Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – ΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

🕔12/07/2016 09:54

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«.

Τώρα έχουμε περάσει στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Έχουμε αφήσει τον θείο Αλκιβιάδη να κερδίζει ένα μεγάλο ποσό στο λαχείο και να αφήνει τη Μυτιλήνη για την Αθήνα, όπου πιάνει δουλειά σε έναν εκδοτικό οίκο.

Με τη σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα και το βιβλίο. Τη μεθεπόμενη μάλλον Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες κάποιο άλλο βιβλίο του πατέρα μου, μάλλον «Τα έπη των Αριμασπών».

Όταν είπαμε να πάμε να τον δούμε, η μητέρα μου τον πήρε πρώτα στο τηλέφωνο και τον ρώτησε πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι του και με ποιόν τρόπο θα πηγαίναμε. Εξακριβώθηκε πως το σπίτι που είχε αγοράσει ο θείος Αλκιβιάδης ήταν στην περιοχή ανάμεσα στο Μαρούσι και τα Μελίσσια, στον οικοδομικό συνεταιρισμό «Νέα Λέσβος», που τον συγκρότησαν συμπατριώτες και όπου και εκείνη είχε αγοράσει ένα οικοπεδάκι. Αυτό διευκόλυνε τα πράγματα, γιατί είχε πάει μερικές φορές ως εκεί με τον πατέρα μου. Εκείνο που της δημιούργησε κάποιες απορίες ήταν το ύφος με το οποίο ο ξάδερφός της αντιμετώπισε την πρόθεσή μας να ανηφορίσουμε κατά τη γειτονιά του. Από τον τόνο της φωνής του και από τα λόγια του φάνηκε σα να μην τον ενθουσίαζε μια τέτοια επίσκεψη. Δεν της το είπε φυσικά καθαρά, αντίθετα τη διαβεβαίωσε πως μετά χαράς θα μας υποδεχόταν σπίτι του, αλλά κάτι μασημένα λόγια για την ακαταστασία που θα συναντούσαμε και για την εργένικη ζωή του, την έβαλαν σε σκέψεις. Παρ΄ όλ΄ αυτά αποφάσισε να πάμε.

Το σπίτι του θείου Αλκιβιάδη βρισκόταν στο υψηλότερο μέρος του οικισμού και στο πίσω μέρος του οικοπέδου υπήρχε μεγάλος και με απότομες πλευρές βράχος, που εκτός του ότι έκρυβε την ανατολή και σκίαζε το σπίτι, ασκήμαινε με τις γυμνές του επιφάνειες το τοπίο. Ο Αλκιβιάδης μας περίμενε στην πόρτα της αυλής του. Μου φάνηκε πολύ γερασμένος για τα πενήντα του χρόνια, αλλά με παραξένεψε το ότι φορούσε σορτς, μ΄ όλο που δεν έκανε ζέστη και επί πλέον δεν του πήγαιναν καθόλου, έτσι που άφηναν εκτεθειμένα σε κοινή θέα τα λιπόσαρκα πόδια του.

Σαν μπήκαμε στο σπίτι είδαμε πως όντως επικρατούσε σ΄αυτό μια περίεργη ακαταστασία. Στο μεγάλο δωμάτιο, που κανονικά θα έπαιζε ρόλο σαλονιού ή καθιστικού, τα λιγοστά έπιπλα είχαν παραμεριστεί στους τοίχους και το κέντρο του ήταν άδειο. Σε μια γωνιά ήταν πρόχειρα και βιαστικά, όπως μου φάνηκε, διπλωμένος κάποιος χακί μουσαμάς, που όταν τον εξέτασα πιο προσεχτικά αποδείχτηκε πως ήταν σκηνή. Σε άλλο σημείο ήταν μια γκαζιέρα, κάτι αλουμινένια πιάτα κι ένα παγούρι. Μας είπε να κάτσουμε στον καναπέ, αφού απομάκρυνε από αυτόν ένα εκδρομικό σακίδιο και κάτι που μου φάνηκε υπνόσακος.

Στην κουβέντα που ανοίξαμε διαπίστωσα πως ήταν αρκετά ευχάριστος συζητητής και κατάφερε να στρέψει τη συζήτηση πέρα από τα κοινά και τετριμμένα που ανταλλάσσουν συνήθως συγγενείς που δεν έχουν συχνές επαφές, σε θέματα γενικότερα αλλά ενδιαφέροντα. Κυρίως για την ορειβασία και τη φυσιολατρία.

Καθώς η κουβέντα μας προχωρούσε και έχοντάς μας ψυχολογήσει σωστά, μας εξήγησε την ακαταστασία που παρουσίαζε το σαλόνι του και δικαιολόγησε τη μαζεμένη σκηνή, τον εκδρομικό σάκο και όσα άλλα αταίριαστα επισημάναμε. Κατάλαβε πως δε θα παρεξηγούσαμε τις ιδιορρυθμίες αυτές και μας εξομολογήθηκε πως από μικρός είχε όνειρο να γίνει πρόσκοπος, εν συνεχεία ορειβάτης και εν πάση περιπτώσει να ζει στο ύπαιθρο. Καθώς όμως ούτε η ηλικία ούτε η υγεία του του επέτρεπαν να σκαρφαλώνει στα βουνά και να κατασκηνώνει σε δάση, συμβιβάστηκε να ενσαρκώνει στο σπίτι του τα απωθημένα αυτά όνειρα, που όσο ήταν σε θέση να τα πραγματοποιήσει οι συνθήκες το απαγόρευαν και τώρα που είχε τα μέσα να τα υλοποιήσει, τα απέκλειε η κατάσταση της υγείας του.

Κανείς γιατρός όμως δεν θα του απαγόρευε να κοιμάται σε σκηνή μέσα στο σπίτι του και να κάνει αναρριχήσεις στο βράχο που έπιανε το ένα τρίτο του οικοπέδου του. Έτσι έστηνε τη σκηνή του, το χειμώνα μεν στο σαλόνι, τον μόνο χώρο του σπιτιού που τη χωρούσε, και το καλοκαίρι στον κήπο του. Φυσικά πολύ θα ήθελε να είχε παρέα και άλλων προσκόπων ή έστω φυσιολατρών αλλά δεν τολμούσε να προτείνει σε κανένα γνωστό του να μοιραστούν παρόμοιο τρόπο ζωής. Αναπλήρωνε πάντως την έλλειψη αυτή με κασέτες προσκοπικών τραγουδιών, που, άγνωστο πώς, είχε κατορθώσει να ηχογραφήσει και τις έπαιζε ταχτικά, πολλές φορές μέσα στη νύχτα, προκαλώντας την οργή των γειτόνων του.

Για να είμαι ειλικρινής, ο θείος Αλκιβιάδης μού άρεσε. Πάντα μου είχα σε εκτίμηση τους ανθρώπους που έχουν διάφορες αβλαβείς μικρομανίες, αυτούς που οι περισσότεροι τους λένε «ψώνια» και που οι φρόνιμοι και ταχτικοί νοικοκυραίοι τους απορρίπτουν και τους αποφεύγουν. Έτσι ξαναπήγα σε τρεις βδομάδες να τον δω, μόνος μου αυτή τη φορά και με την ευκαιρία αγόρασα και το βιβλίο «Έσο έτοιμος» του Μπάντεν Πάουελ, που αναφέρεται στην προσκοπική ζωή, να του το χαρίσω.

Όταν ανέβηκα στα Μελίσσια, ο καιρός είχε χαλάσει κι έδειχνε πως όπου να΄ναι θα έβρεχε. Αυτή τη φορά μέσα στο σαλόνι ήταν στημένη κανονικά η μεγάλη σκηνή, μέσα στην οποία υπήρχε στρωμένος ο υπνόσακός του ενώ το εκδρομικό του σακίδιο κρεμόταν από το ένα από τα υποστυλώματα της σκηνής.

«Ένα ζεστό κακάο είναι ό,τι πρέπει για τέτοιον καιρό»

μου λέει και, προεξοφλώντας τη σύμφωνη γνώμη μου, άναψε την γκαζιέρα, έβαλε πάνω της ένα μεγάλο μπρίκι, που το μισογέμισε με νερό από ένα παγούρι, κατέβασε το σακίδιο, έβγαλε από μέσα ένα τενεκεδένιο κουτί με κακάο, έβαλε τρεις γερές κουταλιές στο μπρίκι και κατόπιν έκατσε σταυροπόδι δίπλα του και παρακολουθούσε πανευτυχής τη διαδικασία του βρασίματος.

«Αν ήταν καλοσύνη θα τη βγάζαμε στο ύπαιθρο, στον κήπο μου και θ΄ ανάβαμε φωτιά, αλλά βλέπεις μας τα χάλασε ο καιρός».

Πραγματικά, έξω ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και σε λίγο ξέσπασε δυνατή βροχή. Ο Αλκιβιάδης σηκώθηκε κι άναψε δυο φανούς θυέλλης, γιατί με τη συννεφιά είχε σκοτεινιάσει μέσα στο σπίτι. Ψυχολογώντας τον σωστά, δεν τόλμησα να του προτείνω να ανάψει το πολύφωτο που κρεμόταν ακριβώς πάνω από τη σκηνή ή τουλάχιστον τα δύο αμπαζούρ, που στόλιζαν τις γωνιές του σαλονιού. Κάτι τέτοιο θα χαλούσε την ατμόσφαιρα. Εκτός αυτού, μέσα μου το διασκέδαζα πολύ. Πριν σερβίρει στα πλαστικά κύπελλα το κακάο, ο Αλκιβιάδης άνοιξε ένα φορητό κασετόφωνο και υπό τους ήχους του προσκοπικού τραγουδιού

«το κακάο ψήνεται
γιουκαντί γιουκαντά
ψήνεται, δεν πίνεται
γιούκαντι αντά»

ήπιαμε το ζεστό ρόφημα.

Τότε του έδωσα το βιβλίο του Μπάντεν Πάουελ, και έκανε σα μικρό παιδί από τη χαρά του. Δε χόρταινε να το ξεφυλλίζει και να περιεργάζεται τις φωτογραφίες και τις εικόνες που είχε.

Πιάσαμε κουβέντα. Δηλαδή αυτός μιλούσε κι εγώ τον άκουγα. Μου διηγήθηκε όλη τη ζωή του και από την αφήγηση του αυτή πήρα τις πληροφορίες που προαναφέρω. Φάνηκε να ζητά την κατανόησή μου για τη λαχτάρα του να γίνει πρόσκοπος και ορειβάτης και είδα πως του έκανε καλό όταν ανταποκρίθηκα θετικά.

Του εξομολογήθηκα πως κι εγώ υπήρξα πρόσκοπος, αλλά για τρεις μόνο μήνες. Αμέσως μετά την Απελευθέρωση αναβίωσε και στο νησί μας ο Προσκοπισμός. Τον ανασύστησαν αυτοί ακριβώς που τον είχαν καταργήσει το 1938, όταν με τον Γενικό Αρχηγό τους τον Διάδοχο, τότε, Παύλο, προσχώρησαν σύσσωμοι στην ΕΟΝ του Μεταξά, χαρίζοντάς της και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Σώματος. Εγώ φυσικά ήμουν επονίτης, από το φθινόπωρο του ’43, αλλά σκεφτήκαμε να γίνουμε πρόσκοποι, ώστε με την παρουσία μας να εμποδίσουμε το Σώμα να μετατραπεί σε φιλοβασιλική, αντιδραστική οργάνωση, όπως έδειχναν τα πράγματα πως πήγαινε. Έτσι αρκετοί συναγωνιστές από τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου γίναμε πρόσκοποι.

Η αναπόφευκτη σύγκρουση συνέβη το καλοκαίρι του ’45, όταν μας κουβαλήθηκε από την Αθήνα ένας ανώτατος αξιωματούχος του Σώματος, Γενικός Έφορος ή κάτι τέτοιο, απόστρατος ναύαρχος. Ήταν ένας ξερακιανός τύπος, αρκετά σιτεμένος, σχεδόν στα πρόθυρα των γηρατειών, που με τα κοντά παντελονάκια, τα μαντήλια και τα λιλιά που φορούσε καθώς και με τον παλιμπαιδισμό της όλης συμπεριφοράς του γινόταν αφόρητα γελοίος. Σ΄εμάς βέβαια, γιατί εκείνος είχε μεγάλην ιδέα για τον εαυτό του. Όπως μάθαμε ήταν εξ απαλών ονύχων μπασμένος στο περιβάλλον των Ανακτόρων, από τον καιρό του Κωνσταντίνου και του Αλέξανδρου, του οποίου μάλιστα υπήρξε για ένα φεγγάρι υπασπιστής και εφημολογείτο πως στα νιάτα του ήταν εραστής κάποιας πριγκίπισσας. Τέτοια μεγαλεία.

Αυτός λοιπόν ο Γενικός Έφορος, μας μάζεψε στα γραφεία του Σώματος, που ήταν τότε κοντά στον Ταρλά και μας έβγαλε λόγο, όχι για τους σκοπούς και τα ιδανικά του Προσκοπισμού, αλλά για τον Απόντα Βασιλέα και την αφοσίωση που έπρεπε να δείχνουμε προς το σεπτόν πρόσωπόν του. Σηκώθηκα τότε και μαζί με καμιά δεκαριά συναγωνιστές και επιδεικτικά φύγαμε από τα γραφεία, όπου και δεν ξαναπατήσαμε.

Όταν τον επόμενο χρόνο ήρθα στην Αθήνα για σπουδές, διαπίστωσα πως τουλάχιστον στο Παγκράτι, την Καισαριανή και τις ανατολικές συνοικίες γενικότερα, όλα τα συστήματα των προσκόπων ήταν επανδρωμένα με επονίτες και ο προσκοπισμός εκεί δεν είχε μετατραπεί σε φιλοφασιστική οργάνωση.

Οι επαφές μου με τον θείο Αλκιβιάδη συνεχίστηκαν. Το πήρα συνήθειο να ανηφορίζω αν όχι κάθε βδομάδα, τουλάχιστον κάθε δέκα μέρες στα Μελίσσια και να τα λέμε. Μου έκανε εντύπωση πως έμενε απόλυτα συνεπής στον τρόπο ζωής που είχε διαλέξει. Δεν κοιμόταν σε κρεβάτι αλλά πάντα στον υπνόσακό του, δε χρησιμοποιούσε την ηλεκτρική κουζίνα αλλά μαγείρευε στην γκαζιέρα και γενικά από όλες τις ανέσεις που του θα μπορούσε να του εξασφαλίσει το σπίτι, τις μόνες που χρησιμοποιούσε ήταν το αποχωρητήριο και το ντους. Ακόμα και για την ψυχαγωγία ή την ενημέρωσή του δε χρησιμοποιούσε κανονικό ραδιόφωνο αλλά ένα φορητό ραδιοκασετόφωνο. Δε μπόρεσα να εξακριβώσω πώς την έβγαζε το χειμώνα, γιατί η γνωριμία μας έγινε αρχές Σεπτεμβρίου και εκείνη τη χρονιά ο καλός καιρός κράτησε ως τα τέλη Νοεμβρίου.

Φυσικά πήγαινε καθημερινά στη δουλειά που του είχε βρει ο πατέρας μου και όπως κατάλαβα του άρεσε η εργασία του και η ατμόσφαιρα που επικρατούσε στον εκδοτικό οίκο. Ανεβοκατέβαινε βέβαια στην Αθήνα με τη συγκοινωνία, είτε γιατί δεν τον είχε ακόμα κυριεύσει η μανία της ρόδας, που μόλις είχε εμφανιστεί και απλωνόταν διαρκώς είτε γιατί η οδήγηση δεν περιλαμβανόταν στα προσκοπικά πρότυπα.

Στην τρίτη επίσκεψή μου τον βρήκα να διακατέχεται από διάθεση εξομολόγησης. Για την ιστορία της ζωής του μου είχε πει πολλά στις δυο προηγούμενες επισκέψεις μου. Τώρα έθιξε ένα άλλο θέμα, που φαίνεται πως τον είχε προβληματίσει.

«Δεν ξέρω τι σου έχουν πει για μένα οι δικοί σου. Διαισθάνομαι πως τον πατέρα σου τον απογοήτευσα κάποτε, τότε που ήρθε να με δει στα τέλη της Κατοχής και μου πρότεινε να μπω στο ΕΑΜ. Εγώ τότε αρνήθηκα. Τι να σου πω. Φοβόμουν τα μπλεξίματα. Ύστερα, ήθελα πάντοτε να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου. Βλέπεις δεν ένοιωσα ποτέ επαναστάτης. Από τον πατέρα μου, που ήταν πολύ αυταρχικός κι από τη μάνα μου, που ήταν πολύ απαιτητική, διδάχτηκά πως είχα μόνο υποχρεώσεις, όλο υποχρεώσεις. Κανένα δικαίωμα. Μόνο τον τελευταίο χρόνο ένοιωσα πως έχω το δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω, αλλά τώρα πια η υγεία μου δεν μου επιτρέπει να κάνω και πολλά. Άσε που δεν έχω επιθυμία για τίποτα σχεδόν»

Του απάντησα με διάφορες τετριμμένες κοινοτοπίες, πιο πολύ για να τον ενθαρρύνω να συνεχίσει την εξομολόγησή του.

«Ο πατέρας σου και οι φίλοι και ομοϊδεάτες του, έζησαν μια πολύ ενδιαφέρουσα ζωή. Την πλήρωσαν ακριβά ίσως, αλλά κι αν έφαγαν τελικά τα μούτρα τους, έχουν την ικανοποίηση πως αγωνίστηκαν για κάτι. Πως όταν έπρεπε είπαν παρών, ενώ εγώ παραμέρισα και κρύφτηκα πίσω από τις υποχρεώσεις μου. Κι εσύ ακόμα, που είσαι πολύ νεότερός μου, έζησες τότε έντονα. Σε θυμάμαι σαν ήρθατε στο χωριό μας, τον Γενάρη του ΄45 πρέπει να ήταν, και δώσατε μια παράσταση. Ειλικρινά τότε σας ζήλεψα για το κέφι, τη ζωντάνια και την ελευθερία που είχατε. Εγώ ούτε να ονειρευτώ μια τέτοια ζωή, μ΄όλο που τότε πήγαινα στη λέσχη της οργάνωσής σας στο χωριό. Αλλά βλέπεις, τότε που μπορούσα κι ήθελα δεν τόλμησα. Αγαπούσα μια κοπέλα και την άφησα να φύγει…»

Τότε μου ανέφερε τη γνωριμία του μ΄αυτήν την κοπέλα, τη Δέσποινα.

«Την ξανάδες από τότε;» τον ρώτησα όταν τέλειωσε την αφήγηση του έρωτα που δεν πρόφτασε να εκδηλωθεί καν.

«Ξέρεις είμαστε γείτονες. Ο πατέρας της έχτισε ένα σπίτι εδώ, κοντά στη λεωφόρο. Αλλά αυτό έγινε πριν λίγα χρόνια. Στο μεταξύ πέρασαν πολλά. Η οικογένειά της κυνηγήθηκε και αναγκάστηκαν να φύγουν από το χωριό και να εγκατασταθούν στη Χώρα, αλλά κι εκεί τα ίδια. Τον πατέρα της τον έστειλαν εξορία κι η ίδια είχε προφυλακιστεί για λίγους μήνες. Τελικά, όταν ησύχασαν κάπως τα πράματα, ήρθανε στην Αθήνα και όπως κατάλαβα όχι μόνο ορθοπόδησαν αλλά κάνανε κατάσταση. Είναι παντρεμένη κι έχει τρία παιδιά. Βλεπόμαστε καμιά φορά στο δρόμο και εξακολουθεί να με βλέπει φιλικά».

«Εσύ πώς δεν παντρεύτηκες εδώ στην Αθήνα;»

«Όταν ήρθα ήμουν πια μεγάλος, γεροντοπαλίκαρο πες. Ποια θα μ΄έπαιρνε σε τέτοια ηλικία».

«Μην το λες αυτό. Ο πενηντάρης είναι ο νέος της εποχής, δε λέει το τραγούδι;» τον παρηγόρησα.

Κούνησε το κεφάλι του.

«Βρε ας ήμουν τουλάχιστον γερός και δε θα μ΄ένοιαζε. Αλλά οι γιατροί με τρόμαξαν. Έχω γίνει υποχόνδριος και έχω κλειστεί στον εαυτό μου. Και σάμπως κάνω τίποτα; Αυτά όλα, η κατασκήνωση, η δήθεν προσκοπική ζωή, οι ψευτοαναρριχήσεις μου στο βραχάκι, σαχλαμάρες είναι. Το κατάλαβα όταν μια φορά γελάστηκα και κάλεσα μια συνάδελφο στον εκδοτικό οίκο που δουλεύω, που με καλοκοίταζε, μπας και εντυπωσιαζόταν με την πρωτοτυπία μου και την έριχνα. Το μετάνιωσα. Όχι μόνο δεν εντυπωσιάστηκε αλλά με πήρε στο ψιλό και την άλλη μέρα μ΄ έκανε ρεζίλι στο γραφείο. Έτσι από τότε έχω ξεκόψει από τις γυναίκες.».

Έφυγα από το σπίτι του Αλκιβιάδη στεναχωρημένος. Τον λυπήθηκα τον καημένο. Ύστερα με απορρόφησαν δουλειές και υποχρεώσεις και για καιρό ούτε τηλέφωνο δεν τον πήρα.

* * *

Πλησίαζαν πια τα Χριστούγεννα, όταν μας πήρε μια γνωστή της μητέρας μου, συμπατριώτισσά μας και γειτόνισσά του και μας είπε πως ο θείος Αλκιβιάδης ο Αλπινιστής σκοτώθηκε γλιστρώντας από τον βράχο του οικοπέδου του.

Τουλάχιστον βρήκε ταιριαστό θάνατο.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !