεινάει, ο πεινασμένος, όντας αδύνατος, αδύναμος και γενικά κιτρινισμένος και σε κακή εμφανισιακή κατάσταση, το πρώτο πράγμα που ζητάει είναι хлеб / χλιέμπ /ψωμί.

Αν υπάρχει σλάβικη επιρροή στη λέξη «χλεμπονιάρης», τότε αυτολεξεί σημαίνει ο «ψωμάς», αλλά με την έννοια του πεινασμένου που ζητάει συνεχώς ψωμί και εμφανισιακά είναι χάλια.

Στα σχόλια, κάποιος αναφέρει: Εικάζεται ότι γεννήθηκε από την Σέρβων στρατιωτών αλλά και πολιτών στην Κέρκυρα το 1916 μετά την ήττα της Σερβίας για την ανασύνταξη των δυνάμεων τους και καθώς φαίνεται την εγκατάλειψη τους εκεί. Ψάξτο...

«Νατσουλισμός μου φαίνεται αυτό», μου έγραψε ένας από τους συντελεστές του slang.gr που είναι και φίλος του ιστολογίου. Θυμίζω ότι στην ιδιόλεκτο του ιστολογίου χαρακτηρίζουμε «νατσουλισμό» τις εξωφρενικές εξηγήσεις που ανάγουν τη γέννηση μιας φράσης (ή και μιας λέξης) σε κάποιο ιστορικό γεγονός.

Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο είδα να εμφανίζεται κάμποσες φορές η άποψη για τη γέννηση της λέξης «χλεμπονιάρης» από το «χλεμπ» των Σέρβων που κατέφυγαν στην Κέρκυρα το 1916, για παράδειγμα σε εργασία μαθητών του 4ου Λυκείου Κέρκυρας, με θέμα ακριβώς την παρουσία των Σέρβων στην Κέρκυρα. Εκεί, στη διαφάνεια αριθ. 40, που την αναπαράγω εδώ αριστερά, διαβάζουμε: «Ακόμη στην Κέρκυρα υπάρχει η λέξη χλεμπονιάρης, που σημαίνει τον αδύναμο και πεινασμένο άνθρωπο από τη σέρβικη λέξη που σημαίνει ψωμί (хлеб) και την οποία άκουγαν συχνά από τα στόματα των Σέρβων στρατιωτών».

Λιμοκτονούσαν δηλαδή οι Σέρβοι στρατιώτες, φώναζαν «χλεμπ», ψωμί ζητώντας, τους άκουγαν οι Κερκυραίοι, οπότε τους βάφτισαν «χλεμπονιάρηδες».

Ένα πρώτο σημείο στο οποίο πάσχει αυτή η εξήγηση, είναι πως δεν εξηγεί πώς προστέθηκε η συλλαβή «ον» ανάμεσα στο χλεμπ- και στο επίθημα -ιάρης, διότι «-ιάρης» είναι το υποτιμητικό παραγωγικό τέρμα (αρρωστιάρης, ζημιάρης, κιτρινιάρης, ψωριάρης), όχι «-ονιάρης» (στον διακονιάρη, το -ον- είναι στο θέμα, αφού διακονιά ήταν η ζητιανιά).

Ένα δεύτερο σημείο που παραβλέπει η εξήγηση είναι ότι «χλεμπονιάρης» σύμφωνα με τα λεξικά δεν είναι ο πεινασμένος αλλά ειδικώς ο κιτρινιάρης ή ο καχεκτικός. Μπορεί να υπάρχει κάποια επικάλυψη των δύο εννοιών, αφού συχνά ο πεινασμένος έχει αρρωστημένη όψη, όπως και ο κιτρινιάρης, αλλά πάντως διαφέρουν. Βέβαια, οι σημασίες εξελίσσονται κι έτσι η επισήμανση αυτή δεν καταδικάζει την σερβοκερκυραϊκή προέλευση, απλώς την εξασθενίζει.

Το καλό όμως με τη θεωρία για σερβοκερκυραϊκή προέλευση είναι ότι είναι χρονολογημένη με βεβαιότητα -θέλω να πω, αφού υποτίθεται ότι η λέξη «χλεμπονιάρης» γεννήθηκε από το θλιβερό θέαμα των λιμοκτονούντων Σέρβων που πλημμύρισαν την Κέρκυρα το 1916, αν βρούμε τη λέξη να χρησιμοποιείται πριν από το 1916 η θεωρία καταρρίπτεται χωρίς δεύτερη κουβέντα. Και αυτό είναι γενικά η αχίλλεια πτέρνα των νατσουλισμών, ότι επειδή συνδέονται με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα (που είναι άλλωστε και το στοιχείο στο οποίο οφείλουν την ελκυστικότητά τους) μπορούν να καταρριφθούν οριστικά αν βρεθεί εμφάνιση της λέξης πριν από το γεγονός αυτό.

Πριν όμως επιχειρήσουμε να καταρρίψουμε την προέλευση του χλεμπονιάρη από τους Σέρβους ψωμοζήτουλες φαντάρους, να πούμε δυο λόγια για την παρουσία των Σέρβων στην Κέρκυρα. Πώς βρέθηκαν εκεί; Ξέρουμε ότι η θρυαλλίδα που άναψε τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο τον Αύγουστο του 1914 ήταν η δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου από Σέρβους εθνικιστές στο Σεράγεβο -και πράγματι, από τις πρώτες συγκρούσεις του Μεγάλου Πολέμου ήταν και εκείνες ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και τη Σερβία, πριν γενικευτούν σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Παρά τις αρχικές επιτυχίες των επιτιθέμενων, που ανάγκασαν τους Σέρβους να εκκενώσουν την πρωτεύουσά τους, το Βελιγράδι (που ήταν πάνω στα τότε σύνορα), οι Σέρβοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν, αντεπιτέθηκαν και ανακατάλαβαν την πόλη. Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 1915, ύστερα από ένα κυνικό παζάρι ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα, η Βουλγαρία βγαίνει στον πόλεμο με το μέρος των Κεντρικών Δυναμεων (δηλαδή της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και αμέσως επιτίθεται στη Σερβία.

Το δεύτερο μέτωπο ήταν αδύνατο να το αντέξει η Σερβία, που είχε φτάσει ήδη στα όρια της αντοχής της -πολύ γρήγορα κατέρρευσε και καταλήφθηκε ολόκληρη. Υποχωρώντας ο στρατός της διέσχισε την παγωμένη και εχθρική Αλβανία με τεράστιες απώλειες, έφτασε στην Αδριατική και διαπεραιώθηκε στην Κέρκυρα, που βρισκόταν ντε φάκτο υπό τον έλεγχο της Αντάντ. Χιλιάδες στρατιώτες άφησαν τα κόκαλά τους από τις κακουχίες και τις αρρώστιες στο Βίδο, το μικρό νησάκι όπου έμειναν για καραντίνα.

Για το επόμενο διάστημα η Κέρκυρα ήταν η άτυπη πρωτεύουσα της Σερβίας -η Σκουπτσίνα, η σέρβικη βουλή (Σκουψίνα τη γράφανε τότε) συνεδρίαζε στην Κέρκυρα, εκεί ήταν και η κυβέρνηση της χώρας. Τελικά, αφού ανασυντάχθηκε, ο σερβικός στρατός πέρασε απέναντι και έφτασε στη Θεσσαλονίκη, παρά τη διαφωνία της νέας ελληνικής κυβέρνησης (ο Βενιζέλος είχε παραιτηθεί και οδεύαμε ταχύτατα προς την επισημοποίηση του Διχασμού). Σέρβοι πάντως έμειναν κάμποσοι στην Κέρκυρα για αρκετά χρόνια -κάποιοι έμειναν και μετά, αφού παντρεύτηκαν με ντόπιες γυναίκες.

Αλλά ας επιστρέψουμε στον χλεμπονιάρη, ο οποίος παρά την έντονη παρουσία των Σέρβων στην Κέρκυρα και παρά την ολοφάνερη ηχητική ομοιότητα με τη σέρβικη λέξη «χλεμπ» δεν γεννήθηκε το 1916 από τα βάσανα των Σέρβων.

Στην πραγματικότητα, οι ρίζες της λέξης είναι πολύ παλιότερες.

Χλεμπόνα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, και όχι ειδικά στην Κέρκυρα, λέγεται το υπερώριμο αγγούρι ή πεπόνι ή κολοκύθι, το παραγινωμένο, που κοντεύει πια να σαπίσει. Για παράδειγμα, στη Μεσσηνία, λένε «χλεμπόνα το καρπούζι» αντί για «μάπα το καρπούζι». Και σε γλωσσάρι της λευκαδίτικης διαλέκτου, τυπωμένο σε κωνσταντινοπολίτικο περιοδικό του 1874 διαβάζουμε τα λήμματα:

χλεμπόνα: το πολλά ώριμον αγγούριον, επομένως κίτρινον

χλεμπονιάζω: ειμί κίτρινος ως η χλεμπόνα, επομένως καχεκτικός. Εκ τούτου και χλεμπονιάρης, ο αρρωστιάρης.

Αφού η λέξη υπήρχε στη Λευκάδα το 1874, αποκλείεται να γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1916. Ωστόσο, είναι πολύ παλιότερη.

Στον Πωρικολόγο, ένα σατιρικό κείμενο του 13ου-14ου αιώνα, όπου τα διάφορα οπωρικά προσωποποιούνται, στο οποίο άλλωστε έχω αναφερθεί αρκετές φορές στα περί οπωρικών άρθρα του ιστολογίου, διαβάζουμε: Ο δε θείος Πέπων εχλεμπονίασε και επρήστη και αυτός επαρελύθη και υπό φλεγμονής έσχασεν και τρέχει η γαστέρα αυτού έξω.

Βλέπουμε λοιπόν πως το ρήμα «χλεμπονιάζω» υπάρχει από τα βυζαντινά ακόμα χρόνια!

Ποια είναι όμως η ετυμολογία των λέξεων αυτών; Ο Μπαμπινιώτης στο ετυμολογικό λεξικό του δίνει μια εξήγηση που πρέπει να είναι σωστή.

Λέει ότι η χλεμπόνα, «παραγινωμένο αγγούρι» ίσως προέρχεται από ένα αμάρτυρο *φλεμπόνα χλομός) ενώ ο τύπος «φλεμόνι» αντί για «πλεμόνι» είναι επίσης κοινός.

Δεν ξέρω για ποιο λόγο έχει επιφυλάξεις το λεξικό -ίσως επειδή δεν είναι καθαρό ποια σημασιακή σχέση έχει το πλεμόνι με το υπερώριμο αγγούρι.

Νομίζω ότι μπορούμε να άρουμε τις επιφυλάξεις αυτές και, κατά σύμπτωση, η βοήθεια έρχεται από την Κέρκυρα. Όχι από Σέρβους που εκλιπαρούν για χλεμπ, αλλ’ από το κερκυραϊκό λεξικό του Χυτήρη, όπου βρίσκω τα λήμματα:

πλεμονιάζω. Στον ελαιόκαρπο = αποκτώ το χρώμα του πλεμονιού (πνεύμονα) = φυτική πάθηση. Και σε άτομα: το χρώμα του προσώπου δηλωτικό υγείας.
πλεμονιασμένος, ο = με χρώμα που εμφαίνει πάθηση.
πλεμόνα, η = ο πνεύμων των βοειδών, που πωλείται και παρασκευάζεται ως ιδιαίτερο έδεσμα.
Οι λέξεις αυτές βρίσκονται σε κερκυραϊκό λεξικό αλλά μπορεί να ακούγονταν παλιότερα (ή και να ακούγονται σήμερα) και σε άλλες περιοχές. Ώστε «πλεμονιάζω» λέγεται όταν ο καρπός ή το πρόσωπο κάποιου παίρνει το χρώμα που έχει το βοδινό πλεμόνι, που είναι, αν δεν κάνω λάθος, ένα ελαφρώς αρρωστημένο γκρίζο, ίσως και κιτρινόγκριζο.
Δεν είναι λοιπόν παράδοξο να ονομάστηκε το παραγινωμένο αγγούρι «πλεμόνα, φλεμόνα» και μετά «χλεμπόνα». Προσωπικά το θεωρώ πολύ πιθανό κάπως έτσι να έγινε.
Το βέβαιο είναι πως δεν γεννήθηκε από τους ηρωικούς Σέρβους που ζητιάνευαν ψωμί στην Κέρκυρα…!
alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !