Ο Ροβιόλης στην οδό Γραφημώνος και άλλα ραμόνια

🕔10/01/2017 09:46
Νίκος Σαραντάκος

Άρθρο για τα ραμόνια, δηλαδή τα παρακούσματα τραγουδιών, έχω βάλει και παλιότερα -τελευταία φορά πριν απο τριάμισι χρόνια. Νομίζω πως το διάστημα που μεσολάβησε είναι αρκετό ώστε κάποιοι παλαιότεροι να μην θυμούνται καλά το προηγούμενο άρθρο και κάποιοι νεότεροι φίλοι να μην έχουν προσθέσει δικά τους σχόλια.

Το σημερινό ενσωματώνει τα καλύτερα παραδείγματα από τα προηγούμενα άρθρα μαζί με μερικά καινούργια -και βγήκε σε διάσταση έξτρα λαρτζ.

Ο τίτλος του σημειώματος περιέχει τουλάχιστον μιαν άγνωστη λέξη, χώρια τα δυο κύρια ονόματα. Τι να είναι τάχα το ραμόνι;

Το ραμόνι είναι λέξη παιδική, περίπου ιδιωτική, και στην προκειμένη περίπτωση δική μου. Μικρός, άκουγα τους γονείς μου να τραγουδούν Θεοδωράκη, τον Επιτάφιο, και να λένε:

Μα το καράβι βούλιαξε κι έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

Ίσως επειδή δεν μου πήγαινε να συνδέσω την αρρενωπή φωνή του Μπιθικώτση με θηλυκό επίθετο (τώρα μόνη), το παράκουσα: πλανιέμαι το ραμόνι, κι έπλασα με το νου μου κάποιο μικρό ανυπεράσπιστο ζωάκι που περιπλανιέται στο βυθό του πελάγου. Και, «μπαμπά, τι είναι το ραμόνι;» οπότε έγινε μεγάλο γέλιο.

Τέτοια παρακούσματα είναι πολύ διαδεδομένα, ο καθένας έχει τα δικά του, άλλοτε από την παιδική ηλικία και άλλοτε ως ενήλικος. Αποφάσισα να τα λέω ραμόνια, όχι μόνο επειδή το ραμόνι είναι δικό μου, αλλά διότι το ραμόνι χτύπησε δυο φορές. Τι εννοώ; Πριν από μερικά χρόνια, συζητώντας με συνάδελφο που είναι καμιά δεκαριά χρόνια μικρότερος, βρήκα ότι κι εκείνος είχε, σαν παιδί, πλάσει το δικό του ραμόνι, κι εκείνος από τραγούδι του Μίκη, αλλά όχι από τον «Επιτάφιο», παρά από τα «Τραγούδια του αγώνα» -λογικό άλλωστε, αφού είναι μικρότερος δέκα χρόνια. Και στον Ωρωπό, εκεί που λέει: Κλαίει η μάνα τώρα μόνη, κλαιν τα δέντρα τα βουνά, ο φίλος μου συγκινιόταν για το καημένο το ραμόνι που το έκλαιγε η μάνα του. Ίσως επειδή είχε χαθεί και περιπλανιόταν στου πελάγου το βυθό!

Στην αγγλόφωνη ορολογία, τα ραμόνια ονομάζονται Mondegreen, όρος που τον έπλασε η Αμερικανίδα συγγραφέας Σίλβια Ράιτ, το 1954, επειδή όταν ήταν μικρή, παράκουσε τα λόγια μιας παραδοσιακής μπαλάντας, και στον τελευταίο στίχο αντί για

Ye Highlands and ye Lowlands,
Oh, where hae ye been?
They hae slain the Earl O’ Moray,
and laid him on the green

νόμιζε πως λέει: And Lady Mondegreen.

Στα ρώσικα ο αντίστοιχος όρος είναι νταρβαλντάι και έχει καθιερωθεί με πρόταση του Ντοστογιέφσκι, με αφορμή το παράκουσμα ενός στίχου του Γκλίνκα, όπου η φράση «νταρ Βαλντάγια» (δώρο της πόλης Βαλντάι) τραγουδιόταν από όλον τον κόσμο σαν να είναι μία (ανύπαρκτη) λέξη.

Εκτός από το ραμόνι, ένα άλλο διαδεδομένο παράκουσμα, που το έλεγε η αδερφή μου, αλλά το έχω ακούσει και από άλλους, είναι τα λουμπέσα. Ακούγοντας η αδερφή μου κάποια 28η Οκτωβρίου στο αναπόφευκτο «Κορόιδο Μουσολίνι» τον στίχο Δεν έχεις διόλου μπέσα, κι όταν θα μπούμε μέσα…, και ίσως μη γνωρίζοντας τη λέξη «διόλου», στην προσπάθειά της να εκλογικεύσει το στίχο, έπλασε τα λουμπέσα, νόμισμα της εποχής ασφαλώς. Άκου θράσος, ο Ντούτσε, να τολμήσει να επιτεθεί στην Ελλάδα ενώ δεν είχε ούτε καν δυο λουμπέσα στο πορτοφόλι του! Πτωχέ Μπενίτο!

Γενικά, τα ραμόνια γεννιούνται από γνωστά τραγούδια και πολυτραγουδισμένα, όχι από ένα τραγούδι που το ακούς μία φορά. Οι νεότεροι από μένα, που έφαγαν τον Μίκη Θεοδωράκη με τη σέσουλα στη μεταπολίτευση, έχουν «ραμονίσει» πολλούς στίχους τραγουδιών του. Για παράδειγμα, υπάρχει το εξωτικό Παπουνάνε με τις κωδωνοκρουσίες του (Στο Παπουνάνε θα σημάνουν οι καμπάνες = Σώπα όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες, από τη Ρωμιοσύνη), αλλά και η αιμοβόρα Ζωντανίνα (θέλει η Ζωντανίνα πίνουν το αίμα τους = θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους, από το Άξιον Εστί).

Η Ζωντανίνα οφείλει τη γέννησή της και στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει ο Μπιθικώτσης το τραγούδι, αφού ανασαίνει μετά το «να», οπότε δεν είναι παράλογο να δημιουργήσει Χίμαιρες το παιδικό μυαλό. Βέβαια, και το «Ένα το χελιδόνι» έχει παρακουστεί σαν ένατο χελιδόνι, δημιουργώντας την απορία τι να έγιναν τα άλλα οχτώ.

Τα δημοφιλή ραμόνια τα μοιράζονται πολλοί. Ο τίτλος του σημερινού σημειώματος είναι φόρος τιμής σε ένα από τα δημοφιλέστερα, στον βιρτουόζο βιολιστή Ροβιόλη. Ο Ροβιόλης μπορεί να κάνει και τους διαβόλους να χορεύουν, αφού ο στίχος από τον «Θωμά» στο Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου λέει Με βιολί σαν του Ροβιόλη θα χορέψουν κι οι διαβόλοι. Μόνο που δεν λέει έτσι· ο Φέρρης έγραψε «με βιολί σαντουροβιόλι». Το πιο αστείο είναι ότι κάθε φορά που γίνεται αναφορά σε αυτό το θέμα σε κάποιο διαδικτυακό φόρουμ, θα βρεθεί πάντοτε κάποιος να γράψει έκπληκτος «Μη μου πείτε ότι ο Ροβιόλης δεν υπάρχει και είναι παράκουσμα!» Δίκαια λοιπόν ο Ροβιόλης αξιώθηκε και άρθρο στη Βικιπαίδεια!

Λογοτεχνικό ραμόνι είναι οι Κολμυρίδες. Στον «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» της Άλκης Ζέη, τα ακούγαν το πατριωτικό εμβατήριο
Εν τω μέσω φοινίκων μυρίων
νικηφόρος στρατός προχωρεί

και το καταλάβαιναν:
Εν τω μέσω φυλής Κολμυρίδων
νικηφόρος στρατός προχωρεί

και απορούσαν ποιοι να ’ταν τάχατες αυτοί οι βάρβαροι Κολμυρίδες. Παρόμοια φυλή στο βασίλειο της Ραμονίας είναι οι Κουδόντοι, γενναίοι πολεμιστές –γεννημένοι από τον στίχο «Ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού καρδιά» στον Κεμάλ του Χατζηδάκι, που παρακούστηκε ως «Ξεκινάνε οι Κουδόντοι».

Ραμόνι από την πραγματική ζωή, αν και όχι από τραγούδι, είχαμε στις πρώτες ανακοινώσεις της χούντας, που υπογράφονταν: Ο πρόεδρος – Τα μέλη. Πολύς κόσμος αναρωτήθηκε ποιος κερατάς είναι αυτός ο μυστηριώδης πρόεδρος Ταμέλης. (Το γεγονός το καταγράφει και σε διήγημά του ο Ιωάννου).

Η οδός Γραφημώνος του τίτλου είναι ραμόνι από ένα νεότερο τραγούδι, του Πασχάλη Τερζή: Ο δικός μου ο δρόμος μ’ έχει χρόνια διαλέξει, στην οδό γράφει «μόνος», επικίνδυνη λέξη. Αναρωτιέμαι τι το εξαιρετικό να έκανε αυτός ο αρχαίος ημών πρόγονος, ο Γραφημών και κατέκτησε την υστεροφημία.

Θυμίζει πάντως τον άγιο Γαργεννήτορα της εκκλησίας (του γαρ γεννήτορος η φωνή), ενώ σύμφωνα με άρθρο του Π. Λορεντζάτου (Αθηνά, 1904), στην Πύλαρο λεγόταν «γαράντρα» η «ανήθικη» γυναίκα, από παρερμηνεία του «πέντε γαρ άνδρας έσχες» της ευαγγελικής περικοπής (το λήμμα έχει καταχωρηθεί στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας). Η εκκλησιαστική γλώσσα έχει δημιουργήσει άφθονα παρακούσματα, που όμως είναι αντικείμενο ξεχωριστού άρθρου, οπότε δεν θα ασχοληθώ με το θέμα αυτό παρά μόνο για να αναφέρω ένα εκκλησιαστικό ραμόνι (ραμόνιον) που το μνημονεύει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Στο Χριστό στο κάστρο».

― Δε μου λες, Αλεξανδρή, τι θα πη, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, «ο ανυψώσας το κέρας ημών»; Ποιος είναι αυτός ο ανυψώσας;
― Να, ο ανηψιός σας, απήντα ο κυρ-Αλεξανδρής, μη εννοών άλλως την λέξιν.

Σε γενικές γραμμές, ο μηχανισμός του ραμονιού διαφέρει στα παιδιά απ’ ό,τι στους ενήλικες. Το παιδί, έχοντας επίγνωση του ότι δεν ξέρει όλες τις λέξεις της γλώσσας, εκλογικεύει το παράκουσμα πλάθοντας μιαν άγνωστη λέξη· έτσι, όταν ακούει «συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα, κι εγώ δεν έχω για νοίκι», το μη οικείο του «για νοίκι» το μεταπλάθει σε «γιαννίκι». Ο ενήλικας, αντίθετα, που (νομίζει πως) ξέρει όλες τις λέξεις, όταν παρακούσει κάτι το εκλογικεύει συνήθως με υπαρκτές λέξεις, όπως ο κυρ Αλεξανδρής στο παράδειγμα του Παπαδιαμάντη. Ας πούμε, τον στίχο της Φραγκοσυριανής του Μάρκου «και στο Πισκοπιό ρομάντζα» πολλοί ενήλικοι τον ραμονίζουν σε «και στο δίσκο δυο ρομάντζα» και άλλοι σε «και το βρίσκω πιο ρομάντζα».

Το Πισκοπιό, τοπωνύμιο της Σύρας, είναι άγνωστο σε όσους δεν έχουν επισκεφτεί το νησί, οπότε προσφέρεται για παράκουσμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σπάνια ονόματα. Έτσι, στη Μπαλάντα του Αντρίκου, ο στίχος του Βάρναλη «το Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία» ερμηνεύτηκε: «σαν τρυγονάκι η Ζηνοβία» αλλά και «καπληδονάκι η Ζηνοβία». Άλλοτε πάλι, γεννιούνται (ραμονικώς) υπαρκτά τοπωνύμια εκεί που δεν υπάρχουν –έτσι, στο «Χάντρα στο κομπολόι σου», το «ίσκιος θα γίνω μάτι μη με δει» πολύς κόσμος το έχει ακούσει «μα τη Νινευί» -αλλά, βεβαίως και ανύπαρκτα τοπωνύμια, όπως το Χαπί, από το τραγούδι των Παιδιών από την Πάτρα (Θα σου φύγω σ’το’χα πει) –άλλοι ωστόσο επιμένουν ότι ο τραγουδιστής θα πάει στο Καπί (σαν το Τοπ Καπί, ας πούμε) ή και στο ΚΑΠΗ.

Όταν σε ένα αγαπημένο τραγούδι υπάρχει μια ασυνήθιστη λέξη, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα γεννηθούν ραμόνια. Στην «Τζαμάικα», το σπάνιο μεθυσμενάκι στον στίχο «κι ύστερα το βραδάκι μεθυσμενάκι στα καπηλειά» έχει δώσει πολλά ραμόνια π.χ. «μες της Μαινάκη τα καπηλειά» ή, σε ενήλικες, το ποιητικότατο «Μες της φενάκης τα καπηλειά». Ακόμα κι ένας ασυνήθιστος ρηματικός τύπος μπορεί στο παιδικό αυτί να γεννήσει ένα φανταστικό πρόσωπο, σαν την περίφημη Βροντούμ με τα πολύτιμα βραχιόλια, από τη Γερακίνα («τα βραχιόλια της βροντούν»), που θυμίζει τα Εκατομμύρια της Βεγούμ του Ιουλίου Βερν.

Οι ασυνήθιστοι τύποι δεν παραπλανούν μόνο παιδιά. Σύμφωνα με ένα κινηματογραφικό ανέκδοτο, στα γυρίσματα της ταινίας «Λόλα» η νεότατη τότε Βίκυ Μοσχολιού, αφού έχει ολοκληρωθεί το γύρισμα της περίφημης σκηνής του τέλους όπου τραγουδά το «Πέτρα την πέτρα» από το παράθυρο του καμπαρέ, ρωτά με γνήσια απορία τον σκηνοθέτη Δημόπουλο: «Κύριε Ντίνο, ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Παγαπός;». Φυσικά, αναφέρεται στους στίχους του τραγουδιού: «…Πέτρα την πέτρα περπατώ, το αίμα του ανασαίνω, και πια δεν περιμένω, που σκότωσαν τον π’ αγαπώ…». Κατά σύμπτωση τις προάλλες είδαμε το βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα με την Αγαπώ και τον Αγαπό στα δημοτικά τραγούδια.

Η ζωολογία δεν έχει ακόμα καταγράψει το εξωτικό πουλί πισεσί, που γεννήθηκε από το τραγούδι «Στη ντισκοτέκ» (αρχικά με την Ελπίδα, στη συνέχεια σε διασκευή από τα Ημισκούμπρια) και τους στίχους «Είναι που λείπεις εσύ, το χαμόγελό σου», ενώ πολλοί αναρωτιούνται τι ακριβώς να είναι το κανιβέρο που φοράνε οι Βραζιλιάνοι στο ελληνικό λάτιν «Μάμπο μπραζιλέρο» (και βραζιλιάνο με κάνει βέρο / και βραζιλιάνοι με κανιβέρο). Μάλλον καπέλο θα είναι, σαν σομπρέρο.

Ιδιαίτερος δικαστικός βαθμός είναι ο περιμενοδίκης γεννημένος από το τραγούδι του Βαμβακάρη: Σαν να ’μουνα υπόδικος και περιμενοδίκης, ενώ επικίνδυνο όπλο νέας τεχνολογίας είναι το σπιθονάκι: Ρίξε στο κορμί μου σπιθονάκι φονικό (αντί για σπίρτο να πυρποληθώ). Κλασικό ραμόνι είναι και το πύο του βυθού (Σαν τοπίο του βυθού, του Σαββόπουλου), όπως και το Θεών νταμάρι στην Πιρόγα του Μικρούτσικου, μια και το «φαιό νταμάρι» των στίχων του Αλκαίου δεν είναι και τόσο διαφανές στο παιδικό αυτί· από την άλλη, η Καμαρούλα του Πουλόπουλου έχει πολυραμονιστεί από γενεές παιδιών, ιδίως ο στίχος «Καμαρούλα μια σταλιά δυο επί τρία, κόχη και λατρεία», αφού οι μεν ακούν «τα μαρούλια μια σταλιά» ενώ οι δε «όχι και λατρεία».

Πηγή παιδιόπλαστων ραμονιών είναι και τα κάλαντα, που κάθε παιδί μαθαίνει από πολύ νωρίς και τα επαναλαμβάνει μηχανικά. Έτσι, από τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα γεννήθηκε η Συσαρχόντισσα κυρία (τιμητικός τίτλος), αλλά και ο Δεσκεμές το παλικάρι. Βέβαια, ο κατεξοχήν ακατανόητος στίχος των πρωτοχρονιάτικων καλάντων είναι το «βαστάει εικόνα και χαρτί, ζαχαροκαντιοζυμωτή» (που όλοι σχεδόν το τραγουδούν σαν δύο λέξεις: ζαχαροκάντιο ζυμωτή) -κάποιος το είχε μεταπλάσει στο μάλλον αηδιαστικό «ζαχαροκαμπιοζυμωτή», ενώ άλλοι ακούν το λογικότερο «ζαχαροπλάστη ζυμωτή».

Από την άλλη, πολλά ραμόνια γεννιούνται όταν μέσα στους ελληνικούς στίχους υπάρχει ξένη λέξη ή φράση. Στο «Πατρίδα ζητάμε» του Γιάννη Γλέζου, ο στίχος (του Νερούντα, σε μετάφραση Λευτ. Παπαδόπουλου) «Μπορασίτα Μπορασίτα / μαζί μου ήθελα να ρθεις / μα εσύ μου είπες όχι» ερμηνεύτηκε από πολλούς σαν «μπόρα ας ήταν». Στον «Τούρκο στο Παρίσι» του Μαχαιρίτσα, το «μα c’est la vie που λένε και οι Γάλλοι» έχει ραμονιστεί σε «μασέ λαβή που λένε και οι Γάλλοι», προφανώς λαβή από γαλλική πολεμική τέχνη! Αλλά και στο δημοφιλές «Ρίτα Ριτάκι» των Κατσιμιχαίων, οι τελευταίοι στίχοι «ti voglio, si, ti voglio», που τραγουδιούνται σχεδόν ψιθυριστά, έχουν παρακουστεί σε «υπόγειο, εσύ σε υπόγειο» ή «Σιγόντο, Σι-ι-γόντο».

Ραμόνια γεννιούνται βέβαια σε όλες τις γλώσσες· ας πούμε, ένα διάσημο παράκουσμα των φυσικών ομιλητών της αγγλικής είναι στο τραγούδι Bad moon rising των Creedence Clearwater Revival, όπου πολλοί ακούνε There’s a bathroom on the right αντί There’s a bad moon on the rise. Αλλά δεν θα επεκταθούμε στα ξένα ραμόνια.

Κι αν οι ίδιοι οι αγγλοσάξονες μπερδεύουν τα αγγλικά λόγια των τραγουδιών, ίσως δικαιολογούνται και οι δικοί μας που έπλασαν τη διάσημη Κουτσουμπίλα (ή Κουτσουμπιλά; ), όπως λένε πολλοί το Could you be loved του Μπομπ Μάρλεϊ. Με την ευκαιρία να διηγηθούμε κι ένα θηριώδες ραμονικό μαργαριτάρι που διέπραξε ειδησεογραφικός ιστότοπος· τον Ιανουάριο του 2013, ο τότε υπουργός Αντώνης Μανιτάκης σε τοποθέτησή του στη Βουλή αναφέρθηκε «στο λεγόμενο mandatory law», δηλαδή το αναγκαστικό δίκαιο που διέπει κάποιες δανειακές συμβάσεις. Ο δημοσιογράφος που άκουσε τον αγγλικό όρο, χωρίς να υποψιαστεί ότι είναι αγγλικός, έγραψε: «Είναι το λεγόμενο ‘Μαντάτο Ριλό’», παραβαίνοντας μια πολύ βασική αρχή: βγάζει νόημα αυτό που γράφεις; Αν όχι, μην το γράψεις. Απορώ ειλικρινά, τι σκέφτηκε το θολωμένο του μυαλό ότι μπορεί να είναι το ριλό. Ίσως το πέρασε για κύριο όνομα, ίσως για κανένα τοπωνύμιο, γι’ αυτό άλλωστε το έγραψε και με κεφαλαία αρχικά γράμματα!

Αργά ή γρήγορα όλα τα ραμόνια, είτε παιδιόπλαστα είτε της ενήλικης ζωής ξεδιαλύνονται. Όταν γίνει αυτό, ο παθών αργά ή γρήγορα το εξομολογείται, κρυφοκοκκινίζοντας, στην παρέα του –εκτός αν τύχει να γίνει αυτή του η εξομολόγηση δημόσια, σαν εκείνον τον καημένο που βροντοφώναξε, σε συναυλία του Παπάζογλου: — Πες το «τρεις λύκοι αδέσποτοι»! εννοώντας, βέβαια, το «Τρελή κι αδέσποτη»!

Υστερόγραφο: Να εξομολογηθώ κι εγώ ένα δικό μου ραμόνι ή ίσως μεφραμόνι αφού περιέχει και στοιχεία «νόμου του ΜέΦΡι». Πριν από πολλά πολλά χρόνια, δεκαετία του 80, όταν είχε κυκλοφορήσει το Τσικαμπούμ του Γιοκαρίνη, σε ένα περιοδικό που έβγαζε η Πανσπουδαστική στα πανεπιστήμια, το Σχόλιο, είχε δημοσιευτεί μια κατεδαφιστική κριτική, η οποία μεταξύ άλλων κατηγορούσε το τραγούδι για ακατανόητους στίχους, φέρνοντας σαν παράδειγμα το:

έχω γκόμενα με δυάρι προς το στάδιο
που έχει θεία πέρσοναλ με ράδιο.

Έγραψα κι εγώ ένα θυμωμένο γράμμα, ότι για να κάνει κανείς κριτική πρέπει να’ναι επαρκής ακροατής και ότι είναι πολύ λογικό να βρίσκει ακατανόητο το «θεία πέρσοναλ» αφού ο στιχουργός έγραψε «Φίατ πέρσοναλ» (που ήταν μοντέλο αυτοκινήτου της εποχής).

Και ως εκεί καλά. Μόνο που τριάντα χρόνια αργότερα, πριν απο λίγους μήνες δηλαδή, συνειδητοποίησα ότι στο ίδιο τραγούδι είχα κι εγώ ένα παράκουσμα. Λίγο πιο πριν από το «Φίατ πέρσοναλ» υπάρχουν οι στίχοι:

Στο παράλογο το ρίχνεις του Ιονέσκο
χτες αγόραζες καρτούλες της Ουνέσκο
όρους θέτεις πια με ύφος σοβαρόν
μα όλα τούτα ρουφηχθέντων των μπυρών.

Τον τελευταίο στίχο εγώ τον άκουγα «ρουφηχθέντων των μηρών», και φανταζόμουν κάποια μέθοδο λιποαναρρόφησης για καλλίγραμμους μηρούς. Βέβαια, έχω το ελαφρυντικό ότι το «ρουφηχθέντων των μπυρών» είναι αντιγραμματικό, του τύπου «πληγέντων περιοχών» -αλλά φυσικά το γραμματικά σωστό, «ρουφηχθεισών των μπυρών», ούτε λέγεται ούτε τραγουδιέται. Ο Σάκης Μπουλάς, που έγραψε τους στίχους, θα γελάει πονηρά από εκεί πάνω…

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !